9η ΜΑΙΟΥ – ΗΜΕΡΑ ΝΙΚΗΣ, ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Γεώργιος Ν. Γεωργόπουλος,

Υπ. Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρος

 

Η 9η Μαΐου έχει την ευτυχή συγκυρία να αποτελεί ημέρα επετείου δύο σπουδαίων γεγονότων του 20ου αιώνα με ιδιαίτερη φυσικά σημασία για τη γηραιά ήπειρο: το ένα ήταν ο de facto και de jure τερματισμός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με την άνευ όρων παράδοση των ναζιστικών δυνάμεων και το άλλο ήταν η εκφώνηση της περίφημης Διακήρυξης Σουμάν περί της ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, η οποία βαθμιαία θα οδηγούσε στη θεσμοθέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προφανώς δεν εμπίπτει ούτε κατ’ ελάχιστο στις φιλοδοξίες του παρόντος άρθρου να διεξάγει μάθημα ιστορίας ούτε φυσικά να εξαντλήσει τις πολυεπίπεδες πολιτικο-οικονομικο-δικαιϊκές διαστάσεις των γεγονότων αυτών. Αξίζει, ωστόσο, μια σταχυολόγηση ώστε να γίνουν αντιληπτοί οι συμβολισμοί και το αφήγημά τους στη σημερινή εποχή.

Τα ξημερώματα λοιπόν της 9ης Μαΐου 1945 στο προάστιο Κάρλσχορστ του Βερολίνου υπογράφεται το ομώνυμο σύμφωνο παρουσία ανωτάτης στρατιωτικής διοίκησης των συμμαχικών δυνάμεων και της ναζιστικής Γερμανίας με το οποίο η τελευταία συνθηκολόγησε άνευ όρων. Είχε προηγηθεί ο τερματισμός των στρατιωτικών επιχειρήσεων χάρη στις νικηφόρες επεμβάσεις των συμμαχικών δυνάμεων και κυρίως της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και η αυτοκτονία του Χίτλερ υπό το βάρος των εξελίξεων. Η ημέρα αυτή έχει επιλεγεί έκτοτε από πολλά κράτη ως ημέρα μνήμης για τους εκατομμύρια νεκρούς που έπεσαν κατά τη διάρκεια των έξι ετών του πολέμου αλλά και ως ημέρα εορτασμού της ειρήνης και της νίκης της ελευθερίας έναντι του πολέμου και των βασανιστηρίων της ναζιστικής θηριωδίας. Για το λόγο αυτό τόσο στη χώρα μας όσο και σε άλλες χώρες πραγματοποιούνται εκδηλώσεις μνήμης και εορτασμοί, με κορυφαίο παράδειγμα τους εορτασμούς στη Μόσχα για την ημέρα «Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» όπως αποκαλείται.

Λίγα χρόνια αργότερα την ίδια ακριβώς ημέρα, 9η Μαΐου 1950 εκφωνείται στο Παρίσι από τον Robert Schuman, υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας ένα μνημειώδες κείμενο συντεταγμένο μαζί με τον Jean Monnet το οποίο πρότεινε τη δημιουργία ενός υπερεθνικού οργανισμού, μια Ανωτάτης Αρχής για τη διαχείριση των κοιτασμάτων του Άνθρακα και Χάλυβα. Επί τη βάσει αυτής της Διακήρυξης Σουμάν οδήγησε λίγους μήνες αργότερα τον Απρίλιο του 1951 της υπογραφής στο Παρίσι της Συνθήκης δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα από τη Γαλλία και τη Δυτική Γερμανία αλλά και την Ιταλία και τις χώρες BENELUX. Στόχευση ήταν η μέσω της από κοινού διαχείρισης της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα εγκαθίδρυση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ των άλλοτε ορκισμένων αντιπάλων χωρών αλλά και όσων θα προσχωρούσαν στη νέα Κοινότητα. Αναμφίβολα όμως η ακόμη σπουδαιότερη στόχευση ήταν η σταδιακή δημιουργία μια ευρύτερης και βαθύτερης Κοινότητας μεταξύ χωρών που επί μακρόν τις χώριζαν αιματηρές διενέξεις («le ferment d’une communauté plus large et plus profonde entre des pays longtemps opposés par des divisions sanglantes»).

Εκ πρώτης όψεως τα δύο αυτά κεφαλαιώδη γεγονότα μοιάζουν ασύνδετα μεταξύ τους, αλλά μία προσεκτικότερη ανάγνωσή τους καταδεικνύει ότι σχετίζονται και για την ευρωπαϊκή ήπειρο είναι συμπληρωματικά. Κατ’ αρχάς θα λέγαμε ότι το πρώτο αποτέλεσε λογική προϋπόθεση για το δεύτερο, καθώς αν δεν είχε επιτευχθεί η ειρήνη (έστω και βαμμένη στο αίμα των πεσόντων από τους ευρωπαϊκούς λαούς) δε θα υπήρχε έδαφος για κατάρτιση μακροπρόθεσμων και μακρόπνοων οικονομικών συμφωνιών. Η ίδια η Διακήρυξη κάνει ρητή αναφορά στον προσφάτως τότε λήξαντα πόλεμο, τον οποίο μεταξύ άλλον αποδίδει στην αποτυχία επίτευξης της «Ευρώπης», αλλά και επιπλέον αντιλήφθηκε την ίδια την οικονομική διαχείριση του άνθρακα και του χάλυβα ως καταλυτικό μέσο για τη διατήρηση της ειρήνης και την μη εκ νέου επανάληψή του (οποιοσδήποτε πόλεμος μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας θα καταστεί όχι μόνο αδιανόητος αλλά και υλικά αδύνατος «non seulement impensable, mais matériellement impossible»). Ακόμη, αμφότερα τα γεγονότα αποτύπωσαν μια ξεκάθαρη πολιτική βούληση κατά των ολοκληρωτικών καθεστώτων του φασισμού και ναζισμού. Το πρώτο ως απότοκος πολεμικής σύρραξης με μεγαλύτερη σαφήνεια, το δεύτερο πιο έμμεσα διότι η οικονομική ενοποίηση και η συνακόλουθη άνοδος του βιωτικού επιπέδου θα επερχόταν μόνο σε ένα περιβάλλον ελευθερίας.

Άλλωστε, μπορεί συχνά να στοχοποιείται η Ένωση για το ότι μόνη της μέριμνα ήταν και είναι η δημιουργία της αγοράς και η εύνοια προς τις επιχειρήσεις, μια ματιά όμως στην εξηκονταετή διαδρομή της θα μας καταδείξει πολλά περισσότερα. Ας αναλογιστούμε τη διαδρομή από την ΕΚΑΧ του 1951 έως την σημερινή Ένωση των 28 με τις πλείστες αρμοδιότητες στο σύνολο σχεδόν της καλούμενης κυβερνητικής πολιτικής θα αντιληφθούμε εξ αρχής προοριζόταν για κάτι περισσότερο. Επιλέχθηκε απλώς ο δρόμος της σταδιακής ενοποίησης μέσω μεταφοράς αρμοδιοτήτων και ενίσχυσης θεσμικών διαδικασιών. Το αντίθετο σενάριο, ήτοι της συλλήβδην δημιουργίας ενός ομοσπονδιακού μοντέλου, υπό το ιστορικό πρίσμα της εποχής εκείνης θα ήταν φυσικά καταδικασμένο να αποτύχει. Σε δικαιϊκό επίπεδο, οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες και μετέπειτα η Ένωση είναι ό,τι πιο προωθημένο έχει επιδειχθεί στη διεθνή έννομη τάξη. Όλα αυτά όμως προϋπέθεταν και προϋποθέτουν καθεστώς δημοκρατίας, κράτους δικαίου και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (και συνακόλουθα αποκήρυξης του φασιστικού ολοκληρωτισμού). Οι έννοιες αυτές έχουν αποτυπωθεί έστω και καθυστερημένα στο κείμενο της Συνθήκης διαλύοντας της όποιες αμφιβολίες περί του αντιθέτου. Και ομολογουμένως, παρά τα πλείστα προβλήματα και ανεπάρκειες, κατάφερε η Ένωση να επιτύχει τη μακροβιότερη περίοδο ειρηνικής συνύπαρξης αλλά και να εξασφαλίσει ένα μίνιμουμ επιπέδου στου πολίτες της.

Από εκεί και πέρα χρήσιμο είναι να εξετάζουμε το «είναι» ώστε να δούμε εάν συμφωνεί με το «δέον» που εξασφάλισαν τα ανωτέρω γεγονότα της ημέρας αυτής. Δυστυχώς, στην τρέχουσα συγκυρία η σύγκριση αυτή δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική. Η ίδια η ειρήνη που αποτέλεσε το βασικό πρόταγμα είναι όχι μόνο εύθραυστη αλλά και ήδη θραυσθείσα. Διότι μπορεί τα κράτη-μέλη της Ένωσης να διαβιούν σε καθεστώς ειρήνης, αυτό όμως δεν εμπόδισε την πρόκληση δεκάδων πολεμικών συρράξεων σε πολλές περιοχές συχνά της ευρύτερης «γειτονιάς» ή και εμφυλίων συγκρούσεων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα φυσικά τον πόλεμο στη Συρία για τον οποίο δεν φαίνεται να επιδεικνύεται πραγματική διάθεση τερματισμού του. Η καταδίκη του φασισμού μοιάζει μάλλον να έχει ξεθωριάσει ή ακριβέστερα να έχει διατηρήσει περισσότερο διακηρυκτικό χαρακτήρα, αφού στα περισσότερα κράτη-μέλη έχουν εμφανιστεί κόμματα τα οποία με διάφορες παραλλαγές είναι υποστηρικτές αυτής της ιδεολογίας. Το ακόμη τραγικότερο του πράγματος είναι ότι έχουν ενισχυθεί εκλογικά αναδεικνυόμενα συχνά σε ρυθμιστές των πολιτικών εξελίξεων κι όλα αυτά σε χώρες που υπέφεραν πολλά κατά τη διάρκεια του ναζισμού.

Επιπλέον, οι δημοκρατικές αξίες μοιάζουν να μην τηρούνται ή έστω να τηρούνται κατ’ επίφαση, ενώ στην πραγματικότητα περιθωριοποιούνται τόσο σε επίπεδο εθνικών κυβερνήσεων των κρατών-μελών όσο και σε επίπεδο λήψης των αποφάσεων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Αιτία αυτού αποτελεί φυσικά η απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και των στόχων αυτής και ο εγκλωβισμός (αναγκαστικός ή κατά περίπτωση ηθελημένος) των θεσμικών φορέων στους μηχανισμού της. Τέλος, και η ίδια η ευημερία των λαών που ήταν το καύχημα της Ευρώπης (συχνά υπό προκλητική άγνοια των εξω-ευρωπαϊκών συνθηκών) μοιάζει να κατακρημνίζεται προς χάρη των πειραματισμών και επιμέρους συσχετισμών. Η τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια της μνημονιακής πραγματικότητας αποτελεί το πιο αδιάψευστο παράδειγμα.

Κατά συνέπεια και εν κατακλείδι, η κρισιμότητα των ημερών μας επιβάλλει να αναστοχαστούμε την μέχρι τώρα διαδρομή και τα λάθη της και να ενσκήψουμε με παρρησία και ειλικρινή διάθεση στην επίλυσή τους. Οι ευθύνες υπάρχουν και είναι συγκεκριμένες. Η 9η Μαΐου, οι κατακτήσεις της, οι συμβολισμοί και οι προκλήσεις της πρέπει να αποτελέσουν ζώσα ιστορία και αξίες άξιες περιφρούρησης. Το αντίθετο συνιστά προσβολή σε όλους εκείνους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, που τόλμησαν και οραματίστηκαν…