Ανεύρεση εγγράφου μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης

της Ιωάννας Αλεξοπούλου*

Σύμφωνα με τη διάταξη 544 αρ. 7 ΚΠολΔ  στην περίπτωση που ο διάδικος βρήκε ή πήρε στην κατοχή του νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του, και των οποίων την ύπαρξη ή κατοχή από τον αντίδικο ή από τον τρίτο την αγνοούσε κατά τη διάρκεια της δίκης, επιτρέπεται το έκτακτο ένδικο μέσο της αναψηλάφησης. Η προεξέχουσα σημασία, και η σπουδαιότητα από απόψεως πρακτικής εφαρμογής, του συγκεκριμένου λόγου αναψηλαφήσεως συνδέεται αδιάσπαστα με την υφή και τη διάρθρωση των λοιπών λόγων αναψηλαφήσεως, που καθιστούν την εμφάνισή τους στη δικαστηριακή πρακτική εξαιρετική και σπάνια μάλλον περίπτωση, οφείλεται όμως και στη σπουδαιότητα που κατέχει το έγγραφο στη σύγχρονη συναλλακτική ζωή και κατ’ επέκταση στη δίκη. Στην πραγματικότητα, η ανεύρεση νέου εγγράφου ανάγεται στην τελευταία δυνατότητα που έχει ο διάδικος για ευνοϊκή  έκβαση της δίκης αναφορικά με λόγους που άπτονται του πραγματικού σκέλους της υποθέσεως.

Με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα απόδειξης μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Αναλυτικότερα, στο άρθρο 20 του Συντάγματος, που προστατεύει το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης, συμπεριλαμβάνεται και το ειδικότερο δικαίωμα της απόδειξης κάθε διαδίκου να επικαλεστεί όλα τα πρόσφορα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να αποδείξει τους πραγματικούς ισχυρισμούς του. Κατά κανόνα το δικαίωμα απόδειξης ενεργοποιείται στη διάρκεια της δίκης με την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, στην περίπτωση ωστόσο του 544 αρ.7 ΚΠολδ, όπου ο διάδικος βρίσκει το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, από λόγους ανεξάρτητους από τη δική του συμπεριφορά, το δικαίωμα απόδειξης ενεργοποιείται εκ νέου μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, προκειμένου να βοηθηθεί ο ηττηθείς διάδικος στην απόδειξη των ισχυρισμών του.

Τα έγγραφα πρέπει να είναι «κρίσιμα», υπό την έννοια ότι θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει τον δικανικό συλλογισμό, όπως καταστρώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Για να κριθεί αν το νέο έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό και ο αιτών να είχε επικαλεστεί τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουση εκείνης.

 Όσον αφορά όμως το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου, ορθότερη εμφανίζεται η θέση που θεωρεί ότι δεν είναι ανάγκη να έχει προβληθεί στη δίκη το πραγματικό γεγονός που αποδεικνύεται. Αρκεί το ότι αυτό προκύπτει από το έγγραφο. Η απόφαση 1311/1994 του Αρείου Πάγου δέχτηκε ότι δεν απαιτείται προηγούμενη επίκληση στη δίκη του γεγονότος που αποδεικνύεται με το νέο, κρίσιμο έγγραφο. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος απαιτεί για το ορισμένο της αιτήσεως αναψηλάφησης την επίκληση ότι ο αιτών είχε επικαλεσθεί τα αποδεικνυόμενα με το έγγραφο της αναψηλάφησης πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουση της. Πρέπει να επισημανθεί ωστόσο, ότι για το παραδεκτό του ανωτέρου λόγου αναψηλάφησης είναι απαραίτητο το νέο κρίσιμο έγγραφο να έχει αποκτηθεί νόμιμα.

Επιπροσθέτως, τα έγγραφα που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο αιτών, πρέπει να υπήρχαν κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης με την αναψηλάφηση απόφασης και να μην προσήχθησαν με νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο. Δεν αρκεί δηλαδή να προϋπάρχει της έκδοσης της απόφασης μόνον το αποδεικνυόμενο πραγματικό γεγονός.

Βασική ακόμη προϋπόθεση για τη θεμελίωση του προκείμενου λόγου αναψηλάφησης είναι ότι ο αιτών την αναψηλάφηση δεν μπορούσε να προσκομίσει τα νέα κρίσιμα έγγραφα στο δικαστήριο που εξέδωσε την υπό αναψηλάφηση τελεσίδικη απόφαση είτε από ανώτερη βία, είτε επειδή τα κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος, που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την  κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να προσδιορίζονται τα γεγονότα, τα οποία κατά τον αιτούντα την αναψηλάφηση συνιστούν ανώτερη βία ή κατακράτηση. Μάλιστα, στην ειδικότερη περίπτωση ανεύρεσης κατακρατηθέντος εγγράφου η αναψηλάφηση παρίσταται ως κύρωση της συμπεριφοράς του αντίδικου, ο οποίος με παράνομη πράξη ή κακόπιστη συμπεριφορά εμπόδισε τον φέροντα το βάρος απόδειξη διάδικο να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, στερώντας του ουσιαστικά το δικαίωμα απόδειξης.

Με γνώμονα τη νομολογία, προκύπτει ότι ο θεσμός της αναψηλάφησης αποκτά στην πρακτική μια διαρκώς αυξανόμενη σημασία, με την ανεύρεση του εγγράφου να αποτελεί τον πρακτικά σπουδαιότερο λόγο. Μάλιστα, η περίπτωση της ανεύρεσης εγγράφου μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης συνηγορεί υπέρ του επιχειρήματος πως η ανάπτυξη του δικαίου της αναψηλάφησης καθορίζεται τελικώς από την αντιθετική σχέση στην οποία τελούν η ασφάλεια του δικαίου και η προστασία του νικητή διαδίκου αφενός και η απονομή της δικαιοσύνης αφετέρου.

*Η Ιωάννα Αλεξοπούλου είναι απόφοιτη Νομικής Σχολής Εθνικού & Καποδιστριακού Παν.Αθηνών, Ασκούμενη δικηγόρος Αθηνών και μεταπτυχιακή φοιτήτρια MSc in Business for Lawyers στο Alba Graduate Business School

_______________________________________________________________________________________________

Πηγές:

Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2012

Ορφανίδης,  Η έννοια της ανώτερης βίας στην ανεύρεση νέου εγγράφου ως λόγου αναψηλαφήσεως (άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ), ΕλλΔνη 2002

Πανταζόπουλος, Αναψηλάφηση της απόφασης λόγω ανεύρεσης νέου εγγράφου (άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ), 2005

Ορφανίδης, Νέα πραγματικά γεγονότα και ο λόγος αναψηλαφήσεως για την ανεύρεση εγγράφου (άρθρο 544 αρ.7 ΚΠολΔ), Τιμητικός Τόμος Μπέη V (2003)

ΑΠ 67/2003

ΑΠ 1456/2003 ΝοΒ 2004.595