Αγωγή επιστροφής αρραβώνα στο διπλάσιο από προσύμφωνο με ιδιωτικό συμφωνητικό (υπ'αριθμ. 1050/2013 Απόφαση Ειρηνοδικείου Αθηνών)

Απόφαση 1050/2013 Ειρηνοδικείου Αθηνών

-> Δέχεται επιστροφή ποσού αλλά με διατάξεις 904 ΑΚ
-> Δέχεται θετική ζημία, ως έξοδα που υποβλήθηκε ο συμβαλλόμενος έχοντας πίστη στην ισχύ της σύμβασης
-> Απορρίπτει ηθική βλάβη.

Δες επίσης : 1650/2013 Ειρην.Αθηνών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 ΑΚ προκύπτει ότι αρραβώνας είναι η παρεπόμενη σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος δίνει στον άλλο συνήθως χρηματικό ποσό, με το σκοπό, αν δεν εκπληρωθεί η κύρια σύμβαση από αυτόν, που το έδωσε, να το κρατήσει ο λήπτης, ενώ, αν δεν εκπληρωθεί από το λήπτη, αυτός θα πρέπει να το αποδώσει. Ο αρραβώνας υπό την ισχύ της ελευθερίας των συμβάσεων μπορεί να έχει διάφορες σημασίες. Μπορεί να είναι απλώς «επιβεβαιωτικός», ο οποίος δίνεται σαν σύμβολο κατάρτισης της συμβάσεως, να δίνεται ως «επιτίμιο μεταμέλειας», για να χρησιμεύσει ως συνέπεια της υπαναχώρησης από την κύρια σύμβαση, εάν ο αρραβώνας δόθηκε κατά την κατάρτιση της, είτε για την αυτογνώμονα ματαίωση της κύριας σύμβασης, οπότε μπορεί να δίνεται και πριν την κατάρτιση της. Ακόμη, μπορεί να δίνεται αντί ποινικής ρήτρας, δηλαδή, ως πρόσθετη συμφωνία (ιδιωτικής) ποινής, για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της παροχής του οφειλέτη, οφειλόμενη σε ευθύνη του τελευταίου, έχοντας δηλαδή, τη σημασία προκαταβολής αποζημίωσης, οφειλόμενης για την υπαίτια ματαίωση της σύμβασης (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΕρμΑΚ, άρθρο 402, ελ. 403 επ). Κατά συνέπεια, ο αρραβώνας, κατά το παραπάνω άρθρο δίνεται για καταρτισμένη σύμβαση ή κατά τη σύναψη προσυμφώνου και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (ΑΠ 2123/1984 ΝοΒ 33,1169, ΕφΑθ 3885/2008 ΕλλΔνη 2008,1476, ΕφΘεσ 283/1994 Αρ 48,659). Ο νόμος δεν αποκλείει στα μέρη να συνάψουν αρραβώνα, η κατάπτωση του οποίου θα τελεί υπό την αίρεση της μη κατάρτισης της κύριας σύμβασης, της οποίας έχουν συμφωνηθεί οι όροι. Στην περίπτωση αυτή ο αρραβώνας ρυθμίζεται όχι από τις διατάξεις των άρθρων 402-403 ΑΚ, αλλά από την ιδιαίτερη συμφωνία των μερών (361 ΑΚ), σε συνδυασμό με τους κανόνες για τις αιρέσεις (άρθρο 201 ΑΚ) και για την ερμηνεία των συμβάσεων (άρθρα 173, 200 ΑΚ βλ. και ΑΠ 493/2010, Νόμος).

Εξάλλου, αν για την κύρια σύμβαση απαιτείται η τήρηση τύπου, ίδιος τύπος απαιτείται και για τη σύμβαση του αρραβώνα ως παρεπόμενη της πρώτης, αλλιώς ο αρραβώνας αυτός, που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί ο τύπος, που απαιτείται για την κύρια σύμβαση, αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ Διότι ανεξάρτητα του αν μια δικαιοπραξία χαρακτηριστεί ως προσύμβαση, ή κύρια σύμβαση, εφόσον έχει ως αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων, για να είναι ισχυρή πρέπει να περιβληθεί τον από τα άρθρα 369, 166 και 1033 ΑΚ απαιτούμενο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που, αν δεν τηρηθεί, έχει σαν συνέπεια την ακυρότητα και την μετέπειτα αναζήτηση του ποσού, που δόθηκε για αυτόν τον σκοπό. Ενώ, η ακυρότητα λόγω της έλλειψης του συστατικού τύπου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (ΕφΑθ 3885/2008 , ό.π, ΕφΑθ 1981/2007 , ΕφΑΔ 2009,1192, ΠΠρΡοδ 21/2006, Νόμος, ΕιρΑθ 2744/11 , αδημ.). Σε αμφιβολία, η δόση αρραβώνα θεωρείται ότι δόθηκε ως ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 166 ΑΚ προσύμφωνο, σύμφωνα με το οποίο τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, συνάγεται ότι αποτελεί ενοχική υποσχετική σύμβαση, προς κατάρτιση κύριας σύμβασης. Η σκοπούμενη σύμβαση επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου υποχρέωσης. Η εκπλήρωση της ενοχής και της κύριας σύμβασης εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος αποτελεί κύριο στοιχείο της εξ αυτού υποχρέωσης. Ωστόσο, αν το προσύμφωνο συνάφθηκε για εκπλήρωση κύριας σύμβασης, που υπόκειται σε συγκεκριμένο τύπο, στον ίδιο τύπο υπόκειται και το προσύμφωνο, το οποίο είναι διαφορετικά άκυρο. Προκειμένου δε για την πώληση ακινήτου, ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όχι με ιδιωτικό μη βεβαίας χρονολογίας, που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι μεταξύ τους (ΕφΠειρ 472/2011 ΕπισκΕΔ 2012,156). Εάν η σύμβαση είναι άκυρη οι εκατέρωθεν καταβολές αναζητούνται με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις προς σύναψη συμβάσεως, τα μέρη οφείλουν αμοιβαίως την από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη υπαγορευόμενη συμπεριφορά, ενώ εκείνος, που προκαλεί ζημία σε άλλον από τις διαπραγματεύσεις, για τη σύναψη συμβάσεως, έχει υποχρέωση να επανορθώσει τη ζημία, έστω και αν δεν καταρτίστηκε η σύμβαση.

Στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι οι διαπραγματεύσεις πρέπει να αφορούν τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως ενδοτικού δικαίου (ΕφΑθ 144/1970 ΕλλΔνη 2,28).

Η συμπεριφορά, την οποία διαγράφουν τα παραπάνω άρθρα ως αντιτιθέμενη στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, είναι εκείνη που παραβαίνει δύο τουλάχιστον κύριες υποχρεώσεις την υποχρέωση διαφωτίσεως και την υποχρέωση προστασίας. Η υποχρέωση δια-φωτίσεως αποσκοπεί στην διαφύλαξη της δικαιοπρακτικής ελευθερίας της βουλήσεως των συμβαλλομένων, δηλαδή, στον μη λόγω άγνοιας επηρεασμό της βουλήσεως αυτών, κατά τη σύναψη και διαμόρφωση του περιεχομένου της συμβάσεως. Έχει δε ως αντικείμενο την παροχή στον αντισυμβαλλόμενο πληροφοριών και διευκρινίσεων, σε σχέση προς το περιεχόμενο της συμβάσεως, και μάλιστα κυρίως τέτοιων, που είναι δυνατόν να ασκήσουν επιρροή επί της αποφάσεως του άλλου, να συνάψει ή να μη συνάψει σύμβαση. Η υποχρέωση πάλι προστασίας αντικείμενο έχει τη λήψη μέτρων, προς περιφρούρηση απολύτων εννόμων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου (Γεωργιάδη- Σταθόπουλου ΑΚ, έκδοση 1978, υπ’ άρθρα 197-198 ΑΚ, σελ. 320, II αρ. 2, παρ. 4, ΕφΑθ 2403/1962 ΝοΒ 12,101, ΕφΑθ 1669/1967 ΝοΒ 15,833, ΕιρΑθ 664/2004 , ΑρχΝ 2007,218). Η ευθύνη αυτή από τις διαπραγματεύσεις βαρύνει κατ αρχή μόνο τα μέρη, μεταξύ των οποίων σκοπείται να ισχύει η τυχόν υπό διαπραγμάτευση σύμβαση και όχι τρίτους (υπαλλήλους, αντιπροσώπους κ.λπ.). Ενώ, τέλος η παραπάνω ευθύνη δεν ταυτίζεται με την εξ αδικοπραξίας ευθύνη εκ του άρθρου 914 ΑΚ. Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος έγινε πλουσιότερος από την περιουσία άλλου, χωρίς νόμιμη αιτία, έχει την υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, συνάγονται και οι προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν, προκειμένου να αναζητήσει κάποιος, ότι έχασε εκ της περιουσίας του: Η επέλευση πλουτισμού στην περιουσία του λήπτη, δηλαδή επαύξηση ή μη μείωση της περιουσίας του, ο πλουτισμός να επέρχεται από την περιουσία άλλου ή με ζημία της περιουσίας του άλλου, να είναι τέλος αδικαιολόγητος, δηλαδή να έγινε χωρίς νόμιμη αιτία ή λόγω έλλειψης οποιασδήποτε έγκυρης αιτίας, που έχει ως γενεσιουργό λόγο το νόμο ή τη σύμβαση. Με την από........ και αριθ. κατ. ........αγωγή, που νόμιμα επαναφέρεται με κλήση, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 8.2.2011 εκθέτει η ενάγουσα ότι: Με την εναγόμενη προσυμφώνησαν, το 2008, την αγορά από την ίδια ενός διαμερίσματος, όπως αυτό αναγράφεται στην αγωγή, αντί τιμήματος 185.000,00 ευρώ, κατά τις ειδικότερες συμφωνίες τους. Η οριστική σύμβαση συμφώνησαν να συναφθεί μέχρι τις 31.3.2008. Η ίδια κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ως αρραβώνα, για την αγοραπωλησία, που θα γινόταν και συμφωνήθηκε ότι αν δεν συναπτόταν η κύρια σύμβαση, εξ υπαιτιότητάς της εναγομένης, τότε η τελευταία θα υποχρεωνόταν να της επιστρέψει στο διπλάσιο το δοθέν ποσό. Προς αυτό συνέταξαν και υπέγραψαν, στις 22.1.2008, ιδιωτικό συμφωνητικό, που περιέλαβαν τις επί μέρους συμφωνίες για την αγοραπωλησία και για το ποσό του αρραβώνα. Στη συνέχεια, η ίδια προέβη σε ενέργειες προς τήρηση των συμφωνηθέντων. Η εναγομένη, όμως, από υπαιτιότητα της, μετέστρεψε βούληση και επεδίωκε να λάβει μεγαλύτερο ποσό για την πώληση του παραπάνω διαμερίσματος, από ότι συμφώνησαν, και τελικώς της δήλωσε ότι δεν θα της πουλήσει το διαμέρισμα και θα της επέστρεφε το ποσό του αρραβώνα, που όμως δεν της επέστρεψε.

Εξαιτίας δε της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, προκλήθηκε ζημία στην ίδια 1025,50 ευρώ για αμοιβή δικηγόρου και έλεγχο τίτλων, όπως ειδικά αναφέρεται στην αγωγή.

Επιδιώκει, τέλος, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει το ποσό του αρραβώνα εις διπλούν, δηλαδή ποσό 6.000,00 ευρώ, εφόσον η ίδια ήταν υπαίτια της μη εκτέλεσης της σύμβασης, κύρια λόγω των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, άλλως να της καταβάλλει το ποσό των 3.000,00 ευρώ εξαιτίας του ότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, να της καταβάλλει ποσό 1.025,50 ευρώ, που αποτελεί θετική ζημία της, διότι προέβη σε αμοιβή του δικηγόρου της για έλεγχο τίτλων, όπως και ποσό 1.000,00 ευρώ για αποζημίωσή της λόγω ηθικής βλάβης εκ της αδικοπραξίας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί να της καταβάλλει το ποσό των 684,006 για τη δικαστική της δαπάνη εξαιτίας της άσκησης της αγωγής, όπως αναλύεται ειδικότερα η δαπάνη αυτή, κατά τον κατάλογο, που υπάρχει στην αγωγή και να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, που θα εκδοθεί. ....................

Εφόσον η σύμβαση πωλήσεως δεν συνάφθηκε, ενώ και το προσύμφωνο, μετά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, δεν συνάφθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά με ένα απλό ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων και συνεπώς είναι άκυρο (158, 159 ΑΚ), η επικουρική βάση, όμως, εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, των άρθρων 904 επ. ΑΚ σύμφωνα με την οποία επιδιώκει τη λήψη του ποσού των 3.000,006 που καταβλήθηκε είναι βάσιμη. Το αίτημα περί καταβολής του ποσού των 1.025,50 ευρώ, που αποτελεί θετική ζημία της ενάγουσας είναι επίσης βάσιμο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 198, 297, 299 ΑΚ, σύμφωνα με την κύρια βάση. Το αίτημα, όμως, περί καταβολής ποσού 1.000,00 ευρώ ως αποζημίωσή της, εξαιτίας αδικοπραξίας, παρίσταται ως αβάσιμο και απορριπτέο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα και στη μείζονα πρόταση. Η υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, δηλαδή, δεν αποτελεί άνευ άλλου και αδικοπραξία. Για να μπορεί να αποτελέσει αδικοπραξία θα έπρεπε η συμπεριφορά να παρίσταται ως άδικη και χωρίς το προκαταρκτικό στάδιο των διαπραγματεύσεων, που αναφέρει η ενάγουσα. Δεν αναφέρεται, όμως, κανένα γεγονός προς αυτό από την τελευταία. Το ότι η εναγομένη, παρά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, θέλησε να λάβει μεγαλύτερο ποσό για την πώληση του διαμερίσματος της, δεν αποτελεί άδικη πράξη, από μόνη της. Παρίσταται απλά ως αντίθετη με τα όσα ήδη είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι.

Περαιτέρω το αίτημα της επιδίκασης της δικαστικής δαπάνης σε σχέση με τον κατάλογο της αγωγής είναι βάσιμο κατά το νόμο, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 189, 190, 191, 193 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα περί νομιμοτόκου αυτής, που πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Τα δικαστικά έξοδα, δηλαδή, προκύπτουν ως παρακολούθημα απαίτησης, που επιδιώκεται δικαστικά. Αποτελούν, συνεπώς, διαδικαστικού χαρακτήρα αξίωση και όχι αξίωση αποζημίωσης, προβλεπόμενη από τον αστικό κώδικα. Εξ ου και δεν μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο μόνο για τα δικαστικά έξοδα, αλλά μόνο με προσβολή και της απόφασης που τα επιδίκασε και της κύριας προσβολής της υπόθεσης. Συνεπώς, επιδικάζονται κατά τους όρους του νόμου, κατά τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν. Ενώ τυχόν μη ικανοποίηση, εκ της δικαστικής δαπάνης, δεν παρέχει στον δικαιούμενο δικαίωμα έγερσης άλλης αγωγής ή αίτησης, μόνο για την δικαστική δαπάνη (ΕφΑθ 4027/1978 Αρμ 1979,21). Το αίτημα, τέλος προς κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής νόμιμα προβάλλεται, κατ’ άρθρα 907, 908 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να εξεταστεί και στην ουσία της η αγωγή για να αποδειχτεί και η κατ αυτή βασιμότητά της, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης της καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη χαρτοσήμου και τα υπέρ τρίτων ένσημα, ενώ προσκομίζεται και το δικαστικό ένσημο, που απαιτείται για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής. Η εναγόμενη, δέχεται μεν ότι έλαβε το ποσό των 3.000,00 ευρώ εκ μέρους της ενάγουσας, αρνείται όμως την αγωγή, προσβάλλοντας τα κονδύλια αυτής, προβάλλει αίτημα περί επιδείξεως εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά και προβάλλει τις ενστάσεις: 1) υπερημερίας δανειστή, διότι προσέφερε το ποσό των 3.000,00 στην ενάγουσα, αλλά η τελευταία αρνήθηκε να το λάβει απαιτώντας το διπλάσιο, συνεπώς δεν ευθύνεται πλέον σε απόδοση του, διότι το κατέβαλε προς το δικηγόρο της κ. Σκ., να το καταβάλλει στην ενάγουσα, αλλά ο τελευταίος το παρακράτησε, 2) ακυρότητας του από 22.1.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο δόθηκε και το ποσό των 3.000,00 ευρώ εκ μέρους της ενάγουσας, 3) μη διατήρησης του πλουτισμού, 4) αβασίμου του κονδυλίου της ηθικής βλάβης, 5) αβασίμου των κονδυλίων της δικαστικής δαπάνης, κατά τον κατάλογο, που περιλαμβάνεται στην αγωγή. Έτσι έχουσα η αίτηση επίδειξης των εγγράφων είναι νόμιμη, κατ’ άρθρα 450, 451 ΚΠολΔ, εφόσον εκ των εγγράφων, που κατέχει η ενάγουσα, η εναγομένη έχει έννομο συμφέρον στην χρήση τους εκ μέρους της, όσον αφορά την ανταπόδειξη και απόδειξη των ισχυρισμών της. Η γενική άρνηση της αγωγής, που προβάλλεται αόριστα είναι απορριπτέα, η άρνηση των επί μέρους κονδυλίων αυτής, όμως νόμιμα προβάλλεται, όπως και οι ενστάσεις, εκτός της πρώτης που είναι απορριπτέα. Διότι, το γεγονός της υποτιθέμενης υπερημερίας της ενάγουσας, να λάβει το ποσό των 3.000,00, της καταβολής στη συνέχεια του ποσού αυτού, εκ μέρους της εναγομένης, σε τρίτο πρόσωπο, μη συνδεόμενο με την ενάγουσα, αλλά προερχόμενο από τον δικό της κύκλο συνεργαζόμενων προσώπων, αλυσιτελώς προβάλλεται. Η ενάγουσα, δεν στερείται εξ αυτής της πράξεως της εναγομένης, στην οποία προέβη αυτοβούλως, το δικαίωμά της προς λήψη του παραπάνω ποσού, ούτε εκπλήρωσε με τον τρόπο αυτό την υποχρέωσή της έναντι της ενάγουσας η εναγομένη.

Ενώ θα πρέπει να τονιστεί ότι για να υπάρξει υπερημερία θα πρέπει να υπάρχει και πραγματική προσφορά της οφειλής, που δεν αναφέρει η εναγομένη, αν όντως υπήρξε. Η δε εξ αυτών 3η αποδεικνύεται ήδη και ως ουσία βάσιμη, οι λοιπές θα πρέπει να εξεταστούν και στην ουσία τους. Από τις διατάξεις των άρθρων 86, 87, 88 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η προσεπίκληση, που είναι διαδικαστική πράξη, με την οποία εξαιρετικά επεκτείνονται τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης έναντι τρίτων, επιτρέπεται περιοριστικά σε τρεις και μόνο περιπτώσεις (Ράμμος, Εγχ. Αστ. Δικον. Δ, 1978, παρ. 132, σελ. 308, Κεραμέας, Αστ. Δικον. Δ. 1986, παρ. 106, σελ. 274, ΕφΑθ 2464/1975 ΝοΒ 23,956), δηλαδή: α) Των ομοδίκων επί αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 86 ΚΠολΔ), β) του αληθινού κυρίου ή νομέα επί εμπράγματης αγωγής (άρθρο 87 ΚΠολΔ) και γ) του υπόχρεου προς αποζημίωση, σε περίπτωση ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη, δηλαδή του καλούμενου δικονομικού εγγυητή (άρθρο 88 ΚΠολΔ). Στην τελευταία αυτή περίπτωση επιτρέπεται, με την προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή, και σώρευση παρεμπίπτουσας αγωγής, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο τρίτο: 1) Όλου (ή μέρους) εκείνου, το οποίο, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατ αυτού (εναγομένου) κυρίας αγωγής, θα υποχρεωθεί αυτός, να καταβάλλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο, ή 2) αποζημίωσης, για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα. Η καταδίκη όμως του προσεπικαλούμενου εξαρτάται από την ήττα του προσεπικαλούντος κατά την κύρια δίκη και με τέτοια κατ ανάγκη αίρεση ασκείται και η κατά του υπόχρεου προσεπίκλησή του. Συνεπώς, η προσεπίκληση και η με αυτήν σωρρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης βασίζεται σε προϋφιστάμενη έννομη σχέση (από σύμβαση, από το νόμο ή και από αδικοπραξία) μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προσεπικαλούμενου, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δεύτερου, να αποζημιώσει τον πρώτο σε περίπτωση ήττας του κατά την κύρια δίκη (ΑΠ 690/1985 Δ 18,505, ΕφΑθ 11789/1989 ΑρχΝ 40,45, ΕφΑθ 10188/1986 ΕλλΔνη 28,833). Σύμφωνα, δηλαδή, με τις διατάξεις του άρθρου 88 ΚΠολΔ απαιτείται, να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μια η επίδικη της κύριας αγωγής, που συνδέει τα υποκείμενα της δίκης (ενάγοντα-εναγόμενο), και μια αυτή της παρεμπίπτουσας αγωγής, που συνδέει τα υποκείμενα αυτής της τελευταίας (παρεμπιπτόντως ενάγοντα- παρεμπιπτόντως εναγόμενο). Έτσι αν η έννομη σχέση είναι μόνο μια και ο ενάγων αμφιβάλλει, για λόγους πραγματικούς ή νομικούς, ως προς το πρόσωπο του οφειλέτη ή αν οι επικαλούμενες έννομες σχέσεις στηρίζονται σε αντίθετα περιστατικά ή σε αντίθετη ερμηνεία του νόμου, έτσι ώστε η παραδοχή της μιας έννομης σχέσης, να αποκλείει την άλλη, οπότε και στην περίπτωση αυτή μια έννομη σχέση υπάρχει, προσεπίκληση δεν επιτρέπεται, ούτε διαζευκτική εναγωγή (ΕφΑθ 3321/2005 ΕλλΔνη 2006,288, 3742/2004 ΕλλΔνη 2005,578, 2775/2003 ΕλλΔνη 2004,899). Στις περιπτώσεις αυτές αν υπάρχει ευθύνη τρίτου, η ευθύνη αυτή στηρίζεται σε αυτοτελή αίτια και δεν είναι εξαρτημένη από την τύχη της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, όπως απαιτεί το άρθρο 88 ΚΠολΔ. Το δικαίωμα του προσεπικαλούντα, να ζητήσει αποζημίωση, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, από τον προσεπικληθέντα, μπορεί μεν να απορρέει από οποιαδήποτε σχέση με αυτόν τον τελευταίο, η οποία όμως σχέση πρέπει, να αναφέρεται στο κατά την κύρια δίκη διαφιλονικούμενο αντικείμενο και εξαιτίας της οποίας το δικαίωμα αυτό να εξαρτάται από την έκβαση της κύριας δίκης. Κατ αυτά η β έννομη σχέση, που συνδέει τους παρεμπιπτόντως διαδίκους, θα πρέπει να εξαρτάται από την πρώτη έννομη σχέση, της κύριας δίκης, υπό την έννοια ότι, μόνο αν ο προσεπικαλέσας ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη), αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως βάσει της δεύτερης, κατά του προσεπικαλούμενου (ΑΠ 1202/1994 ΕλλΔνη 1996,143). Θα πρέπει, δηλαδή, η δεύτερη έννομη σχέση να εξαρτάται και να αναφέρεται στο διαφιλονικούμενο στην κύρια δίκη αντικείμενο και να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του προσεπικαλέσαντα σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη (ΑΠ 1188/2007, 1430/2007, 1243/2006, Νόμος, 1202/1994 ό.π., ΕφΑθ 3742/2004 ΕλλΔνη 2005,578, 2775/2003, ό.π., 9165/2002 ΕλλΔνη 2004,592, 4803/1996 ΕλλΔνη 97,1879, ΕφΘεσ 3337/2004 Νόμος, ΕφΠατρ 156/2002 Νόμος, ΕφΔωδ 171/1998 ΑρχΝ 1999,253, ΜΠρΑθ 1389/2008 Νόμος, ΠΠρΘεσ 37236/2007 Νόμος, ΕιρΕλευσ 12/2006 ΑρχΝ 2007,768). Η προσεπίκληση προϋποθέτει αντικειμενική συνάφεια της μεταξύ των διαδίκων της κύριας αγωγής ουσιαστικής έννομης σχέσης και αυτής των διαδίκων της προσεπικλήσεως, που πρέπει να είναι εξαρτημένη από την κύρια δίκη. Συνεπώς, αν ο προσεπικαλούμενος προσεπικαλείται, σε εκκρεμή δίκη, ως δικονομικός εγγυητής του εναγομένου και το δικαίωμα του προσεπικαλούντα εναγομένου, βάσει του οποίου χωρεί η προσεπίκληση, δεν συνιστά δικαίωμα αποζημιώσεως με βάση την κύρια δίκη, αλλά αποτελεί αξίωση είτε προς εκπλήρωση συμβατικής ενοχής, είτε λόγω αδικοπραξίας, που υφίσταται κατά νόμο, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της κύριας δίκης, τότε δεν στοιχειοθετείται, κατά το νόμο, η έννομη σχέση της δικονομικής εγγύησης. Η υποχρέωση δηλαδή του προσεπικληθέντα σε αποζημίωση του προσεπικαλέσαντα, εφόσον δεν τελεί υπό την αίρεση της έκβασης της δίκης, και συγκεκριμένα της ήττας του προσεπικαλούμενου, αλλά αποτελεί κύρια υποχρέωση, που δεν συναρτάται με την έκβαση της δίκης, καθιστά απαράδεκτη την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 1202/1994 ό.π., ΕφΑθ 775/2003 ΕλλΔνη 2004,899, ΕφΑθ 4803/1996 , ΕιρΕλευσ 12/2006, ό.π). Ο ισχυρισμός τέλος εκ μέρους του εναγομένου/προσεπικαλέσαντα, ότι υπαίτιος, έναντι του ενάγοντα της κύριας δίκης, είναι ο προσεπικληθείς και όχι ο ίδιος, καθιστά επίσης την προσεπίκληση νομικά αβάσιμη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως και την ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, για το λόγο, ότι φανερώνει ανυπαρξία της έννομης δικονομικής σχέσης εγγυήσεως (ΑΠ 7/1974 ΝοΒ 22,751, 690/1985, ό.π., ΕφΑθ 78/1990 ΑρχΝ 42,443).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 68, 81, 88, 89, 277 αρ. 4 και 325 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικονομικός εγγυητής, που προσεπικλήθηκε από τον εναγόμενο και ενάγεται από αυτόν, για να τον αποζημιώσει, στην περίπτωση που θα γίνει δεκτή η κύρια αγωγή, δεν γίνεται διάδικος στην κύρια δίκη, αν δε προσέρχεται ή προσέρχεται και χωρίς να παρέμβει περιορίζεται στην απόκρουση της προσεπίκλησης και στη άρνηση της υποχρέωσης του για αποζημίωση (ΑΠ 165/2004, Νόμος). Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα της κύριας αγωγής άσκησε την από 29.1.2010 και αρ. κατ. 878/10 προσεπίκληση, κατά του προσεπικαλούμενου δικηγόρου, καλώντας αυτόν να παρέμβει στην κύρια δίκη, η οποία και νόμιμα επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 1.11.2011 και αρ. κατ. 12089/11 κλήση, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της κατά τη διάσιμο της 8.2.2011. Με την προσεπίκληση ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του προσεπικαλούμενου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι: Με το από 22.1.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφώνησε με την ενάγουσα της κύριας αγωγής, να πουλήσει και μεταβιβάσει στην παραπάνω ένα διαμέρισμα, όπως αυτό περιλαμβάνεται στην προσεπίκληση και την με αυτή ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή. Στις αρχές Φεβρουαρίου 2008, λύθηκε η μεταξύ τους συμφωνία και έπρεπε να της επιστρέψει το ποσό των 3.000,00 ευρώ, που είχε λάβει ως προκαταβολή. Η ενάγουσα αρνήθηκε να λάβει το ποσό, επιδιώκοντας να λάβει το διπλάσιο αυτού. Ο καθου η προσεπίκληση, που ήταν δικηγόρος της, της ζήτησε να δώσει του ιδίου το ποσό των 3.000,00 ευρώ προκειμένου να το παραδώσει στην ενάγουσα, μέσω της δικηγόρου της. Αλλά δεν το παρέδωσε και το παρακράτησε. Το γεγονός, αντιλήφθηκε η ίδια, όταν έλαβε την αγωγή εκ μέρους της ενάγουσας. Όταν τον ρώτησε της είπε να μη ανησυχεί και το θέμα θα λυθεί. Στη συνέχεια, δεν μπορούσε να τον βρει και αναγκάστηκε να καταφύγει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΔΣΑ, διότι ο παραπάνω υπεξαίρεσε το ποσό. Επιδιώκει, τέλος, να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να της καταβάλλει 1) ποσό 3.000,00 ευρώ, 2) ποσό 1.000,00 ευρώ, που επιδιώκει η ενάγουσα από την ίδια για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, διότι δεν θα ζητούσε το παραπάνω ποσό, αν δεν είχε παρεμβληθεί η δική του παράνομη συμπεριφορά. Έτσι, έχουσα, όμως, η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, δηλαδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, προέβη σε αδικοπραξία, παρακρατώντας το ποσό των 3.000,00 ευρώ, που του κατέβαλε η παραπάνω. Η αδικοπραξία αυτή, όμως, του παρεμπιπτόντως εναγομένου, είναι «αυτοτελής» και μη συνδεόμενη με την κύρια υπόθεση, σε σχέση άμεσης εξάρτησης από εκείνη. Το γεγονός, ότι δεν συνδέεται, προκύπτει εκ του ότι σε κάθε περίπτωση ο τελευταίος είναι υπόχρεος να επιστρέψει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό αυτό το οποίο και δεν δικαιούται να παρακρατήσει είτε η τελευταία καταδικαστεί σε αποζημίωση, κατά την κύρια δίκη, είτε όχι. Διότι, δεν έχει εκ του νόμου δικαίωμα να παρακρατήσει το παραπάνω ποσό. Τα γεγονότα, με βάση τα οποία πρέπει να αποδώσει το ποσό, είναι άσχετα με την περίπτωση ήττας της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και άσχετα με τα γεγονότα και τις παραδοχές της κύριας δίκης. Η παρεμπιπτόντως ενάγουσα μπορεί, να ασκήσει εναντίον του για τον παραπάνω λόγο απευθείας κύρια αγωγή προς απόδοση του ποσού. Από την κατάθεση των μαρτύρων των διαδίκων, την υπ’ αρ. 2208/2009 ένορκη βεβαίωση, η οποία έγινε στις 4.3.2009 στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ενώ η ενάγουσα είχε νομίμως γνωστοποιήσει στην εναγομένη την εξέταση του μάρτυρα, όπως προκύπτει από τη με αρ. 3167Β/26.2.2009, της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ.Α.Χ., όλα τα έγγραφα, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τους ισχυρισμούς και τις ομολογίες των διαδίκων, που περιέχονται στις προτάσεις τους και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, τα εξής: Η ενάγουσα στις αρχές Ιανουαρίου 2008, διάβασε μια αγγελία την εφημερίδα, για ένα διαμέρισμα, στον Ά. Αττικής, στα σύνορα με Ά., εμβαδού 75 τ.μ., στον 5° όροφο πολυκατοικίας, επί της οδού ... αρ. ... Μετέβη στο διαμέρισμα, το οποίο είδε και της άρεσε και μετά από συζητήσεις με την εναγομένη, της είπε ότι το συνολικό ύψος του ποσού, που μπορούσε, να καταβάλλει ανερχόταν στα 180.000,00 ευρώ. Η εναγομένη την διαβεβαίωσε, ότι εφόσον αναλάβει την υποχρέωση, να της καταβάλλει το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος σε μετρητά, μπορούσαν να προχωρήσουν άμεσα στην αγοραπωλησία και να ολοκληρωθεί αυτή, μέχρι τις 31.3.2008. Μετά από αυτά η ενάγουσα έδωσε εντολή στην δικηγόρο της κ. Α.Χ., να ελέγξει τους τίτλους ιδιοκτησίας του παραπάνω διαμερίσματος, για τυχόν διεκδικήσεις και να λάβει αντίγραφα βαρών. Ο έλεγχος έγινε, το ακίνητο βρέθηκε βεβαρημένο με μια υποθήκη υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ύψους 24.000,00 ευρώ, και η δικηγόρος της ζήτησε ως αμοιβή το ποσό των 1.000,00 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 7.4.2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που προσκομίζει η ενάγουσα. Παράλληλα, η ενάγουσα κατέβαλε και το ποσό των 25,50 ευρώ για 5 πιστοποιητικά, που παρήγγειλε και εκδόθηκαν, όπως προκύπτει από την υπ’ αρ. 0357/12.02.08 απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Τελικά, επειδή η εναγομένη πίεζε για μεγαλύτερο τίμημα, οι διάδικοι συμφώνησαν στα 185.000,00 ευρώ και η δικηγόρος της ενάγουσας υπέβαλε προς έγκριση στον δικηγόρο της εναγομένης κ. Σ., στις 18.1.2008, σχέδιο, προς πιστοποίηση των συμφωνηθέντων, για υπογραφή από τους διαδίκους. Το σχέδιο εγκρίθηκε τελικά και οι διάδικοι το υπέγραψαν, στις 22.1.2008. Η ενάγουσα κατέβαλε τότε, κατά την υπογραφή του, το ποσό των 3.000,006. Το ποσό αυτό θα αφαιρείτο από το συνολικό ποσό του τιμήματος, όπως θα αφαιρείτο και το ποσό των 24.000,00 ευρώ της υποθήκης. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι σε περίπτωση που η εναγομένη υπαναχωρούσε από τη σύμβαση θα έπρεπε να αποδώσει στο διπλάσιο το παραπάνω ποσό, ενώ σε περίπτωση που υπαναχωρούσε η ενάγουσα, θα παρακρατείτο από την εναγομένη το ποσό. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου και ενώ η ενάγουσα είχε ήδη πουλήσει το δικό της διαμέρισμα στις 7.2.2008 και είχε υποβάλλει τα έγγραφα για την δανειοδότηση της για την αγορά κατοικίας, είδε, ότι η αγγελία για το διαμέρισμα της εναγομένης, που είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει, συνέχιζε ακόμη να είναι σε αγγελία στην εφημερίδα. Μετέβη στην εναγομένη, η οποία επικαλέστηκε διάφορους λόγους για το παραπάνω. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν μέχρι τις 11.3.2008, που η ενάγουσα απέστειλε εξώδικη δήλωση- πρόσκληση στην εναγομένη να δηλώσει τη συναίνεσή της στην υπογραφή της οριστικής σύμβασης, άλλως να της επιστρέψει το ποσό των 3.000,00 ευρώ, εντός 24 ωρών, αλλά η εναγομένη δεν έπραξε τίποτε. Η ενάγουσα αναγκάστηκε τελικώς να αγοράσει άλλο σπίτι, αφού είχε πουλήσει το δικό της, γεγονός, που προκύπτει από το υπ’ αρ. 4637/15.05.2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμ/φου Αθηνών Ο.Π.Σ. Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας δεν επακολούθησε, τα προσυμφωνηθέντα έγιναν, με ένα απλό ιδιωτικό συμφωνητικό, που επίσης είναι άκυρο, ως υπαγόμενο στον ίδιο τύπο με την κύρια σύμβαση, και η εναγομένη είναι υπόχρεη αφενός να επιστρέψει το ποσό των 3.000,00 ευρώ στην ενάγουσα, η οποία το έδωσε για αιτία μη επακολουθήσασα, αφετέρου να της καταβάλλει το ποσό των 1.025,50 ευρώ, που αποτελεί θετική ζημία της ενάγουσας, στην οποία προέβη εξαιτίας των διαπραγματεύσεων. Επειδή, πείστηκε ότι η εναγομένη θα της πουλούσε το σπίτι. Η θετική αυτή ζημία προέκυψε ως απότοκος της παραπλανητικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Η ένσταση της εναγομένης ότι όσον αφορά το ποσό των 3.000,00 ευρώ δεν σώζεται ο πλουτισμός της, διότι το ποσό αυτό κατέβαλε στον δικηγόρο της κ. Σ., που της το παρακράτησε, αλυσιτελώς προβάλλεται. Διότι, η εναγομένη έχει αυτοτελή αξίωση να λάβει το ποσό αυτό από τον παραπάνω δικηγόρο, αν οι ισχυρισμοί της ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και η καταβολή του παραπάνω ποσού δεν αποσβένει την υποχρέωσή της έναντι της ενάγουσας. Ούτε δηλώνει, ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται. Συνεπώς, η εναγομένη είναι υπόχρεη, να καταβάλλει στην ενάγουσα αφενός το ποσό των 3.000,00 ευρώ, που η τελευταία κατέβαλε για αιτία μη επακολουθήσασα, αφετέρου το ποσό της θετικής της ζημίας, που ανέρχεται στο ποσό των 1.025,50 ευρώ και συνολικά (3.000,00 ευρώ + 1/25,50 ευρώ) το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων είκοσι πέντε ευρώ και 50 λεπτών (4.025,50 ευρώ).

Όσον τέλος αφορά το ποσό της δικαστικής δαπάνης το οποίο επιδιώκει η ενάγουσα, με βάση τον αναφερόμενο στην αγωγή της κατάλογο, πρέπει να αναφερθεί ότι: Σύμφωνα με τον κώδικα περί δικηγόρων, στην αμοιβή του δικηγόρου περιλαμβάνονται αφενός η αμοιβή του για τη σύνταξη της αγωγής, όπως και των προτάσεων, αφετέρου και τα έξοδα, στα οποία προέβη προς εκτέλεση της εντολής, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον κώδικα περί δικηγόρων. Η ενάγουσα αναφέρει ότι εκτός από την αμοιβή του δικηγόρου της, που ανέρχεται στα 500,00 ευρώ, η δικαστική της δαπάνη, για την προκείμενη αμοιβή ανήλθε και σε 14,00 ευρώ για δακτυλογράφηση της αγωγής, 30,00 ευρώ για σύνταξη έκθεσης κατάθεσης αγωγής, 30,00 ευρώ για αμοιβή δικαστικού επιμελητή, για την επίδοση της αγωγής, 80,00 ευρώ ως δικαστικό ένσημο για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής. Ωστόσο, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό προς αυτά. Αν δε, τα παραπάνω έξοδα, που αναφέρει, η ενάγουσα δεν περιλαμβάνονται μέσα στην αμοιβή του δικηγόρου της, τότε για ποιόν λόγο κατέβαλε για την παράσταση στο Ειρηνοδικείο, το επιπλέον ποσό σε αυτόν, εφόσον τα κατώτατα όρια της αμοιβής του παραπάνω για σύνταξη αγωγής και προτάσεων στο Ειρηνοδικείο, για το ποσό των 5.025,50 ευρώ είναι πολύ χαμηλότερα, Ενώ, ούτε η συμφωνία αυτή με τον δικηγόρο της αποδεικνύεται, αφού η ενάγουσα δεν προσκομίζει απόδειξη καταβολής του παραπάνω ποσού στο δικηγόρο, ούτε κάποια άλλη απόδειξη, που να αφορά τις αναγραφόμενες στην αγωγή δαπάνες. Το ότι η ενάγουσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο καθιστά τον κατάλογο μη αποδεικνυόμενο στην ουσία του. Αυτό έχει ως συνέπεια να ισχύσουν τα γενικώς οριζόμενα ποσοστά αμοιβής και εξόδων στην προκείμενη περίπτωση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, απορριπτόμενων όσων κρίθηκαν απορριπτέα, θα πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, γενομένων δεκτών και των ενστάσεων της εναγομένης, που αφορούν τα κονδύλια αυτής, αφού αποδείχτηκε και η μερική βασιμότητά της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.025,50 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή, εφόσον η ενάγουσα επείγεται σε προσωρινή μερική απόλαυση του παραπάνω ποσού, που κατέβαλε ήδη από τις αρχές του 2008, να καταδικαστεί η εναγομένη στα 3/4 της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας κατά το λόγο της νίκης και ήττας, ενώ η δικαστική δαπάνη της προσεπίκλησης και της ενωμένης με αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής συμψηφίζεται εν όλω κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;