_mg_0925

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΜΠΕΡΝΑΝΤΕΤ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ-ΣΡΕΚΕΝΜΠΕΡΓΚ, ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΤΡΙΟΥ (ΟΔΔΕΕ).

Είμαι ο Σωκράτης Τσαχιρίδης, εκ μέρους του analuseto.gr και θα μιλήσουμε με την κα Μπερναντέτ Παπαβασιλείου - Σρέκενμπεργκ, Δικηγόρο, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών και Συντονίστρια Διαμεσολάβησης του Οργανισμού Διαιτησίας και Διαμεσολάβησης του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου (ΟΔΔΕΕ)

Σ. Πριν ξεκινήσουμε, θα ήθελα, εκ μέρους του analuseto.gr, να σας ευχαριστήσω θερμά για την παρούσα συνέντευξη. Τι είναι η διαμεσολάβηση και ποιος είναι ο ρόλος του διαμεσολαβητή σε αυτή;

Μπ. Εγώ σας ευχαριστώ που μου δίνετε την ευκαιρία να μιλήσω για το θεσμό της διαμεσολάβησης. Καταρχήν, ο ορισμός της δίνεται στο άρθρο 4 του ν. 3898/2010. Είναι μία διαρθρωμένη διαδικασία με στόχο την επίλυση των διαφορών χωρίς, όμως, προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Τα μέρη, με την υποστήριξη του διαμεσολαβητή, αναζητούν πρόσφορες λύσεις για τη διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς, χωρίς να εκχωρούν την εξουσία για την επίλυσή της σε ένα τρίτο πρόσωπο. Διατηρούν δηλαδή την αυτονομία τους. Συνεπώς, ο διαμεσολαβητής είναι μόνο ο «διαχειριστής της ελπίδας» επίλυσης, στην οποία επίλυση συνδράμει με τη χρήση διαφόρων τεχνικών. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι ανάγκες και τα συμφέροντα των μερών ως προς την διαφορά τους. Μολονότι στην εμπορική διαμεσολάβηση συνηθίζεται να μην αναγνωρίζεται η ύπαρξη συναισθημάτων, εντούτοις και σ’ αυτήν την κατηγορία της διαμεσολάβησης είναι  πολύ σημαντικό όλα τα παραπάνω να λαμβάνονται υπόψη. Ασφαλώς, έχει ιδιαίτερη σημασία ο διαμεσολαβητής να προσέξει ποιες «χορδές» θα «αγγίξει» στο πλαίσιο της διαδικασίας διαμεσολάβησης, δεδομένου ότι ιδιαίτερα στην Ελλάδα δίνεται μεγάλη βαρύτητα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Πάντως, πρέπει να επισημανθείη διάρθρωση της διαδικασίας ως βασικό στοιχείο της, καθώς τα διάφορα στάδια δίνουν σαφή προσανατολισμό για τα μέρη. Ο διαμεσολαβητής οφείλει να είναι ουδέτερος και αμερόληπτος, να κρατά συμμετρικά ίσες αποστάσεις από τα μέρη και να ακούει με το ίδιο ενδιαφέρον τη βιωματική διήγηση έκαστου μέρους σχετικά με τη διαφορά. Αυτή η στάση του πρέπει να επιβεβαιώνεται και να ανατροφοδοτείται από τα ίδια τα μέρη.

Σ. Πως εξελίσσεται η διαδικασία;

Μπ. Υπάρχουν διάφορα μοντέλα διαμεσολάβησης. Εμείς θα αναφερθούμε σε αυτήν που ακολουθείται, κατά βάση, στην Ελλάδα. Στο πρώτο στάδιο γίνεται όλη η προετοιμασία για τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί. Το στάδιο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την καλή προετοιμασία του διαμεσολαβητή, ο οποίος να διερευνά όχι μόνο ποιο είναι το αντικείμενο της διαφοράς αλλά και αν υπάρχουν και ποια είναι τα θέματα που τα μέρη τυχόν δεν θέλουν -καταρχάς- να θίξουν στη διαμεσολάβηση. Καταρτίζεται το συμφωνητικό υπαγωγής στη διαμεσολάβηση με βάση αυτή την προεργασία, η οποία βεβαίως αναφέρει και τους όρους αμοιβής του διαμεσολαβητή.

Μετά την προετοιμασία ακολουθεί το εναρκτήριο στάδιο, όπου παρίστανται τα μέρη, υποχρεωτικά μαζί με τους δικηγόρους τους, και διατυπώνουν τις θέσεις τους. Στην τοποθέτηση των μερών μεενίοτε «σκληρές θέσεις» ακολουθεί η συλλογή των θεμάτων τα οποία είναι σημαντικά για τα μέρη. Το ερώτημα σε όλα αυτά είναι «τι χρειάζεται σήμερα για να φθάσουμε σε μία καλή λύση», δηλαδή ιεραρχούνται τα θέματα βάσει της σπουδαιότητας που έχουν για έκαστο μέρος.

Στη συνέχεια, έπεται το διερευνητικό στάδιο, που γίνεται, ως επί το πλείστον, με κατ’ ιδίαν συναντήσεις του διαμεσολαβητή με καθένα από τα μέρη. Ουσιαστικά σε αυτό το στάδιο, εντοπίζονται οι ανάγκες και τα συμφέροντα των μερών με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή, ο οποίος διαβιβάζει τα εκάστοτε μηνύματα καταλλήλως «επεξεργασμένα». Χρησιμοποιεί δηλαδή  διάφορες τεχνικές π.χ. της ενεργητικής ακρόασης. Ο σκοπός είναι να φτάσουμε από τις θέσεις των μερών στα συμφέροντά τους  (με την έννοια του συμφέροντος ως συγκεκριμενοποίηση μίας ανάγκης του μέρους).

Μετά οδηγούμαστε στο στάδιο της διαπραγμάτευσης, όπου τα μέρηδιατυπώνουν τις πιθανές επιλογές λύσεων (π.χ. με τη μέθοδο brainstorming)

Τέλος, η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη σύνταξη του πρακτικού (επιτυχίας ή αποτυχίας) εκ μέρους του διαμεσολαβητή, όπου παρατίθεται, σε περίπτωση επιτυχίαςη συμφωνίατων μερών.

Σ. Είναι δυνατόν να εκτελεστεί αναγκαστικά κατά τον ΚΠολΔ το ανωτέρω πρακτικό διαμεσολάβησης και κατά πόσο συνηθίζεται αυτό στην πράξη;

Μπ. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 3898/2010, το πρακτικό διαμεσολάβησης, από την κατάθεσή του στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της διαμεσολάβησης,εφόσον περιέχει συμφωνία των μερών, η οποία αφοράαξίωση που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, αποτελεί αυτοδικαίως εκτελεστό τίτλο. Βέβαια, τα μέρη συμμετέχοντας στη διαδικασία της διαμεσολάβησης πολλές φορές έχουν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συμμορφώνονται οικειοθελώς πλέον προς τα συμφωνηθέντα. Με άλλα λόγια,  η διαδικασία της διαμεσολάβησης ωθείτα μέρη να έρθουν πιο κοντά, με συνέπεια η τήρηση των συμφωνηθέντων να έχει αναχθεί και σεμια ηθική δέσμευση. Πάρα ταύτα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε και τον ανθρώπινο παράγοντα. Υπάρχουν περιπτώσεις που μία συμφωνία δεν τηρείται και εκεί ακριβώς έγκειται η σημασία τηςεκτελεστότητας, καθώς λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα υπέρ της συμφωνίας που έχει ήδη επιτευχθεί με την διαδικασία της διαμεσολάβησης. Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η διαμεσολάβηση στοχεύει πρωτίστως στην εκούσια συμμόρφωση των συμφωνηθέντων, ενώη νομοθετική πρόβλεψη δύναται να ενεργοποιηθεί, εφόσον τα μέρη δεν «υπακούν», προκειμένου να επέλθουν οι έννομες συνέπειες που πηγάζουν από την επιτευχθείσα συμφωνία.

Σ. Ποιες είναι οι βασικές αρχές της διαμεσολάβησης; Θα θέλαμε να μας αναλύσετε εν συντομία τις σημαντικότερες.

Μπ. Να δούμε εγγύτερα 2 από τις βασικές αρχές της διαμεσολάβησης:

Στη διαμεσολάβηση σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η αρχή της εχεμύθειας  (άρθρο 10 ν. 3898/2010), τόσο με την έννοια του απορρήτου της διαδικασίας και της μη χρήσης όσων κατατίθενται, σε μεταγενέστερη δίκη ή διαιτησία, ουσιαστικά η εξαίρεση όλων των εμπλεκόμενων στη διαδικασία προσώπων ως μάρτυρες, όσο και υπό τη μορφή ότι τα όσα εμπιστεύονται τα μέρη στον διαμεσολαβητή στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις που διενεργούνται, δε θα περιέλθουν σε γνώση του άλλου μέρους, εκτός εάν έχει δοθεί από το αντίστοιχο μέρος ρητή άδεια. Η εν λόγω αρχή είναι πολύ βασική αφενός μεν για να «οικοδομηθεί» μία σχέση εμπιστοσύνης του διαμεσολαβητή με τα μέρη αφετέρου να νιώσουν ασφαλή τα μέρη καθ’ όλη τη διαδικασία. Ειδικά στις εμπορικές υποθέσεις η προαναφερόμενη αρχή αποτελεί βασικότατο πλεονέκτημα σε σχέση με την διαδικασία ενώπιον των πολιτειακών δικαστηρίων, καθώς οι επιχειρήσεις και οι επιχειρηματίες επιθυμούν να μην υπάρχει «διαρροή» επιχειρηματικών απορρήτων, καθώς και οικονομικών δεδομένων κ.α.

Επίσης μία βασική αρχή, αλλά και ένας επίκαιρος προβληματισμός που έχει απασχολήσει και απασχολεί ιδιαίτερα, είναι το εκούσιο της διαμεσολάβησης, δηλαδή η εκούσια υπαγωγή στη διαδικασία αλλά και η εκούσια συνέχισή της. Σύμφωνα με αυτή, τα μέρη είναι ελεύθερα να επιλέξουν αν θα προσφύγουν στην εν λόγω διαδικασία καθώς και αν στη συνέχεια θα προχωρήσουν και θα καταλήξουν στην επίλυση της διαφοράς. Μήπως θα έπρεπε, όμως, να αναρωτηθούμε αν η εν λόγω αρχή, δηλαδή το εκούσιο της υπαγωγής, αποστερεί από το θεσμό τη δυναμική που του αξίζει; Π.χ. στην Ιταλία καθίσταται υποχρεωτική η προσέλευση στη διαμεσολάβηση, τουλάχιστον για ορισμένου είδους διαφορές και θεωρώ πετυχημένο αυτό το μοντέλο.  Μήπως η προσέγγιση αυτή θα ήταν ορθότερο να ακολουθηθεί και στην Ελλάδα; Κατά μία άποψη, αυτό θα αποστερούσε τα μέρη από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του φυσικού δικαστή. Κατά άλλη άποψη, δεν θα επρόκειτο για «εξαναγκασμό» και στέρηση του φυσικού δικαστή, καθώς τα μέρη, όταν κάθονται στο τραπέζι για μία, όπως λέγεται, «υποβοηθούμενη» από τον διαμεσολαβητή διαπραγμάτευση, αυξάνουν αφενός την πιθανότητα λύσεων από τους ίδιους, αφετέρου όμως θα έχουν πάντα την ευχέρεια διακοπής της διαδικασίας και προσφυγής στα πολιτειακά δικαστήρια. Η εν λόγω δυνατότητα, κατά την γνώμη μου, καταρρίπτει το προβαλλόμενο επιχείρημα κατά της υποχρεωτικότηταςτης προσέλευσης σε διαμεσολάβηση

Εν συντομία, άλλες αρχές της διαμεσολάβησης είναι η αρχή της μη δεσμευτικότητας μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς, η αρχή του μη επικριτικού χαρακτήρα της διαμεσολάβησης, η αρχή της ουδετερότηταςκαι της αμεροληψίας του διαμεσολαβητή και η αρχή της ευελιξίαςτης διαδικασίας. Σημαντικό σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ο προσανατολισμός προς το μέλλον, προς την ανεύρεση λύσεων βάσει ικανοποίησης των συμφερόντων και αναγκών των εμπλεκομένων μερών.

Σ. Ποια είναι τα βασικότερα πλεονεκτήματα της διαδικασίας;

Μπ. Σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, η ταχύτητα και το κόστος. Μία διαμεσολάβηση ολοκληρώνεται συνήθως σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ειδικά στην Ελλάδα, που το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, αποδείχτηκε ένα από τα πιο χρονοβόρα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η επίλυση μίας διαφοράς σε σύντομο χρονικό διάστημα αποτελεί ασφαλώς σημαντικό επιχείρημα. Περαιτέρω, οι δικαστικοί αγώνες συνοδεύονται από συνήθως αρκετά μεγάλα έξοδα, ενώ στη διαδικασία της διαμεσολάβησης η δαπάνηείναι μειωμένη σε σχέση με αυτή μιας δικαστικής διαμάχης. Επιπλέον, αν σκεφτούμε ότι η αμοιβή των δικηγόρων πολλές φορές συνδέεται στην πράξη με το αποτέλεσμα, τότε διαπιστώνουμε ότι είναι θετικό ακόμα και για τους ίδιους η υπαγωγή της διαφοράς στη διαμεσολάβηση, όπου, καθώς το αποτέλεσμα ελέγχεται από τα ίδια τα μέρη, οι πιθανότητες επιτυχούς επίλυσης είναι αυξημένες. Για μέναασφαλώς το πλέον βασικό είναι ο έλεγχος της ουσίας της διαφοράς από τα ίδια τα μέρη. Η διαφορά των εμπλεκόμενων μερών δεν εκχωρείται σε τρίτο πρόσωπο, όπως τούτο γίνεται στα τακτικά δικαστήρια αλλά και την διαιτησία, αλλά ισχύει η ιδιωτική βούληση και διατηρείται ή και αποκαθίσταται η αυτονομία των μερών. Δηλαδή, στη διαμεσολάβηση τα μέρη είναι αποκλειστικά «αρμόδια» για την εξεύρεση μίας λύσης, με την υποστήριξη του διαμεσολαβητή.

Σ. Πείτε μας λίγα λόγια για την εφαρμογή της διαμεσολάβησης στις διασυνοριακές διαφορές.

Μπ. Καταρχήν, στο άρθρο 4 παρ. 1 εδαφ. α’ του ν. 3898/2010 ορίζεται πότε υφίσταται διασυνοριακή διαφορά. Ως επί το πλείστον, τέτοια διαφορά υπάρχει όταν τα εμπλεκόμενα μέρη (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) προέρχονται ή είναι εγκατεστημένα σε διαφορετικές χώρες. Η επίλυση αυτών των διαφορών με διαμεσολάβηση προσφέρει μία σημαντική ευκαιρία στα μέρη. Αν και η εφαρμογή της είναι ακόμα σχετικά περιορισμένη, εντούτοις θα έπρεπε να τύχει μεγαλύτερης εμβέλειας, καθώς η διασυνοριακή διαμεσολάβηση απορροφά τους κραδασμούς  και το φόβο για το «άγνωστο δίκαιο» και το άγνωστο δικαστικό σύστημα της χώρας του έτερου μέρους. Πέραν τούτου, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Αγγλία και στην Γερμανία, ο θεσμός της διαμεσολάβησης αποκτά όλο και μεγαλύτερη απήχηση, ιδίως στον επιχειρηματικό κόσμο. Όταν ένας διαμεσολαβητής καλείται να επιληφθεί μία διασυνοριακής διαφοράς είναι βεβαίως θετικό στοιχείο να γνωρίζει καλά τη γλώσσα και τον πολιτισμό των εμπλεκόμενων μερών, προκειμένου να είναι σε θέση να κατανοήσει καλύτερα τις συμπεριφορές τους, αλλά και να ξέρει πως ο ίδιος θα πρέπει να τα προσεγγίσει. Φερ ειπείν ο Οργανισμός Διαιτησίας  και Διαμεσολάβησης του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου (ΟΔΔΕΕ),που ιδρύθηκε στα τέλη του 2013 αποσκοπεί κυρίως στην υποστήριξη του επιχειρείν ιδίως στις διασυνοριακές διαφορές.

Σ. Πως μπορεί να γίνει κάποιος διαμεσολαβητής;

Μπ. Η μόνη οδός είναι να παρακολουθήσει κανείς ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης. Στην Ελλάδα λειτουργούν πέντε (5) Ινστιτούτα Κατάρτισης Διαμεσολαβητών (Αθήνα, Πειραία, Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Αλεξανδρούπολη). Ωστόσο, πέρα από την επιτυχή ολοκλήρωση ενός εκπαιδευτικούπρογράμματος, απαιτείται συνεχής επιμόρφωση (με σεμινάρια, προσωπική μελέτη, εξάσκηση σε προσομοιώσεις κ.α.). Δηλαδή, κρίνεται αναγκαία η θεωρητική, αλλά και η πρακτική (μετ)εκπαίδευση. Ένας «ευσυνείδητος» διαμεσολαβητής δεν σταματάει ποτέ να «επεξεργάζεται» τις προσωπικές του δεξιότητες, - και να τις εξασκεί όσο είναι δυνατόνστην καθημερινότητά του. Άλλωστε, η εκπαίδευσή του δεν είναι μόνο απαραίτητη στο ρόλο που του ανατίθεται κατά την διάρκεια μίας διαμεσολάβησης, αλλά τον βοηθά  και εν γένει, π.χ. στην δικηγορική του ιδιότητα, όταν είναι δικηγόρος στο επάγγελμα.

Σ. Ποιες είναι οι προοπτικές της διαμεσολάβησης στην Ελλάδα;

Μπ. Ενόψει του όγκου των εκκρεμουσών υποθέσεων στα Δικαστήρια, θα έλεγε κανείς ότι οι προοπτικές της θα έπρεπε να είναι πολύ καλές, αρκεί ο θεσμός να γίνει περαιτέρω γνωστός στους πολίτες και στις επιχειρήσεις. Έχουν εκπαιδευθεί περίπου 1.600 διαμεσολαβητές, οι οποίοι μπορούν να αποτελέσουν μία «κρίσιμη μάζα» για τη διάδοση της διαμεσολάβησης και γενικά μίας άλλης προσέγγισης για την επίλυση διαφορών. Πέρσι συστήθηκεγια την προώθηση του θεσμού ο Οργανισμός Προώθησης Εναλλακτικών Μεθόδων Επίλυσης Διαφορών (ΟΠΕΜΕΔ),στο οποίο έχουν ενωθεί 20 επαγγελματικοίκαι κοινωνικοί φορείς. Η εισαγωγή της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης σε κρίσιμους τομείς, όπως στα «κόκκινα δάνεια», και στις οικογενειακές διαφορές, θα μπορούσε να συμβάλλει τόσο στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, όσο και να επιφέρει, από πολλές απόψεις, μία ποιοτική αλλαγή στην επίλυση αυτών των διαφορών προς όφελος της κοινωνικής συνοχής. Τέλος, νομίζω ότι με την ήδη υπάρχουσα υποδομή, η διαμεσολάβηση μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο τόσο για τους επιχειρηματίες, όσο και για την κοινωνία εν γένει.

Σ. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να σας ευχαριστήσω εκ νέου κα Μπερναντέτ, αφενός για το χρόνο που μας διαθέσατε, αφετέρου για τις γνώσεις και τις πληροφορίες που παρείχατε, τόσο σε εμάς, όσο και στο αναγνωστικό μας κοινό.

Μπ. Σωκράτη, σας ευχαριστώ και εγώ θερμότατα.

Η Μπερναντέτ Παπαβασιλείου-Σρέκενμπεργκ γεννήθηκε στην πόλη Μπρίλον (Brilon) της Γερμανίας και ζει μόνιμα στην Αθήνα από το 1983. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου WestfälischeWilhelms-UniversitätMünster στη Γερμανία και είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών,  διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτριααπό το 2008 (CIArb, Υπουργείο Δικαιοσύνης, CCPIT/CCOIC), Συντονίστρια του Τμήματος Διαμεσολάβησης (ΟΔΔΕΕ) Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου και  εκπαιδεύτρια διαμεσολαβητών CentreforEffectiveDisputeResolution (CEDR). Το χειμερινό εξάμηνο 2015-16 ήταν Eισηγήτρια στο μάθημα «Διαιτησία & Διαμεσολάβηση» του ΠΜΣ «ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΔΙΟΙΚΗΣΗ» του Παντείου Πανεπιστημίου. 

 

 

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.