Αλλάζουμε όσα είναι στο χέρι μας

*Γράφει η Ντιάνα Κατσάρεβιτς, Δικηγόρος Κοζάνης

Από τη μία, γνωρίζουμε, υποτίθεται, τα αίτια που οδήγησαν το δικηγορικό επάγγελμα στο σημερινό τέλμα, από την άλλη, όμως, σήμερα ακόμη εισάγονται στις Νομικές Σχολές της χώρας πολλοί περισσότεροι επιτυχόντες από ότι μπορούν ποτέ να απορροφηθούν από την αγορά εργασίας. Η δε μάχιμη δικηγορία, την οποία πρόκειται να ακολουθήσει η πλειοψηφία των αποφοίτων, είναι ένα ήδη προ πολλού κορεσμένο και ξεπεσμένο επάγγελμα.

Σε εποχές στις οποίες, για μια τρομακτική πλειοψηφία των αποφοίτων Νομικής, δεν υπάρχει κανένα αξιοπρεπές αντίκρισμα στο πτυχίο τους, είναι αδιανόητο να συνεχίζεται ακόμη η εγκληματική φάρσα της εισαγωγής μεγάλου αριθμού φοιτητών στη σχολή αυτή. Αν αυτό δεν αλλάξει άμεσα, οι συνέπειες θα είναι όλο και χειρότερες. Εντωμεταξύ, οι σχετικά νέοι δικηγόροι έχουν περιέλθει σε απόγνωση για έναν επιπλέον λόγο: για το ότι σήμερα ίσως να βιοπορίζονταν από το επάγγελμά τους, εάν δεν επέλεγαν τη Νομική (συχνά μετά από προτροπές και πιέσεις τρίτων), πιστεύοντας ότι έτσι η επαγγελματική αποκατάσταση θα ήταν εξασφαλισμένη(!).

Στα χρόνια που οι παλαιότεροι αποφοιτούσαν από τη Νομική, βέβαια, είχαν να αντιμετωπίσουν ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο όσον αφορά στον αριθμό των εγγεγραμμένων δικηγόρων στους Δικηγορικούς Συλλόγους και στον ανταγωνισμό μεταξύ τους. Έτσι, εισάγονταν πολύ λίγοι φοιτητές κάθε χρόνο, οι απόφοιτοι που ορκίζονταν δικηγόροι μπορούσαν, όχι μόνο να βιοποριστούν από το επάγγελμα, αλλά και αρκετοί απ' αυτούς να αποκτήσουν μεγάλη οικονομική άνεση, ενώ γενικά η δικηγορία τούς πρόσφερε το κύρος και την κοινωνική καταξίωση που αντιστοιχούσε στο λειτούργημά τους. Ήταν λοιπόν κάτι, για το οποίο οι περισσότεροι απ' αυτούς δεν μετάνιωσαν μόλις έφτασε η ώρα να ασκήσουν το επάγγελμα, αφού, φυσικά, δεν αιφνιδιάστηκαν βιώνοντας διαφορετικές από τις ανθηρές συνθήκες που ανέμεναν.

Πέρα από τα δυσμενή αποτελέσματα του φαινομένου της υπερπληθώρας δικηγόρων, αργότερα ήρθε να προστεθεί στο όλο σκηνικό σαν ταφόπλακα και η οικονομική κρίση, μαζί με τις κάθε λογής συνέπειές της. Είναι γεγονός ότι οι δύο αυτές καταστάσεις πρόλαβαν να πλήξουν και πολλούς από τους μεγαλύτερους σε ηλικία ενεργούς δικηγόρους. Οι τελευταίοι, όμως, ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει την «εποχή των ισχνών αγελάδων», ώστε να γυρίσουν την πλάτη στις νομικές σπουδές όταν αποφοιτούσαν από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Αντίθετα, πριν καν εμφανιστεί η μάστιγα της οικονομικής κρίσης, εδώ και κάμποσα χρόνια, οι συνθήκες για αρκετούς δικηγόρους είναι από μη ευνοϊκές έως τραγικές, αφού η δικηγορική ύλη κατακερματίζεται και δεν επαρκεί για τον υπερπληθυσμό τους. Παρόλα αυτά, πολλοί υποψήφιοι συνεχίζουν να εισάγονται στη Νομική, αφού αγνοούν τη δυσμένεια που επικρατεί στο δικηγορικό επάγγελμα. Έτσι, το λυπηρό είναι ότι η επιλογή των περισσοτέρων είναι λανθασμένη ήδη εξ αρχής· ούτε καν εκ του αποτελέσματος!

Η επαγγελματική δυσπραγία, η οικονομική εξάρτηση από τυχόν συγγενικά πρόσωπα, το έντονο αίσθημα ματαίωσης, η προσωπική απογοήτευση κ.ά. που συνήθως αντιμετωπίζουν οι νέοι δικηγόροι, δεν θα ήταν τόσο συχνό φαινόμενα, εάν μειωνόταν ο αριθμός εισακτέων από το Υπουργείο Παιδείας, ώστε πλέον να μην εισάγεται περισσότεροι φοιτητές από ότι είναι αναγκαίο (ενδεικτικά 100 ή και λιγότεροι σε κάθε Νομική Σχολή).

Με αυτά κατά νου, ας πιέσουμε για τα δίκαια αιτήματά μας, προβάλλοντας τις θέσεις μας, με στόχο να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα, τουλάχιστον αυτά που είναι στο χέρι μας.