Αξιοπρεπής Άσκηση – Ισότιμη Πρόσβαση στην Δικηγορία

* Του Μιχάλη Β. Μήττα, Προέδρου ΕΑΝΔιΘ, Δικηγόρου, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης

Η δικηγορική άσκηση αποτελεί θεσμό ασαφή νομικά και επισφαλή οικονομικά και επαγγελματικά. Παρά τις όποιες μικρές τροποποιήσεις, οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων ουδέποτε εξετάσθηκαν σε βάθος προκειμένου να προσαρμοσθούν στις σύγχρονες ανάγκες της Δικαιοσύνης και της αγοράς εργασίας. Στα πλαίσια ενός ευρύτατου διαλόγου που διεξάγεται από την ΕΑΝΔιΘ για την πλήρη αναθεώρηση του θεσμού της άσκησης, παρατίθενται στην συνέχεια ορισμένες σκέψεις για ένα ριζικά διαφορετικό μοντέλο οργάνωσής της.

Κατ’ αρχήν η άσκηση είναι μια διαδικασία χρήσιμη εφόσον είναι ουσιαστική. Δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή σαν μια τυπική αγγαρεία που απλώς αποτελεί προθάλαμο του δικηγορικού επαγγέλματος. Οι διαφορές μεταξύ του θεωρητικού επιστημονικού τρόπου διδασκαλίας στο ακαδημαϊκό περιβάλλον και τις πρακτικές ανάγκες ενός επαγγελματία δικηγόρου στην άσκηση του θεσμικού του ρόλου, είναι γνωστές σε όλους μας. Είναι επομένως αναγκαία η ύπαρξη μιας διαδικασίας που θα διασφαλίζει την ομαλή μετάβαση από τις σπουδές στην αγορά εργασίας, παρέχοντας τα απαραίτητα εφόδια στο νέο νομικό. Η διαδικασία της άσκησης για τον λόγο αυτό υφίσταται σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, ως στάδιο προετοιμασίας της εισόδου στο δικηγορικό επάγγελμα.

  1. Βασικά χαρακτηριστικά του θεσμού της άσκησης

Άσκηση Διπλού Χαρακτήρα: Με βάση αυτά είναι σαφές ότι η άσκηση έχει διπλή «φύση». Αφενός είναι μια διαδικασία εκπαιδευτικού χαρακτήρα ή –ακριβέστερα- διαδικασία επαγγελματικής κατάρτισης. Αφετέρου προφανώς δεν παύει να είναι μιας μορφής εξαρτημένη εργασία, υπό την έννοια ότι ο ασκούμενος δικηγόρος εργάζεται υπό τις οδηγίες και εντολές του ασκούντα δικηγόρου, σε συγκεκριμένο τόπο και για συγκεκριμένο ωράριο. Περαιτέρω, η άσκηση, όπως αναφέρθηκε αποτελεί στην πραγματικότητα το πρακτικό προστάδιο εισόδου στο δικηγορικό επάγγελμα και με τον τρόπο αυτό διαχωρίζεται πλήρως από τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των πανεπιστημιακών σπουδών. Άλλωστε, η νομική σχολή δεν είναι παραγωγική σχολή, υπό την έννοια ότι στόχος των σπουδών εκεί δεν είναι απλώς να παραχθούν δικηγόροι. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η διεξαγωγή της άσκησης σε δύο κύκλους. Ο ένας διάρκειας έως 12 μηνών σε δικηγορικό γραφείο (όχι απαραίτητα συνεχόμενα) και άλλος, εκπαιδευτικού χαρακτήρα, διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών στον σύλλογο (σεμινάρια, παρακολούθηση δικών κλπ).

Άσκηση μετά το Πτυχίο: Επομένως, η άσκηση πρέπει κατ’ αρχήν να παραμείνει εκτός του κύκλου των πανεπιστημιακών σπουδών και ως εκπαιδευτικό και επαγγελματικό προστάδιο εισόδου στην δικηγορία. Πρέπει περαιτέρω, να διατυπωθεί ρητά, αντί του σημερινού ασαφούς πλαισίου, ότι η άσκηση αποτελεί μορφή εξαρτημένης εργασίας με εκπαιδευτικό χαρακτήρα, κάτι που με την σειρά του θα διασφαλίσει καλύτερα το νομικό πλαίσιο των αμοιβών.

Ρόλος του Δικηγορικού Συλλόγου: Προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα συμμετοχής όλων των αποφοίτων στην διαδικασία της άσκησης και επομένως να παρέχονται πραγματικά ίσες ευκαιρίες αλλά και για να διασφαλίζεται αυστηρή εποπτεία των όρων απασχόλησης και εκπαίδευσης προτείνεται μια καινοτομία: Οι απόφοιτοι των νομικών σχολών της χώρας που επιθυμούν να ξεκινήσουν άσκηση θα εγγράφονται απευθείας στον δικηγορικό σύλλογο της επιλογής τους, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη πρόσληψη από κάποιον δικηγόρο. Στην συνέχεια οι εγγεγραμμένοι στον δικηγορικό σύλλογο ασκούμενοι θα κατανέμονται στα δικηγορικά γραφεία που το ζητούν για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα και με συγκεκριμένους όρους απασχόλησης. Εφόσον οι θέσεις δεν επαρκούν οι εγγεγραμμένοι ασκούμενοι που δεν έχουν κατανεμηθεί σε γραφεία ασκούνται με ευθύνη του δικηγορικού συλλόγου παρακολουθώντας επαγγελματικά σεμινάρια και συμμετέχοντας σε δίκες ως παρατηρητές, έως ότου εξευρεθεί γραφείο.

  1. Αμοιβές και λοιποί όροι απασχόλησης

Αμοιβή: Οι ασκούμενοι δικηγόροι από την στιγμή που παρέχουν εργασία στα δικηγορικά γραφεία που τους απασχολούν πρέπει να αμείβονται υποχρεωτικά. Μάλιστα, η ελάχιστη αμοιβή είχε καθιερωθεί και νομικά το 2012, σε ύψος ίσο με τον βασικό μισθό, για να καταργηθεί με το νέο Κώδικα Δικηγόρων το 2013. Υπό το καθεστώς όμως της ασάφειας του χαρακτήρα της άσκησης, πρακτικός έλεγχος αλλά και εφαρμογή της σχετικής διάταξης δεν υπήρχε. Σήμερα, η επαναφορά της αμοιβής αυτής, καθορισμένης στο ίδιο ύψος με τον βασικό μισθό για την πλήρη απασχόληση, είναι απόλυτη ανάγκη τόσο ως αποζημίωση της απασχόλησης των ασκούμενων δικηγόρων όσο και ως δίκαιο βάρος στα (μεγάλα συνήθως) δικηγορικά γραφεία που τους απασχολούν επωφελούμενα από την εργασία τους.

Για την διασφάλιση της αμοιβής προτείνεται και πάλι η μεσολάβηση του δικηγορικού συλλόγου. Η καταβολή της αμοιβής θα γίνεται από το ταμείο αυτού με ταυτόχρονη είσπραξη ισόποσου ποσού από το γραφείο στο οποίο εργάζεται ο συγκεκριμένος ασκούμενος, βάσει της μεταξύ τους σύμβασης.

Ωράριο και Διάρκεια: Υπό την μορφή της εξαρτημένης εργασίας, προφανώς πρέπει να καθορισθεί και το μέγιστο ωράριο απασχόλησης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως για 5 ημέρες την εβδομάδα, προκειμένου να σταματήσουν τα σημερινά φαινόμενα εξαντλητικής εκμετάλλευσης της ανάγκης των ασκούμενων συναδέλφων. Προτείνεται επίσης η θέσπιση και κατώτατου ορίου ωρών απασχόλησης προκειμένου να μην είναι εφικτή η σύναψη εικονικών συμβάσεων. Τέτοιο όριο θα μπορούσαν να είναι οι 25 ώρες την εβδομάδα. Η διάρκεια της απασχόλησης πρέπει να έχει ελάχιστο όριο (ενδεικτικά τους 6 μήνες) και μέγιστο την συμπλήρωση του χρονικού ορίου της άσκησης σε γραφείο (δηλαδή 12 μήνες). Η άσκηση σε γραφείο μπορεί να διακοπεί νωρίτερα, με καταγγελία ενός εκ των μερών ή του δικηγορικού συλλόγου, εφόσον προκύπτουν παραβάσεις των συμφωνηθέντων όρων απασχόλησης και του κώδικα δικηγόρων.

Πρόσληψη: Σε κάθε δικηγορικό σύλλογο θα συντάσσονται δημόσιοι κατάλογοι ασκουμένων που αναζητούν γραφείο και γραφείων που αναζητούν ασκούμενους. Η επιλογή τόσο των γραφείων όσο και των ασκούμενων θα γίνεται αποκλειστικά κατά σειρά χρονικής προτεραιότητας (ο παλαιότερος εγγεγραμμένος ασκούμενος στο παλαιότερο εγγεγραμμένο γραφείο). Η έναρξη της άσκησης σε δικηγορικό γραφείο θα γίνεται με κοινή δήλωση του γραφείου και του ασκούμενου στην οποία θα αναφέρονται οι ώρες απασχόλησης, η αμοιβή, τα καθήκοντα, η διάρκεια και η δέσμευση ότι θα τηρηθούν όλες οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον Κώδικα Δικηγόρων. Ένας ασκούμενος δύναται να προσληφθεί από ένα μόνο δικηγόρο. Ένας δικηγόρος δεν πρέπει να έχει κανέναν αριθμητικό περιορισμό στους ασκούμενους που προσλαμβάνει.

Εποπτεία: Η εποπτεία των όρων απασχόλησης δεν μπορεί παρά να ανήκει στην αντίστοιχη Επιτροπή του οικείου δικηγορικού συλλόγου, η οποία προβλέπεται στο α. 14 του Κώδικα Δικηγόρων. Προφανώς, η παραβίαση των όρων απασχόλησης θα συνοδεύεται από πειθαρχικές κυρώσεις, κλιμακούμενες ανάλογα με την σοβαρότητα της παράβασης και την επανάληψη αυτής. Ο έλεγχος και η πειθαρχική δίωξη θα είναι εφικτά τόσο μετά από αίτηση ενός εκ των μερών όσο και αυτεπάγγελτα από τον δικηγορικό σύλλογο. Αίτηση για πειθαρχική δίωξη θα δύναται να υποβάλλει και η ένωση ασκουμένων και νέων δικηγόρων, εφόσον υφίσταται.

Ασκούμενοι χωρίς Γραφείο: Για τους ασκούμενους οι οποίοι δεν εργάζονται σε κάποιο γραφείο θα προβλέπεται η κατάρτισή τους από τον δικηγορικό σύλλογο μέσω της συμμετοχής τους σε σεμινάρια, της παρακολούθησης δικών σε όλα τα στάδια, βαθμούς και διαδικασίες, σύνταξη δικογράφων κλπ. Οι ασκούμενοι αυτοί θα έχουν σειρά παροχών (δωρεάν ιατροφαρμακευτική κάλυψη, δωρεάν μετακινήσεις κα).

  1. Φορολογικά και Κοινωνικοασφαλιστικά Θέματα

Φορολογικά: Η φορολογική αντιμετώπιση των ασκούμενων δικηγόρων δεν μπορεί να διαφέρει από τους υπόλοιπους μισθωτούς. Ο φόρος θα παρακρατείται κατά την είσπραξη της αμοιβής από τον δικηγορικό σύλλογο και θα επιστρέφεται εφόσον το εισόδημα δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο. Οι δικηγόροι που απασχολούν ασκούμενους δεν μπορούν να επιβαρύνονται φορολογικά για τον λόγο αυτό, ούτε να τεκμαίρονται εισοδήματα λόγω της απασχόλησης ασκουμένων. Οι δαπάνες για την αμοιβή ασκουμένων πρέπει να εκπίπτουν από το εισόδημα.

Ασφάλιση Υγείας: Η ασφάλιση υγείας θα παραμείνει υποχρεωτική για τους ασκούμενους που εργάζονται σε γραφεία και το ύψος των εισφορών θα καθορίζεται ως ποσοστό του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος. Η ασφάλιση υγείας για τους ασκούμενους που δεν εργάζονται σε γραφεία θα καλύπτεται από τον δικηγορικό σύλλογο.

Λοιπά Κοινωνικοασφαλιστικά: Θα διατηρηθεί η προαιρετική δυνατότητα εγγραφής σε ΤΑΝ και ΤΕΑΔ. Δυνατότητα μελλοντικής εξαγοράς χρόνου ασφάλισης ίσου με την διάρκεια της άσκησης.

  1. Απόκτηση Άδειας

Διάρκεια και Ολοκλήρωσης Άσκησης: Η συνολική διάρκεια της άσκησης προτείνεται να μην υπερβαίνει τους 18 μήνες. Εξ αυτών τουλάχιστον 6 πρέπει να διανύονται στον σύλλογο και έως 12 σε γραφείο. Καμία άλλη προϋπόθεση δεν θα υφίσταται για την συμμετοχή στον Διαγωνισμό Δικηγόρων.

Εξετάσεις: Είναι δυνατή η συμμετοχή στον Διαγωνισμό Δικηγόρων εφόσον κατά την ημέρα προκήρυξής του έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 18 ημερολογιακοί μήνες άσκησης. Η εξέταση γίνεται στα ίδια με σήμερα μαθήματα.

  1. Λοιπά Θέματα

Κωλύματα και Ασυμβίβαστα: Οι περιορισμοί που τίθενται με τα κωλύματα και ασυμβίβαστα στους δικηγόρους ισχύουν σήμερα και για τους ασκούμενους. Η πρόβλεψη αυτή δεν είναι μόνο συμβολική (λόγω του θεσμικού ρόλου των δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων στην λειτουργία της Δικαιοσύνης) αλλά και ουσιαστική. Αποφεύγεται η παράλληλη απασχόληση σε πολλές εργασίες που θα είχε σαν αποτέλεσμα αφενός την αντιμετώπιση της δικηγορίας ως πάρεργο αφετέρου την στέρηση θέσεων εργασίας από άλλους κλάδους. Αντίθετα, η διασφάλιση των όρων απασχόλησης, όπως πιο πάνω προτείνεται, καθιστά περιττή την παράλληλη απασχόληση σε άλλες ειδικότητες (χωρίς συνάφεια με τη νομική επιστήμη). Ως εκ τούτου, προτείνεται η διατήρηση των κωλυμάτων και ασυμβίβαστων και για τους ασκούμενους.

Πτυχία Εξωτερικού: Τα πτυχία από ιδρύματα άλλων κρατών μελών της ΕΕ δεν είναι νομικά εφικτό να μην αναγνωρίζονται ως ισότιμα στην Ελλάδα. Η εγγραφή όμως στην οικεία επαγγελματική ένωση (εν προκειμένω δικηγορικοί σύλλογοι) ως προϋπόθεση άσκησης επαγγέλματος είναι δυνατό να συνοδεύεται από εξετάσεις επάρκειας. Προτείνεται λοιπόν η θεσμοθέτηση γραπτών εξετάσεων επάρκειας στο ελληνικό δίκαιο (στα βασικά μαθήματα κλάδους της νομικής επιστήμης: Ποινικό & Ποινική Δικονομία, Αστικό & Πολιτική Δικονομία, Διοικητικό & Διοικητική Δικονομία, Εμπορικό, Ευρωπαϊκό) για το σύνολο των αποφοίτων νομικών σχολών της ΕΕ ως το πλέον αντικειμενικό σύστημα ελέγχου. Στις εξετάσεις αυτές μπορούν να συμμετέχουν και απόφοιτοι πανεπιστημίων εκτός ΕΕ εφόσον τα πτυχία τους έχουν αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ.

Άσκηση σε Δικαστήρια, Φορείς του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ κλπ: Η δυνατότητα άσκησης στα δικαστήρια πρέπει να διατηρηθεί, εντασσόμενη στον εκπαιδευτικό κύκλο της άσκησης. Πρέπει να επεκταθεί μάλιστα και στα υπόλοιπα ΝΠΔΔ, φορείς κλπ., τα οποία θα προκηρύσσουν θέση κατόπιν συνεννόησης με τον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Αν και τμήμα του εκπαιδευτικού σκέλους, οι αμοιβές εδώ πρέπει να εξομοιώνονται με τις γενικές ελάχιστες (βασικός μισθός).

Δυνατότητα Απευθείας Άσκησης για Ένταξη σε Άλλα Επαγγέλματα Συναφή με την Δικαιοσύνη: Προτείνεται η δυνατότητα απευθείας έναρξης άσκησης για την ένταξη στα επαγγέλματα του συμβολαιογράφου και του δικαστικού επιμελητή, χωρίς την μεσολάβηση της απόκτησης ιδιότητας δικηγόρου. Στις περιπτώσεις αυτές θα επιλέγεται αντί για δικηγορικό γραφείο, γραφείο του αντίστοιχου επαγγέλματος. Με την ολοκλήρωση της χρονικής διάρκειας των 18 μηνών, ο ασκούμενος θα συμμετέχει και στον αντίστοιχο Διαγωνισμό προκειμένου να λάβει αντίστοιχη επαγγελματική άδεια.

Συμπερασματικά, με την πρόταση αυτή εισάγονται τρείς βασικές καινοτομίες. Πρώτον, η ρητή αναγνώριση της άσκησης ως μορφή εξαρτημένης εργασίας, ώστε να διασφαλιστούν οι όροι απασχόλησης. Δεύτερον, η διεξαγωγή της σε δύο κύκλους, έναν πρακτικό – επαγγελματικό (σε δικηγορικό γραφείο) και έναν εκπαιδευτικό (στον δικηγορικό σύλλογο), ώστε να διασφαλιστεί ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας και η δυνατότητα πραγματοποίησης άσκησης ακόμα και αν δεν υπάρχει ζήτηση από τα δικηγορικά γραφεία. Τρίτον, η ρύθμιση του συστήματος εύρεσης γραφείου και καταβολής αμοιβών, μέσω της ισχυρής παρουσίας των δικηγορικών συλλόγων.

Ασφαλώς, η ρύθμιση των αμοιβών και λοιπών όρων συνεργασίας των ασκουμένων για να έχει αποτελέσματα, είναι απαραίτητο να συνοδευθεί από αντίστοιχη ρύθμιση των όρων συνεργασίας των δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση, το μοντέλο αυτό, δεν στοχεύει μόνο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της ύφεσης και των δοκιμασιών που υφίσταται ο κλάδος τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, στοχεύει να δημιουργήσει ένα μόνιμο θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει ισότιμα σε όλους τους απόφοιτους νομικής να επιχειρήσουν την ένταξή τους στο δικηγορικό επάγγελμα, παρέχοντάς τους αξιοπρεπείς και δίκαιες συνθήκες άσκησης.