Ανάκληση επιταγής, της Ντένιας Μπιρμπίλη

ΓΕΝΙΚΑ 

Ως γνωστόν, η επιταγή αποτελεί το σημαντικότερο και πλέον καθιερωμένο στην καθημερινή συναλλακτική πρακτική μέσο αναπλήρωσης πληρωμής. Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις, όπου η αιτία έκδοσης της επιταγής εκλείπει, όπως στην περίπτωση εμπορικής συναλλαγής κατά την οποίαν ο πωλητής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του αγοραστή, ή επέρχεται απώλεια του σώματος της επιταγής, οπότε ο εκδότης της μπορεί να βρεθεί ανεπανόρθωτα εκτεθειμένος και να κινδυνεύσει να καταβάλλει αχρεωστήτως το ποσό που αντιστοιχεί σε αυτήν.

Στις περιπτώσεις αυτές, η μόνη άμυνα που απομένει στον εκδότη της επιταγής είναι να προβεί σε αίτηση ανάκλησης της πληρωμής της στην πληρώτρια Τράπεζα. Δεδομένης όμως της αβεβαιότητας που θα μπορούσε να προκαλέσει στις συναλλαγές η εφαρμογή της πρακτικής αυτής αδιακρίτως, ο νόμος την εξαρτά από αυστηρές προϋποθέσεις.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 32 του Νόμου 5960/1933 αναγράφεται :

  • 1:“Η ανάκλησις της επιταγής ισχύει μόνον μετά την έκπνευσιν της προθεσμίας εμφανίσεως.
  • 2: Ελλείψει ανακλήσεως ο πληρωτής δύναται να πληρώση και μετά την έκπνευσιν τηε προθεσμίας εμφανίσεως”[1].

Η ανάκληση της επιταγής, όπως αυτή ορίζεται στο παραπάνω άρθρο, ισχύει μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας εμφανίσεώς της, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του ίδιου νόμου είναι οκτώ ημέρες, προκειμένου για επιταγή που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα, και αρχίζει από την αναγραφόμενη επί της επιταγής ημερομηνία έκδοσής της, δηλαδή από την επομένη της χρονολογίας αυτής.

Από τη διάταξη αυτή, που περιέχει κανόνα δημοσίας τάξης και καθιερώνει το σύστημα της σχετικής αδυναμίας ανάκλησης της επιταγής, προκύπτει, ότι ο εκδότης της επιταγής δεν έχει δικαίωμα να την ανακαλέσει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας εμφάνισής της προς πληρωμή και επομένως η ανάκλησή της είναι ισχυρή μόνον όταν γίνει μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής.

Είναι δυνατό, βέβαια, να γίνει αυτή και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την εμφάνισή της προς πληρωμή, ισχύει όμως μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής. Συνεπώς, σε περίπτωση που ακολουθήσει εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής στον πληρωτή, η ανάκληση αυτή θα αποβεί ανίσχυρη και θα ισοδυναμεί με έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 Ν. 5960/1933).

Ωστόσο, ο πληρωτής της επιταγής δεν υποχρεούται έναντι του κομιστή σε πληρωμή ούτε πριν, ούτε μετά την ανάκληση, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 32 Ν. 5960/1933, ο πληρωτής προστατεύεται από τυχόν αξίωση αποζημίωσης του εκδότη λόγω πληρωμής της ανακληθείσας επιταγής εντός της προθεσμίας εμφανίσεως. Γίνεται δεκτό, μάλιστα, ότι τόσο πριν, όσο και μετά την ανάκληση της επιταγής,  ότι ο πληρωτής δεν υποχρεούται κατά νόμο έναντι του κομιστή προς πληρωμή της, αλλά δύναται να πληρώσει[2]. Αυτό συμβαίνει ακόμα και σε περίπτωση που ανακλήθηκε επιταγή πριν λήξει η προθεσμία εμφάνισής της, αφού η ανάκληση στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανάκληση θεωρείται ανίσχυρη[3].

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ

Πρώτα και κύρια, η ανάκληση της επιταγής αφορά την μέσω της επιταγής παρεχόμενη εξουσιοδότηση (“εντολή¨ κατ' άρθρο 713 επ. Α.Κ.) προς το λήπτη και τον πληρωτή, όχι όμως τη σύμβαση περί επιταγής, η οποία λόγω της αυτοτέλειάς της από την επιταγή δεν θίγεται.

Όσον αφορά το νομικό χαρακτήρα της ανάκλησης, αυτή αποτελεί μονομερή δήλωση βουλήσεως (δικαιοπραξία) και γίνεται με άτυπη, ρητή ή σιωπηρή, δήλωση του εκδότη προς τον πληρωτή, η οποία δε χρήζει αιτιολογίας. Η δήλωση αυτή είναι απευθυντέα στον πληρωτή της επιταγής και πρέπει να αποδεικνύεται ότι περιήλθε σ' αυτόν από τον ίδιο τον εκδότη. Ο τελευταίος φέρει το βάρος αποδείξεως και όλων των κατά το νόμο στοιχείων της γενόμενης ανάκλησης και αποδείξεως της αλήθειας των προβαλλομένων ισχυρισμών του. Συνεπώς, είναι για λόγους διευκολύνσεως σκόπιμο όπως ο πληρωτής να απαιτεί η ανάκληση εκ μέρους του εκδότη να γίνεται εγγράφως.

Η ανάκληση της εκδοθείσας επιταγής αφορά τη δια της συγκεκριμένης επιταγής προς τον πληρωτή παρεχόμενη εντολή (εξουσιοδότηση) και δεν έχει επίδραση στη μεταξύ εκδότη και πληρωτή υφιστάμενη σύμβαση περί επιταγής. Στο σημείο αυτό, δεν πρέπει να συγχέεται με τη λύση ή την καταγγελία της σύμβασης επιταγής, η οποία παρά την γενόμενη ανάκληση της επιταγής παραμένει σε ισχύ. Επομένως, η γενόμενη ανάκληση μιας επιταγής δεν επηρεάζει τις μεταξύ εκδότη και πληρωτή δημιουργούμενες υποχρεώσεις από τις ήδη εκδοθείσες ή από άλλες εκδοθησόμενες στο μέλλον επιταγές του εκδότη, όπως επίσης το δικαίωμα των συμβαλλόμενων μερών προς καταγγελία ν συμβάσεως της επιταγής[4].

Η ανάκληση της επιταγής, επίσης,  κατά το παρόν άρθρο διαστέλλεται από την “ανάκληση” των “διαθέσιμων κεφαλαίων” του εκδότη στον πληρωτή, χωρίς βέβαια να αποκλείεται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να συντρέχουν αμφότερες. Η εκ μέρους του εκδότη της επιταγής “ανάκληση” των κεφαλαίων αυτών κρίνεται διαφορετικά, όταν αυτή γίνεται μετά την έκδοση της επιταγής, και διαφορετικά, όταν αυτή γίνεται πριν από την έκδοσή της. Αυτό συμβαίνει διότι με την έκδοση της επιταγής ο εκδότης “διαθέτει” (όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 5960/1933 η έννοια της ¨διάθεσης”) αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαιά του στον πληρωτή με βάση τη γενομένη στη σύμβαση περί επιταγής συμφωνία των μερών. Γι' αυτό, ζήτημα “ανάκλησης” των διαθέσιμων κεφαλαίων εκ μέρους του εκδότη είναι δυνατό να τίθεται κατ' αρχήν μόνο όσον αφορά το υπόλοιπο (“αδιάθετο”) διαθέσιμο κεφάλαιο[5].

Από τον χαρακτήρα της ανάκλησης και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 32 Ν 5960/1933 απορρέει το ειδικότερο “δικαίωμα προς ανάκληση”, σύμφωνα με το οποίο, η από μέρους του εκδότη ανάκληση της επιταγής αφορά το χρόνο μετά την παρέλευση της προς εμφάνιση προθεσμίας του άρθρου 29 του ιδίου νόμου και κατ' επέκταση, ο πληρωτής υποχρεούται να συμμορφωθεί με αυτήν[6]. Εφόσον, όμως, κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν έχει γίνει ανάκληση, ο πληρωτής πληρώνει έγκυρα την επιταγή και μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 29. Η δε εντός της προθεσμίας εμφανίσεως γενόμενη ανάκληση ισχύει εν αμφιβολία κατά μετατροπή (άρθρο182 Α.Κ.) ως ανάκληση της επιταγής για το μετά την παρέλευση της προ εμφάνιση προθεσμίας χρονικό διάστημα

Τέλος, αξίζει να επισημάνουμε πως οι διατάξεις του παρόντος άρθρου επιδιώκουν να ενισχύσουν την πίστη της επιταγής ως μέσου πληρωμής (άρθρο 883 Α.Κ.), καθώς και την ασφάλεια την συναλλαγών με επιταγές, πράγμα που κατά την ορθότερη άποψη καθιστά άκυρη για τη σχέση της επιταγής και κάθε αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων προσώπων της[7].

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΚΠΝΟΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΠΡΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

 ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΜΗ ΑΝΑΚΛΗΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗ

Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 32 του Ν. 5960/1933 υπογραμμίζεται η προσδοκία του κομιστή ότι η επιταγή θα πληρωθεί κατά την εμφάνισή της και ορίζεται ότι η ανάκληση της επιταγής ισχύει μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας εμφανίσεως, ενώ με την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι, ελλείψει ανακλήσεως της επιταγής, ο πληρωτής μπορεί να την πληρώσει και μετά την παρέλευση της προθεσμίας εμφανίσεως[8].

Η διάταξη της πρώτης παραγράφου δίνει δικαίωμα[9] στην πληρωτή να πληρώνει την εκδοθείσα επιταγή εντός της προθεσμίας εμφανίσεως κατά τους όρους της σύμβασης περί επιταγής παρά την εκ μέρους του εκδότη ανάκλησή της και να χρεώνει νόμιμα το λογαριασμό του εκδότη[10]. Επομένως, για το προ της εκπνοής της προθεσμίας προς εμφάνιση χρονικό διάστημα δεν είναι ορθή η άποψη ότι η τράπεζα δεσμεύεται από την εντολή του εκδότη να μην την πληρώσει. Αυτό συμβαίνει διότι τα κατά τη σύμβαση περί επιταγής με την έκδοσή της “διατιθέμενα” κεφάλαια, χωρίς τη συναίνεση του πληρωτή, δεν γίνονται “μη διαθέσιμα” με μόνη την εκ μέρους του εκδότη ανάκληση της επιταγής, δεδομένου ότι η ανάκληση αναφέρεται στο παραπάνω χρονικό διάστημα.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθεί, πως το δικαίωμα αυτό του πληρωτή υφίσταται κατά το νόμο περί επιταγής και σε περίπτωση που περιληφθεί ρήτρα αντίθετη στην τραπεζική σύμβαση με τον εκδότη της επιταγής, η ρήτρα αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του παρόντος άρθρου και θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη.

Η ερμηνευτική αυτή άποψη θεωρείται πιο ορθή και συμβαδίζει με την κατά το νόμο αποστολή της επιταγής και το ρόλο του πληρωτή κατά την πληρωμή της[11]. Αντίθετα, σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία και στη θεωρία άποψη στο γερμανικό δίκαιο, η διάταξη του άρθρου 32 του ελληνικού νόμου 5960/1933 υποστηρίζεται πως δεν περιέχει jus congens και οι συμβαλλόμενοι της σύμβασης περί επιταγής μπορούν έγκυρα να συμφωνήσουν ότι η τράπεζα υποχρεούται να ακολουθήσει την γενόμενη ανάκληση[12].

Τέλος, κατά την άποψη του Ιωάννη Μάρκου, η άποψη του ισχύοντος δικαίου επιταγής δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ορθή, αφενός λόγω του περιεχομένου της σύμβασης περί επιταγής που κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο και τις ισχύουσες αρχές του δικαίου της επιταγής, αφετέρου δε διότι οι τιθέμενες αρχές του δικαίου περί επιταγής έχουν κατά κανόνα αναγκαστικό χαρακτήρα, ως αναγόμενες στην ασφάλεια των συναλλαγών (όπως βεβαίως ορίζεται και στο άρθρο 3 του Ν. 5960/1933)[13]. Συνεπώς, θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη κάθε συμφωνία των μερών, η οποία άμεσα ή έμμεσα τείνει στο ίδιο αποτέλεσμα που απαγορεύουν οι διατάξεις του νόμου περί επιταγής

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

 Παρόλο που η Νομολογία ακολουθεί με συνέπεια το γράμμα του νόμου, στην πράξη οι Τράπεζες σέβονται την εντολή του πελάτη τους για ανάκληση της επιταγής και δεν καταβάλουν το απαιτούμενο ποσό, σημειώνοντας στο σώμα της επιταγής ότι δεν πληρώνουν “λόγω ανάκλησης, παρά την ύπαρξη επαρκούς υπολοίπου”[14].

Στην πράξη η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 32 Ν.5960/1933 δεν ωφελεί συνήθως τον κομιστή της επιταγής, διότι με τη διάταξη αυτή ο κομιστής της δεν αποκτά από το λόγο αυτό αξίωση εναντίον του. Συγκεκριμένα, ο πληρωτής της επιταγής έχει εμπορικό συμφέρον να συμμορφωθεί προς την γενόμενη ανάκληση του πελάτη του και να υπακούσει στην εντολή του, αφού μάλιστα η συμπεριφορά του αυτή, σύμφωνα και με την κρατούσα ερμηνεία, δεν συνεπάγεται κυρώσεις έναντι του κομιστή της επιταγής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω και με βάση την κρατούσα πρακτική, αν ο πληρωτής της επιταγής δεν πληρώσει την επιταγή, συνέπεια της ανίσχυρης ανάκλησης, θα είναι ότι δεν θα ευθύνεται σε αποζημίωση έναντι του κομιστή της. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, ο κομιστής περιορίζεται στην ενάσκηση των εκ της πληρωμής και εκ της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής απορρεόντων δικαιωμάτων του[15].

Ειδικότερα, η contra legem αυτή ερμηνεία του άρθρου 32 Ν.5960/1933 και εφαρμογή υποκινήθηκε από την επιθυμία των Τραπεζών να μη διαταράξουν τις σχέσεις τους με τους πελάτες τους (εκτιθέμενες ακόμη και σε αγωγή κατ' άρθρο 919 Α.Κ.), ενισχύθηκε δε δογματικά από τη θεωρία[16], με το επιχείρημα ότι με τον κομιστή, ως τρίτο, δεν συνδέονται καθ' οποιονδήποτε τρόπο και άρα είναι στην ουσία ελεύθερες να λάβουν υπόψη τους την ανίσχυρη (πριν την λήξη της προθεσμίας εμφάνισης κατά το άρθρο 32) ανάκληση των πελατών τους[17].

Ωστόσο, απ' την άλλη πλευρά, έχει υποστηριχθεί κι η άποψη ότι η ανάκληση της επιταγής ισοδυναμεί με τη μη ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων. Στην εν λόγω περίπτωση, αν η Τράπεζα υπακούσει στην εντολή του εκδότη- πελάτη της, δηλαδή στην απαγόρευση να διαθέσει τα κεφάλαια που έχει στο λογαριασμό του για την πληρωμή του κομιστή και δεν πληρώσει τελικά το ποσό της επιταγής, τότε τα υπάρχοντα κεφάλαια ισοδυναμούν με μη διαθέσιμα και η γνώση των περιστατικών αυτών από τον εκδότη είναι αυτόδηλη. Στην περίπτωση, μάλιστα, αυτή, ο εκδότης διαπράττει το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με όλες τις συνέπειες[18].

Παρά την ως άνω ανάκληση της επιταγής, ο κομιστής υποχρεούται να την εμφανίσει προς πληρωμή και για να διατηρήσει το δικαίωμα αναγωγής κατά των υπογραφέων της υποχρεούται να βεβαιώσει την μη πληρωμή της κατά το άρθρο 40 Ν. 5960/1933. Πέραν του δικαιώματος αναγωγής κατά των εξ επιταγής υποχρέων με βάση την επιταγή, ο κομιστής της είναι δυνατό να αποκτά εναντίον του εκδότη και δικαίωμα αποζημίωσης υπό τους όρους των διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ. επ. Η ευθύνη αυτή του εκδότη δεν είναι εξ' επιταγής και θεμελιώνεται στο κοινό δίκαιο, ο δε νόμος περί επιταγής δεν απαγορεύει αυτού του είδους την ευθύνη του εκδότη[19].

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε επίσης πως στην περίπτωση κλοπής επιταγής μπορεί να ανακληθεί αυτή από τον εκδότη της. Η πληρώτρια τράπεζα υποχρεούται να ανακοινώσει την κλοπή στο νόμιμο κομιστή της και να βεβαιώσει την κλοπή πάνω στο σώμα της επιταγής[20].  Παρόλα αυτά, σε περίπτωση που η ανάκληση της επιταγής έγινε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας εμφανίσεως, αυτή απαγορεύεται στον εκδότη, όταν η επιταγή έχει κλαπεί ή απολεσθεί. Αυτό συμβαίνει διότι το μέσο, το οποίο ο νόμος παρέχει στις περιπτώσεις αυτές είναι η δυνατότητα ανοίγματος της διαδικασίας απώλειας της επιταγής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 843 Κ.Πολ.Δ. επ. Και η ταυτόχρονη ειδοποίηση του πληρωτή για την απώλειά της, πράγμα, όμως, που δεν ισοδυναμεί με ανάκληση επιταγής[21].

Η θέση της τράπεζας στις περιπτώσεις δηλώσεως κλοπής ή απώλειας είναι ιδιαίτερα λεπτή, διότι οφείλει να λάβει υπόψιν της τις προς αυτή γενόμενες ανακοινώσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην παρεμπόδιση πληρωμής της επιταγής σε μη δικαιούχο[22]. Μάλιστα, η διαδικασία κηρύξεως της επιταγής ανίσχυρου, λόγω των βραχυτάτων προθεσμιών του άρθρου 29 Ν.5960/1933, ευνοεί ελάχιστα τον εκδότη, ο οποίος και στις περιπτώσεις αυτές θα προτιμήσει να προσφύγει στην ανάκληση της επιταγής, εκτός και αν ζητήσει από το δικαστήριο να επιβάλει στον πληρωτή την απαγόρευση του άρθρου 859 Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο, η ειδοποίηση του πληρωτή εκ μέρους του εκδότη περί απώλειας ή κλοπής της επιταγής, η οποία δεν συνιστά ανάκληση χωρίς αμφιβολία συνεπάγεται επίταση της ευθύνης του πληρωτή κατά την έρευνα της νομιμοποίησης του κομιστή της[23].

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΧΡΟΝΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

Η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι εκείνη η οποία φέρει ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη του πραγματικού χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε στις συναλλαγές. Η μεταχρονολόγηση της επιταγής αντίκειται μεν στη λειτουργία της ως μέσου πληρωμής, όμως επιτρέπεται έμμεσα από το νόμο (ειδικότερα, στο άρθρο 28 Ν. 5960/1933)[24].

Η επιταγή αυτή έχει πιστωτική λειτουργία, διότι ουσιαστικά επιμηκύνει την προθεσμία εμφάνισης προς πληρωμή και έτσι παρατείνει τη ζωή της επιταγής κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την πραγματική χρονολογία έκδοσης έως και οχτώ ημέρες μετά τη χρονολογία που αναγράφεται στον τίτλο.

Ακάλυπτη μπορεί να είναι και η μεταχρονολογημένη επιταγή, αυτή δηλαδή που φέρει χρονολογία εκδόσεως μεταγενέστερη από την πραγματική. Στην περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής, μάλιστα, διευρύνονται τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να είναι ακάλυπτη. Πραγματικά, με εύστοχη εφαρμογή των άρθρων 28 και 79 του Ν. 5960/1933, η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται παγίως ότι η επιταγή είναι ακάλυπτη, όταν εμφανισθεί και δεν πληρωθεί για έλλειψη καλύμματος, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο από την ημέρα της πραγματικής εκδόσεως μέχρι την πάροδο της προθεσμίας προς εμφάνιση, η οποία υπολογίζεται από την επόμενη της χρονολογίας εκδόσεως που αναγράφεται στην επιταγή (άρθρο 29 § 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 56 Ν. 5960/1933)[25].

Στη μεταχρονολογημένη επιταγή ο εκδότης οφείλει επομένως να έχει διαθέσιμα και καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την πραγματική έκδοσή της, “κυκλοφορία της”, μέχρι τη λήξη της, δηλαδή την όγδοη ημέρα από την επομένη της αναγραφόμενης στον τίτλο ημερομηνίας έκδοσης. Αν κατά το χρόνο αυτό δεν διαθέτει κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, έχει το δικαίωμα η τράπεζα να βεβαιώνει νόμιμα, τη μη πληρωμή της επάνω στο σώμα της επιταγής. Το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής τελείται και στην περίπτωση αυτή, όπως προαναφέρθηκε (άρθρα 79 και 28 του Ν. 5960/1933)[26].

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί συμπληρωματικά πως η αρχή του μη ανακλητού της επιταγής ισχύει και στην μεταχρονολογημένη επιταγή. Σε μια τέτοια επιταγή, η ανάκληση είναι κατά νόμο δυνατή μετά την εκπνοή της προθεσμίας εμφανίσεως, η οποία αρχίζει από την αναγραφόμενη στην επιταγή προθεσμία[27].

ΠΛΗΡΩΜΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΠΝΟΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ

Η μη ανάκληση της επιταγής έχει κατά την § 2 του άρθρου 32 Ν. 5960/1933 ως συνέπεια τη δυνατότητα πληρωμής από τον πληρωτή και μετά την πάροδο της προθεσμίας προς εμφάνιση. Η δυνατότητα αυτή του πληρωτή υφίσταται, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία του με τον εκδότη στη σύμβαση περί επιταγής (άρθρο 3 Ν. 5960/ 1933).

Τέτοια ρήτρα στη σύμβαση περί επιταγής για το μετά την εκπνοή της προθεσμίας εμφανίσεως χρονικό διάστημα είναι έγκυρη και δεσμεύει τον πληρωτή της. Ωστόσο, η γενόμενη πληρωμή της επιταγής και κατά το χρονικό αυτό διάστημα είναι έναντι του κομιστή έγκυρη. Έγκυρη μεταξύ των μερών είναι και η συμφωνία περί συμβατικής υποχρεώσεως του πληρωτή έναντι του εκδότη, προς πληρωμή της εκδοθησομένης επιταγής και όταν αυτή εμφανίζεται προς πληρωμή μετά την πάροδο της κατά νόμο προθεσμίας εμφανίσεως[28].

Ο πληρωτής, επίσης, πληρώνοντας την επιταγή, μπορεί να απαιτήσει από τον κομιστή να του παραδοθεί εξοφλημένη η επιταγή (άρθρο 34 § 1 εδ. Α' του Ν. 5960/1933). Ενόψει της αξιογραφικής φύσεως της επιταγής , με τον τρόπο αυτό ο πληρωτής εξασφαλίζεται κατά του κινδύνου διπλής πληρωμής. Πάντως, αντί για εξόφληση, μπορεί να γίνει οπισθογράφηση της επιταγής προς τον πληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 15 § 4 του Ν. 5960/1933.

Τέλος, ο πληρωτής δύναται να προβεί σε μερική πληρωμή. Πραγματικά, το άρθρο 34 εδ. Β' του Ν. 5960/1933 ορίζει ότι ο κομιστής δεν δικαιούται να αρνηθεί μερική πληρωμή. Στην περίπτωση όμως μερικής πληρωμής, ο πληρωτής δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει παράδοση της επιταγής. Δικαιούται μόνο να ζητήσει να γίνει μνεία της μερικής πληρωμής στην επιταγή και να του δοθεί εξοφλητική απόδειξη για το ποσό που κατέβαλε (άρθρο 34 εδ. Γ' Ν. 5960/1933)[29].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τελειώνοντας, αξίζει να αναφέρουμε πως η επιταγή έχει εξελιχθεί ως το πλέον πιο χρήσιμο στις συναλλαγές αξιόγραφο, που έχει συντελέσει μάλιστα σημαντικά στην ανάπτυξη νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων.

Ξεκινώντας, αρχικά και κατά κύριο λόγο, ως όργανο άμεσης ή βραχυπρόθεσμης πληρωμής, στη συνέχεια ο νομοθέτης αναγνώρισε την πιστωτική της λειτουργία, αλλοιώνοντας το ρόλο της ως μέσου πληρωμής και νομιμοποιώντας (εμμέσως) με το Νόμο 1957/1991, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας έκδοσης και κυκλοφορίας μεταχρονολογημένων επιταγών.

Ειδικότερα, σχετικά με την ανάκληση επιταγής, αυτή αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα του κομιστή και πέραν από τις διάφορες ερμηνείες και απόψεις που έχουν αναφερθεί, τόσο από τη Νομολογία, όσο και από τη θεωρία των ελληνικών δικαστηρίων, η πρακτική κυρίως από πλευράς των Τραπεζών υπογραμμίζει τη στενή σχέση μεταξύ εκδότη και πληρωτή, η οποία παραμένει άρρηκτη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο.

Ακόμη, οι διατάξεις που αφορούν στο δικαίωμα ανάκλησης της επιταγής τονίζουν εξίσου τα ανεπτυγμένα δικαιώματα από πλευράς των τραπεζών, τα οποία και υπερτερούν απέναντι στις όποιες δυσμενείς συνέπειες που μπορεί να υπάρξουν προς αυτές. Αυτό, τέλος, συμβαίνει καθώς στη γενικότερη δραστηριότητά τους δίδεται ελευθερία δράσης κατά βούληση, με σκοπό την παραπέρα αποφυγή διατάραξης της σχέσης των τραπεζών με τον πελάτη τους, παρά η στείρα υποχρέωση εξυπηρέτησης του λήπτη και οποιουδήποτε άλλου τρίτου.

* Η Ντένια Μπιρμπίλη είναι τελειόφοιτη Νομικής ΔΠΘ.

_______________________________________________________________________________________________

[1]     Άρθρο 32 του Νόμου 5960/1933, “Περί Επιταγής”.

[2]     Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ.192.

[3]     Γεώργιος Δ. Τριανταφυλλάκης, “Εισαγωγή στο δίκαιο των αξιογράφων- Συναλλαγματική, Επιταγή, Αξιόγραφα Κεφαλαιαγοράς & Λοιπά Αξιόγραφα”, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ.185-186.

[4]     Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ.197.

[5]     Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ.192.

[6]     ΑΠ 97/55, ΕΕΝ 22, σελ.965 και ΝοΒ 3, σελ.597.

[7]     Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ.197-198.

[8]     Γεώργιος Δ. Τριανταφυλλάκης, “Εισαγωγή στο δίκαιο των αξιογράφων- Συναλλαγματική, Επιταγή, Αξιόγραφα Κεφαλαιαγοράς & Λοιπά Αξιόγραφα”, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ.185-186.

[9]     Α. Κιάντου- Παμπούκη, “Δίκαιο Αξιογράφων”, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1997, σελ. 379.

[10]   Εξαίρεση ισχύει στην εγγυημένη επιταγή, στην οποία όμως ο κομιστής έχει εναντίον του πληρωτή αξίωση κατά το κοινό δίκαιο και όχι κατά το δίκαιο της επιταγής, Γεωργακόπουλος “Εγχειρίδιο Εμπορικού Δικαίου τ.2.”, § 12, VIII, σελ. 110-111.

[11]   Αναστασιάδης, “Πιστωτικοί Τίτλοι Ι & ΙΙ (Τραπεζική Επιταγή 1948)”, § 34, σελ. 89.

[12]   Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ. 193-194.

[13]   Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ. 194.

[14]   Γεώργιος Δ. Τριανταφυλλάκης, “Εισαγωγή στο δίκαιο των αξιογράφων- Συναλλαγματική, Επιταγή, Αξιόγραφα Κεφαλαιαγοράς & Λοιπά Αξιόγραφα”, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ.186.

[15]   Άρθρα 40 και 79 του Νόμου 5960/1933.

[16]   Αργυριάδη, “Εμφάνιση και ανάκληση επιταγής”, ΝοΒ 1985, σελ. 1342.

[17]   Γεώργιος Δ. Τριανταφυλλάκης, “Εισαγωγή στο δίκαιο των αξιογράφων- Συναλλαγματική, Επιταγή, Αξιόγραφα Κεφαλαιαγοράς & Λοιπά Αξιόγραφα”, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ.186.

[18]   ΕφΘεσ. 606/1997 ΕτρΑξΧρΔ 5, σελ. 390.

[19]   Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ. 196-197.

[20]   Γεώργιος Δ. Τριανταφυλλάκης, “Εισαγωγή στο δίκαιο των αξιογράφων- Συναλλαγματική, Επιταγή, Αξιόγραφα Κεφαλαιαγοράς & Λοιπά Αξιόγραφα”, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ.186.

[21]   Δελούκας, “Αξιόγραφα”,1980, § 219.

[22]   Άρθρο 35 του Νόμου 5960/1933.

[23]   Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ. 196-197.

[24]   Γεώργιος Δ. Τριανταφυλλάκης, “Εισαγωγή στο δίκαιο των αξιογράφων- Συναλλαγματική, Επιταγή, Αξιόγραφα Κεφαλαιαγοράς & Λοιπά Αξιόγραφα”, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ.182-183.

[25]   Α. Κιάντου- Παμπούκη, “Δίκαιο Αξιογράφων”, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1997, σελ. 380-381.

[26]   Γεώργιος Δ. Τριανταφυλλάκης, “Εισαγωγή στο δίκαιο των αξιογράφων- Συναλλαγματική, Επιταγή, Αξιόγραφα Κεφαλαιαγοράς & Λοιπά Αξιόγραφα”, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ.184.

[27]   Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ. 196.

[28]   Ι. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής, Κατ' άρθρο ερμηνεία - Νομολογία Ν. 5960/1933”, Σάκκουλας, 2002, σελ. 198.

[29]   Α. Κιάντου- Παμπούκη, “Δίκαιο Αξιογράφων”, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1997, σελ. 379-380.