Η σχετικότητα της συνταγματικής προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας.

*του Στέλιου Βούκουνα, προπτυχιακού φοιτητή Νομικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Με αφορμή την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση συζητούνται ευρέως  οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Με βάση το ισχύον Σύνταγμα προβλέπεται στο άρθρο 3  ότι ‘’Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι  η θρησκεία της Aνατολικής Oρθόδοξης Eκκλησίας του Xριστού’’.  Αυτό που πρέπει να εξεταστεί  είναι αν στην Ελλάδα πρέπει να υπάρχει ή όχι επικρατούσα θρησκεία, αν σε ένα Κράτος που θέλει να ενστερνίζεται τις αξίες του Δυτικού Πολιτισμού, που σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία όλων των πολιτών πρέπει να υπάρχει εύνοια προς μια θρησκεία, οποιαδήποτε είναι αυτή, αν εν τέλει η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας πρέπει να είναι απόλυτη ή σχετική.

  Πρώτη φορά η θρησκευτική ελευθερία καθιερώθηκε συνταγματικά το 1927 και έμελλε να κατοχυρώνεται και σε όλα τα Συντάγματα που ακολούθησαν. Η θρησκευτική ελευθερία, που στο παρόν Σύνταγμα κατοχυρώνεται στο άρθρο 13, αποτελεί έκφανση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και κατ’ επέκταση της πνευματικής ελευθερίας. Αλήθεια όμως η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας στην Ελλάδα είναι απόλυτη ή σχετική; Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται από την εξέταση του ίδιου του Συντάγματος.

  Το Σύνταγμά μας ,αρχικά, αναγνωρίζει σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 συγκεκριμένη θρησκεία ως ‘’επικρατούσα’’. Επίσης, επιβάλλει ρητά ότι  ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να δώσει μόνο θρησκευτικό όρκο (άρθρο 33 παρ.2). Ακόμα, προβλέπει την υποχρέωση της πολιτείας να προάγει τη θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων (άρθρο 16 παρ.2).  Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας είναι σχετική και είναι σχετική διότι το Σύνταγμα δείχνει εύνοια προς μια συγκεκριμένη θρησκεία, την αναγνωρίζει ως επίσημη θρησκεία του Κράτους και δεν προβαίνει σε ουσιαστικό διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Το νόημα της θρησκευτικής ελευθερίας, σύμφωνα με όσα γράφει ο  Αριστόβουλος Μάνεσης στο βιβλίο του ‘’Συνταγματικά Δικαιώματα Α’ ‘’, είναι ότι το Κράτος δεν επεμβαίνει παρεμποδίζοντας ή επιβάλλοντας τη διαμόρφωση ή την εκδήλωση σχετικών  με τη θρησκεία θετικών ή αρνητικών πεποιθήσεων. Προβλέποντας, όμως,  το Σύνταγμα τόσες πολλές διατάξεις υπέρ της Χριστιανικής Ορθόδοξης θρησκείας κάνει διάκριση απέναντί της σε σχέση με τις άλλες θρησκείες.

  Το ελληνικό Έθνος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ορθόδοξη εκκλησία και αυτό νομίζω αποτελεί κοινή ομολογία. Το ελληνικό Κράτος όμως είναι υποχρεωμένο να είναι ουδέτερο απέναντι σε οποιαδήποτε θρησκεία και να αντιμετωπίζει τους πολίτες του με ισότητα χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του τα θρησκευτικά τους πιστεύω. Οι καλές σχέσεις της Πολιτείας με την Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να διατηρηθούν. Δεν γίνεται να αγνοήσουμε ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων ασπάζονται  την Χριστιανική θρησκεία. Ωστόσο, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να επεμβαίνει στα κρατικά ζητήματα .Πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε ένα Κράτος το οποίο θα απολογείται στους ιερείς κάθε φορά που πρόκειται να αλλάξει το πρόγραμμα διδασκαλίας. Πρέπει να αποφασίσουμε εν τέλει αν η Εκκλησία θα μπορεί ή όχι να διεκδικεί αποφασιστική γνώμη σε θέματα του κρατικά οργανωμένου κοινωνικού βίου.

Στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση ο συντακτικός νομοθέτης πρέπει να αποφασίσει αν θα προβεί σε μια ριζική μεταρρύθμιση. Η συνταγματική διασφάλιση της ουδετερότητας του Κράτους θα αποτελεί ένα μεγάλο βήμα και μια τομή για τα ελληνικά συνταγματικά δεδομένα. Μένει να φανεί αν η παρούσα σύνθεση της Βουλής θα σηκώσει το πολιτικό βάρος που ενέχει μια τέτοια επιλογή και θα προχωρήσει στον διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας.