σ

ΟΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ. ΓΡΑΦΕΙ Η ΣΤΕΛΛΑ ΚΟΥΡΓΙΑΝΤΑΚΗ

Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και η ανάπτυξη της πληροφορικής κατά την τελευταία εικοσαετία έχουν επιφέρει πρωτόγνωρες αλλαγές τόσο στην παραγωγική διαδικασία, στις εργασιακές σχέσεις και τις συναλλαγές όσο και μια πρωτοφανή επανάσταση στην επικοινωνία και τα ΜΜΕ. Η εμφάνιση και ανάπτυξη του διαδικτύου (internet) αποτελεί τη μεγαλύτερη επικοινωνιακή επανάσταση της εποχής μας, εξού και χαρακτηρίζεται από πολλούς ως το Δίκτυο των Δικτύων. Οι δυνατότητες, η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, η ευκολία  και εν γένει οι υπηρεσίες που προσφέρει το internet στους χρήστες του βελτιώνονται συνεχώς καθιστώντας το μέσο ιδιαίτερα προσφιλές σε όλο και περισσότερους χρήστες. Εκμηδενίζοντας κάθε είδους αποστάσεων -γεωγραφικών, πολιτισμικών, κοινωνικών, και φυλετικών- έχει μετατρέψει τον κόσμο σε ένα «πλανητικό χωρίο». Παρόλα αυτά, πέρα από το πλήθος των πλεονεκτημάτων που έφερε μαζί του ο κυβερνοχώρος με τις απεριόριστες δυνατότητες δημιούργησε και ένα νέο πεδίο εκδήλωσης νέων μορφών προσβολών προσωπικών δικαιωμάτων των χρηστών του στον μακροσκελή κατάλογο των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι προσβολή εκφάνσεων της προσωπικότητας του όπως το δικαίωμα στην εικόνα αλλά και το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων του ατόμου.

-Οι διαδικτυακές προσβολές της εικόνας του ανθρώπου. 

Στο Διαδίκτυο καθίσταται εύκολη, με τη βοήθεια της ψηφιοποίησης η διακίνηση φωτογραφιών προσώπων χωρίς τη συναίνεσή τους. Για παράδειγμα διευκολύνεται η διάθεση σε τρίτους της εικόνας του προσώπου σε ιδιωτικές στιγμές, η εμπορική εκμετάλλευση εικόνας προσώπου για διαφημιστικούς σκοπούς,  η επεξεργασία και χρήση εικόνας προσώπου με τρόπο που μειώνει την προσωπικότητά του,  η αποθήκευση εικόνας προσώπου σε αρχείο χωρίς τη συναίνεσή του, αλλά και η κλοπή ταυτότητας (identity theft) στα ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η αναγκαιότητα λήψης ειδικής συναίνεσης για κάθε χωριστή δημοσίευση της εικόνας είναι μία πάγια αρχή η οποία ισχύει και για τη δημοσίευση της εικόνας του προσώπου στο Διαδίκτυο. Η συναίνεση τεκμαίρεται στην περίπτωση που ο ίδιος ο εικονιζόμενος εγκαθιστά σύστημα βιντεοσκόπησης του και μετάδοσης της εικόνας μέσω διαδικτύου.

Σε ότι αφορά στη χρησιμοποίηση εικόνας προσώπου για διαφημιστικούς-εμπορικούς σκοπούς χωρίς τη συναίνεσή του, θεμελιώνεται στο δικαίωμα του προσώπου να χρησιμοποιεί στοιχεία της προσωπικότητάς του για με σκοπό την αποκομιδή οικονομικού οφέλους αφενός και να εμποδίζει άλλους από την παράνομη χωρίς τη συναίνεσή του, χρησιμοποίηση αυτών των στοιχείων αφετέρου, το οποίο αποτελεί το δικαίωμα στη δημοσιότητα (right of publicity) και προστατεύεται από τις διατάξεις για την προστασία της προσωπικότητας υπό την προϋπόθεση ότι το προστατευόμενο πρόσωπο διαθέτει οικονομικώς εκμεταλλεύσιμα στοιχεία της προσωπικότητάς του.

Επιπλέον, η νομολογία καταδικάζει τόσο την αυθαίρετη δημοσίευση στο Διαδίκτυο εικόνας που προέρχεται από άλλες πηγές, όπου και έχει πρωτοδημοσιευθέι, όσο και στην άντληση φωτογραφικού υλικού από το Διαδίκτυο και την επαναδημοσίευσή σε άλλες ιστοσελίδες ή σε παραδοσιακά έντυπα μέσα και τη δημόσια προβολή εικόνας προσώπου με απαξιωτικά για τον εικονιζόμενο ή άσχετα με αυτόν σχόλια  απορρίπτοντας αβίαστα το παντελώς στερούμενο νομικής βάσης επιχείρημα των εναγομένων ότι οι φωτογραφίες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο είναι πληροφορίες ελεύθερες δικαιωμάτων.

Ένας περισσότερο πολύπλοκος τρόπος προσβολής της εικόνας του προσώπου, είναι μέσω της εφαρμογής google street view, εφαρμογή της Google Inc. Πρόκειται για τρισδιάστατη χαρτογράφηση που δημιουργείται μετά από καταγραφή εικόνων που λαμβάνονται εν κινήσει με χρήση ειδικής κάμερας, τοποθετημένης στην οροφή αυτοκινήτου, κατά την διέλευση του οχήματος από δημόσιες οδούς. Ο χρήστης του διαδικτύου δύναται να περιηγηθεί ψηφιακά σε δρόμους σε όλο τον κόσμο, χωρίς να είναι απαραίτητη η μετάβαση σε αυτούς. Ωστόσο, επειδή οι φωτογραφίες έχουν ληφθεί στο φως της ημέρας, σε δημόσιους δρόμους και από αυτοκίνητο εν κινήσει, εκτός από τους δρόμους, πολλές φορές απεικονίζονται και πρόσωπα, των οποίων η συναίνεση δεν ζητήθηκε ποτέ.

-Η άρση του παρανόμου. 

Η προστασία της εικόνας του προσώπου δεν είναι απόλυτη αλλά περιορίζεται αφενός από το δημόσιο ή μη χαρακτήρα της απεικονιζόμενης δραστηριότητας και αφετέρου από την ύπαρξη ή μη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του κοινού (άρθρο 5Α Σ). Έτσι, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η αποτύπωση εικόνας προσώπου χωρίς τη συναίνεσή του όταν:

α) απεικονίζονται δημόσιοι χώροι (τελετές, δημόσιες συναθροίσεις, το ποία με γενικότερο ενδιαφέρον) δίχως εστίαση σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Έτσι είναι επιτρεπτή  η λήψη της εικόνας ενός προσώπου σε δεύτερο πλάνο, που γίνεται με κύριο στόχο την αποτύπωση ενός δημόσιου χώρου

β) απεικονίζονται δημόσια γεγονότα κοινωνικού ενδιαφέροντος, ακόμη και αν υπάρχει εστίαση σε συγκεκριμένο πρόσωπο

γ) απεικονίζονται δημόσια πρόσωπα ή πρόσωπα της επικαιρότητας, εφόσον υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την πληροφόρηση του κοινού (367 παρ. 2 ΠΚ). Ώς απώτατο όριο για το νόμιμο ή μη της χρήσης εικόνας προσώπου είναι πάντως ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας( άρθρο 2 παρ. 1Σ) ενώ σε περίπτωση σύγκρουσης δικαιωμάτων, η προσβολή θεωρείται παράνομη όταν γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται καταχρηστικά.

-Οι διαδικτυακές προσβολές της προσωπικότητας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων του προσώπου - προσβολές της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης

Το Διαδίκτυο θεωρείται σήμερα μία χαοτική αποθήκη πληροφοριών μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και προσωπικά δεδομένα των χρηστών αλλά και μη-χρηστών του. Τα προσωπικά δεδομένα παράγονται στο διαδίκτυο με τρείς τρόπους. Ο πρώτος τρόπος αφορά τα προσωπικά δεδομένα του χρήστη ή τρίτων προσώπων, τα οποία αποτελούν περιεχόμενο μίας πληροφορίας που αναρτά ο χρήστης στο διαδίκτυο. Ο δεύτερος τρόπος, είναι όταν ο χρήστης υποχρεώνεται να δηλώσει τα προσωπικά του δεδομένα για την παροχή μιας υπηρεσίας, όπως στην περίπτωση μίας τραπεζικής συναλλαγής ή κατά την «εγγραφή» του σε μία διαδικτυακή εφαρμογή. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος όγκος των προσωπικών δεδομένων, που παράγονται μάλιστα ανεξάρτητα από την επιθυμία και χωρίς θετική ενέργεια του χρήστη, αφορά τα προσωπικά δεδομένα που προκύπτουν από την απλή περιήγηση στο διαδίκτυο, καθώς κάθε κίνηση στον κυβερνοχώρο αφήνει ίχνη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λειτουργία του facebook, της δημοφιλέστερης πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης σήμερα, η οποία βασίζεται στις πληροφορίες που κατέχει για τους χρήστες του, που αποτελούν στοιχεία προσωπικών δεδομένων. Οι χρήστες του facebook διαθέτουν κατά τη δημιουργία και διαχείριση του λογαριασμού τους  πλήθος δεδομένων για τον εαυτό τους γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η πρόσβαση στο προφίλ ενός χρήστη του facebook να προσφέρει μια αποκαλυπτική σκιαγράφηση της προσωπικότητάς τους.

Χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση των «cookies» στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του χρήστη, μέσω των οποίων αποθηκεύονται κωδικοί και στοιχεία από σελίδες στις οποίες ο χρήστης έχει περιηγηθεί με σκοπό τη διευκόλυνσή του σε μελλοντική χρήση (πχ. αποθήκευση του ονόματος του χρήστη ώστε να μην χρειάζεται να το πληκτρολογεί κάθε φορά που επιθυμεί το άνοιγμα του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου) δίνοντας στην ουσία μία ξεκάθαρη εικόνα των αναγκών και προτιμήσεών του.

Από τη στιγμή που το άτομο αποφασίζει-στο πλαίσιο του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού-την αυτοέκθεσή του στην αγορά του Ιnternet, συναποφασίζει και την διάθεση των εισφερόμενων στο διαδίκτυο στοιχείων της προσωπικότητάς του στην κοινή αγορά. Υπάρχουν βέβαια δύο εγγενείς περιορισμοί. Πρώτον, η δυνατότητα του αυτοπροσδιορισμού του προσώπου μέσω του Διαδικτύου δεν είναι επιτρεπτό να αίρει το συνταγματικά προστατευμένο περιεχόμενο του «πυρήνα» της ανθρώπινης αξίας, που συνιστά αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, ανεπίδεκτο διάθεσης ή παραίτησης εκ μέρους του φορέα του και δεύτερον,  ο αυτοπροσδιορισμός του προσώπου μέσω ιντερνετ δεν απαλλάσσει τον ζημιωθέντα από την ευθύνη του, στο βαθμό που βλάφθηκαν έννομα αγαθά του χρήστη που δεν τέθηκαν σε κοινοχρησία μέσω του Διαδικτύου. Με άλλα λόγια τα όρια του αυτοπροσδιορισμού αποτελούν εν προκειμένω, και όρια ευθύνης.

-Η άρση του παρανόμου.

Δεδομένου ότι ο Ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα απαιτεί την συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων για την νομιμότητα της επεξεργασίας, η συγκατάθεση των χρηστών για την επεξεργασία των δεδομένων τους θα αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της διαδικτυακής προσβολής. Παράδειγμα τέτοιας συγκατάθεσης αποτελεί η δήλωση του χρήστη ότι επιθυμεί να λαμβάνει στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο διαφημιστικά μηνύματα και δηλαδή κατά τον τρόπο αυτό συναινεί στην συλλογή και χρήση της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης αλλά και η περίπτωση αποδοχής εγκατάστασης των cookies για την περιήγηση στο διαδίκτυο των χρηστών. Η χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου επεξεργασία των δεδομένων είναι επιτρεπτή μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 § 2 του Ν. 2472/1997 κατά το οποίο πρέπει να εξυπηρετείται το έννομο συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων και σκοποί δημοσίου συμφέροντος ή το έννομο συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας. Συνεπώς, δεν θα υπάρχει προσβολή της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης όταν ερευνώνται προσωπικά δεδομένα του χρήστη που έχουν παραχθεί στο διαδίκτυο μετά από εισαγγελική παραγγελία για την διερεύνηση εγκληματικών πράξεων.

Χαρακτηριστική είναι η υπ΄ αριθμ. 1/2011 γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων υπέρ της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 85 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογικού Εισοδήματος (Ν. 2293/1994) που προβλέπει την ανάρτηση δεδομένων των φορολογούμενων στο διαδίκτυο με στόχο την πάταξη της φοροδιαφυγής. Η Αρχή γνωμοδότησε ότι το μέτρο είναι δυσανάλογο του επιδιωκόμενου σκοπού, καθώς η δημοσιοποίηση στο ίντερνετ των φορολογικών δεδομένων του προσώπου, συνιστά έντονο περιορισμό του δικαιώματος του για την προστασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του, κρίνοντας το μέτρο απρόσφορο και μη αναγκαίο. Από την άλλη, αντίστοιχα ζητήματα τέθηκαν και ενώπιον του ΔΕΚ το 2003, στην υπόθεση Österreichischer Rundfunk. Το προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε στο ΔΕΚ, ήταν εάν αντίκειται στην Οδηγία 95/46/ΕΚ, αυστριακός νόμος αυξημένης τυπικής ισχύος που προέβλεπε τη δημοσίευση στο διαδίκτυο μισθών και συντάξεων των υψηλά αμειβόμενων δημοσίων υπαλλήλων της χώρας. Το ΔΕΚ επισήμανε ότι η εξασφάλιση της ορθής δημοσιονομικής πολιτικής αποτελεί μεν θεμιτό σκοπό επεξεργασίας, ωστόσο πρέπει να σταθμίζεται με τη σοβαρότητα της προσβολής του δικαιώματος των υποκειμένων (των δεδομένων) για σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής. Στη συνέχεια το δικαστήριο απεφάνθη ότι η κρινόμενη νομοθετική πρόβλεψη έθιγε το δικαίωμα του σεβασμού στην ιδιωτική ζωή του άρθρου 8 § 1 της ΕΣΔΑ, χωρίς όμως να δικαιολογείται επαρκώς και να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 § 2 της ΕΣΔΑ.

 -Επίλογος

Ως επιστέγασμα των όσων αναφέρθηκαν καταλήγουμε ότι η εξέλιξη και η διάδοση του ίντερνετ, οδήγησαν αναπόφευκτα στην αύξηση των κινδύνων για πλείστες εκφάνσεις της προσωπικότητας. Οι εγγενείς αδυναμίες του μέσου όπως η έλλειψη ενός γενικού συστήματος ασφάλειας καθιστά τη λειτουργία του περισσότερο επισφαλή για τον χρήστη ο οποίος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την εξασφάλιση της ασφάλειας του και την διαφύλαξη των δικαιωμάτων του.  Μέσα σε αυτό το νέο πεδίο ανασφάλειας και απειλών για το δικαίωμα της προσωπικότητας των χρηστών το δίκαιο καλείται να ρυθμίσει τις νεοδημιουργηθείσες έννομες σχέσεις, έχοντας όμως ως αντίπαλούς του, δύο καίρια χαρακτηριστικά του διαδικτύου. Πρώτον την απουσία σαφών χρονικών και χωρικών ορίων – βασικές συνιστώσες κάθε νομικής ρύθμισης – και έπειτα τη διαρκή εξέλιξη της τεχνολογίας που δημιουργεί συνεχώς νέες συνθήκες και δεδομένα τα οποία δεν μπορεί να προβλέψει ούτε ο ικανότερος των νομοθετών.

Σε αντιστάθμισμα αυτής της αδυναμίας, προτείνεται η διαρκής αναπροσαρμογή του δικαίου που θα ακολουθεί πάντα την πρόοδο της πληροφορικής, αλλά τουλάχιστον από μικρότερη απόσταση. Αντίθετα, υποστηρίζεται ότι η νέα πραγματικότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να οδηγήσει στη δημιουργία ενός «νέου» αστικού δικαίου, ούτε στη δημιουργία ενός νέου κλάδου δικαίου, ήτοι του «ηλεκτρονικού δικαίου». Παρόλα αυτά δυστυχώς παρατηρείται η αδράνεια του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος παραβλέποντας τις νέες προκλήσεις στέκεται παθητικά στο φαινόμενο του κυβερνοχώρου. Χαρακτηριστικά της παθητικής αυτής στάσης είναι τόσο  η καθυστέρηση με την οποία ενσωματώνονται στην ελληνική έννομη τάξη οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες που θεσπίζονται για την προστασία των χρηστών του διαδικτύου όσο και το γεγονός ότι δέκα χρόνια μετά την λειτουργία των πρώτων ελληνικών ιστολογίων, ακόμα δεν έχει θεσπιστεί ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τη χρήση τους. Παρόλα αυτά, ενθαρρυντικό στοιχείο αποτελεί η στάση της νομολογίας όταν καλείται να εξετάσει τα παραπάνω ζητήματα, κατά την οποία ο εφαρμοστής του δικαίου δεν αρκείται σε εύκολες λύσεις, αλλά κατανοώντας τις ιδιαιτερότητες και τη σημασία του διαδικτύου, αναζητά - και τις περισσότερες φορές πετυχαίνει – ad hoc δίκαιες λύσεις, παρά το περιορισμένο νομικό οπλοστάσιο σε σχέση με τα ανακύπτοντα τεχνικά ζητήματα. Κλείνοντας να αναφέρουμε ότι το παρόν, εξαιρετικά επίκαιρο, άρθρο αποτελεί απόσπασμα εισηγήσεως μεταπτυχιακού επιπέδου

Η Στέλλα Κουργιαντάκη είναι Ανθυπολοχαγός Στρατολογικού-Στρατιωτική Νομική Σύμβουλος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Πάντειου Πανεπιστημίου της Αθήνας.

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.