Αναγκαστική αύξηση κεφαλαίου στις Α.Ε.

 Σκεπτόμενος κανείς το πνεύμα του εμπορικού νόμου θα μπορούσε να συμπεράνει πως ο,τιδήποτε βλάπτει το δικαίωμα προτίμησης και την καλή πίστη θα καθιστά άκυρη ή ακυρώσιμη την αύξηση κεφαλαίου. Η αναγκαστική αύξηση κεφαλαίου ορίζεται εκ του νόμου (με διοικητική απόφαση Υπουργού) και προχωρά χωρίς λήψη απόφασης από την γενική συνέλευση. Ο μετοχικός τίτλος αποτελεί αξιόγραφο, δηλωτικό ή παρεπόμενο. Η αύξηση ολοκληρώνεται από την κάλυψη του κεφαλαίου. Ακύρωση των μετοχών που παραμένουν ανεξόφλητες με μείωση του κεφαλαίου από τη ΓΣ ή εκκαθάριση των μετοχών της αύξησης με ανάκληση της εγκριτικής απόφασης του περιφερειάρχη (τότε νομάρχη).[1]

 Η αύξηση καθοδηγείται περισσότερο από τη Διοίκηση , πράγμα που στο παρελθόν είχε απασχολήσει μεγάλη μερίδα του νομικού κόσμου σχετικά με την συνταγματικότητα της διάταξης.

Έχει λεχθεί πως η αναγκαστική αύξηση κεφαλαίου πρέπει να θεωρηθεί αμφίβολης συνταγματικότητας, ενόψει των άρθρων 5 παρ.1, 17 και 106 του Συντάγματος.[2] Μια τέτοια αύξηση κεφαλαίου προκαλεί στους μετόχους άμεση ζημία, μειώνει την πραγματική αξία των μετοχών τους και ενδεχομένως γεννά δικαιώματα αποζημίωσης κατά τα άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ και του άρθρου 1 παρ.1 του Πρώτου Προσθ.Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Η Ε.Ο.Κ. θεώρησε πως η αναγκαστική αύξηση θα πρέπει να εμποδίζεται ακόμα και εάν αφορά ζήτημα εθνικής οικονομίας ή έστω εξυγίανσης της εταιρίας και ενώ κάτι τέτοιο το θεωρεί ανυπόστατο εάν γίνεται εκ της διοικήσεως, δέχεται εάν σηματοδοτείται με απόφαση του Ο.Α.Ε ( Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων) και αφορά υπερχρεωμένη εταιρία.

Η κοινοτική οδηγία 77/91/ΕΟΚ θεωρητικά έλυσε το ζήτημα της αναγκαστικής αύξησης , ενώ με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ [3]και τη νομολογία του Αρείου Πάγου[4] κρίθηκε πως είναι σύννομη η αύξηση κεφαλαίου με βάση την διοικητική οδό και παράλληλα αναγνωρίστηκαν δικαιώματα αποζημιώσεων για τυχόν ζημιές σε Δημόσιο και τρίτους. Κατά την πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση ΑΠ 795/2000 (ΠολΠρΑθ 321/2003, ΕφΑθ 2004/2001, οι οποίες είναι στα χνάρια της ΟλΑΠ 14/1999) «Δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο η ρύθμιση του άρθρου 28 παρ.1-2 ν.2685/1999, με την οποία κηρύσσονται έγκυρες οι μετοχές που προήλθαν από αύξηση, δυνάμει υπουργικών αποφάσεων, του μ.κ. ΑΕ, παρέχεται όμως δικαίωμα πλήρους αποζημιώσεως έναντι του Δημοσίου, για τις ζημιές που ενδεχομένως υπέστησαν παλαιοί μέτοχοι συνεπεία της αυξήσεως αυτής, αφού η ρύθμιση ανταποκρίνεται πλήρως στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και κυρίως της ασφάλειας δικαίου, της προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας, ενόψει της αποτελεσματικής και ισοδύναμης δικαστικής προστασίας που επιτυγχάνεται με την αποζημίωση». Συνεπώς εφόσον ο νόμος προσφέρει ισόποση δικαστική προστασία επί του θέματος θα πρέπει να δεχτούμε τη συνταγματικότητα της ρύθμισης.[5]
_
______________________________________________________________________________________________

[1] Στη διάκριση των ειδών της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου βοηθάει η 114/2007 ΠΠΡωτ Χαλκιδικής

[2] Αντωνόπουλος, ο.π. σελ 452

[3] ΔΕΚ υπόθ. -441/93 ΔΕΕ 1996.383 παρατ.Περάκη, ΕπισκΕΔ 1996.331

[4] ΟλΑΠ 14/1999

[5]  Σε κάθε περίπτωση αύξησης θα πρέπει να δημοσιεύονται είτε να κοινοποιούνται καταστάσεις με την πρότερη και την επόμενη νομική κατάσταση των μετόχων, εφόσον οι μετοχές είναι ονομαστικές,  και για τις ανώνυμες γενική λίστα.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;