Το σύνταγμα ως κυβερνητικό εργαλείο.

*του Στέλιου Βούκουνα, προπτυχιακού φοιτητή Νομικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Ανέκαθεν η κυβερνητική πλειοψηφία αντιμετώπιζε το Σύνταγμα ως κυβερνητικό εργαλείο. Με την εκλογή της σχεδόν κάθε κυβέρνηση προχωρά στην εξαγγελία της ριζικής αναθεώρησης του Συντάγματος. Ας πάρουμε για παράδειγμα  τις δύο τελευταίες Κυβερνήσεις. Μόνο η Νέα Δημοκρατία που αποτελούσε τον βασικό κυβερνητικό πόλο της  συγκυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας-ΠΑΣΟΚ και –μέχρι τον Ιούνιο του 2014- ΔΗΜ.ΑΡ.  είχε παρουσιάσει 31 (!) θέσεις για μια ενδεχόμενη συνταγματική αναθεώρηση. Και η τωρινή κυβέρνηση ,όμως ,προχώρησε ανήμερα της 42ης επετείου αποκατάστασης του δημοκρατικού πολιτεύματος σε μια εκτενή πρόταση αναθεώρησης του συνταγματικού κειμένου καταμερίζοντας τις προτάσεις της σε πέντε άξονες. Μάλιστα η σημερινή Κυβέρνηση προβάλλει την αναθεώρηση του Συντάγματος ως μέσο εξόδου από την οικονομική κρίση. Αλήθεια, το Σύνταγμα φταίει για την κρίση;

Οι Κυβερνήσεις συνηθίζουν να βλέπουν το Σύνταγμα ως ένα όπλο που έχουν στη φαρέτρα τους κάθε φορά που η πολιτική του σε άλλους τομείς, ιδίως στον οικονομικό, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα. Αποτελεί ένα τρόπο αποπροσανατολισμού της κοινωνίας, ένα τρόπο οι πολίτες να ξεχάσουν τα καθημερινά τους προβλήματα. Αυτό όμως και δεν γίνεται, αλλά και δεν πρέπει να γίνεται. Δεν γίνεται ,διότι στην Ελλάδα του 2016 και των μυρίων προβλημάτων ο μέσος πολίτης ζητεί λύσεις σε όσα τον ταλαιπωρούν καθημερινά και ελάχιστα-κακώς- ενδιαφέρεται για ενδεχόμενες συνταγματικές αλλαγές. Και δεν πρέπει να γίνεται γιατί δεν είναι αυτός ο ρόλος του Συντάγματος. Στο συνταγματικό κείμενο αποτυπώνεται η οργάνωση και η λειτουργία της πολιτείας, η θεσμική οργάνωση του κράτους και καταγράφονται τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα του πολίτη. Δεν γίνεται να παίζουμε με το θεμελιώδη νόμο του Κράτους, να τον αντιμετωπίζουμε ως παιχνίδι. Σε μια συντεταγμένη πολιτεία, όπως η δική μας, οι Κυβερνήσεις έρχονται και φεύγουν, αλλά το Σύνταγμα παραμένει. Το Σύνταγμα δεν μπορεί να εξυπηρετεί πολιτικά αιτήματα της στιγμής, δεν μπορεί να εκφράζει τις πεποιθήσεις της εκάστοτε κυβέρνησης .  Τρανό παράδειγμα της τακτικής αυτής αποτελεί η ριζική αναθεώρηση των διατάξεων του Συντάγματος που ρυθμίζουν τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας που συντελέσθηκε με την αναθεώρηση του 1986. Ανεξαρτήτως αν κάποιος διαφωνεί με το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα που διαμορφώθηκε, είναι σαφές ότι η τότε Κυβέρνηση προχώρησε σε αυτές τις αλλαγές για να συγκεντρώσει περισσότερες εξουσίες στα χέρια της, αφαιρώντας της από τον Π.τ.Δ., αρμοδιότητες πολλές εκ των οποίων δεν ασκήθηκαν από το 1975 μέχρι το 1986. H  πολιτική σημασία του Συντάγματος  είναι να περιορίζει την εξουσία και να καθορίζει τα όρια ασφαλείας από τυχόν αυθαιρεσίες, όχι να προσαρμόζεται στις ανάγκες της.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος αν και δεν αποτελεί πανάκεια, είναι αναγκαία. Ορθώς, λοιπόν, άνοιξε η συζήτηση για μια ριζική συνταγματική αναθεώρηση ,αλλά με τη διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων που θα επιτρέψουν την πραγματοποίηση μιας ουσιαστικής συνταγματικής αναθεώρησης που θα βοηθήσει στην καλύτερη λειτουργία και τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Υπάρχουν άραγε αυτές οι προϋποθέσεις; Για να πραγματοποιηθεί μια ευρεία συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να υπάρχει πολιτική συναίνεση και επικοινωνία, πρέπει τα κόμματα να ‘’βάλουν πλάτη’’ και να κάνουν  τους αναγκαίους συμβιβασμούς για να μην υπάρξει μια ανούσια συνταγματική αναθεώρηση. Τα στοιχεία αυτά φαίνεται να απουσιάζουν τη δεδομένη χρονική στιγμή από το πολιτικό σκηνικό.

Η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια διαδικασία από την οποία αναδεικνύονται νικητές και ηττημένοι. Δεν πρέπει το σύνταγμα να αντιμετωπίζεται ως κυβερνητικό εργαλείο.  Δεν πρέπει να εξαγγέλλει η εκάστοτε κυβέρνηση ότι θα κινήσει μια αναθεωρητική διαδικασία μόνο και μόνο για να επωφεληθεί στρατηγικά. Το Συνταγματικό Δίκαιο, που ως κύριο αντικείμενο μελέτης του έχει το Σύνταγμα, είναι πολιτικό Δίκαιο, όπως θα έλεγε και ο Μοντεσκιέ, καθώς πέραν όλων των άλλων ρυθμίζει τις σχέσεις Κράτους και κοινωνίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να εργαλειοποιείται στα χέρια της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας. Στην Ελλάδα υπάρχει έλλειμμα συνταγματικής κουλτούρας και αν το πολιτικό σύστημα δεν την καλλιεργήσει, δεν πρόκειται να την αποκτήσουμε και ως κοινωνία.