Ανθρωποκτονία σε παράλειψη. Νομολογιακή αντιμετώπιση (2000-2012)

-         ΣυμβΠλημΜεσολ 55/2000(ΠοινΧρ 2001, σελ. 846)

 Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση της Εισαγγελέως,  η οποία έχει ως εξής:   […] Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την από 17.6.1998 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του κατηγορουμένου, την από 7.12.1999 απολογία του σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας προέκυψαν τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο Φ.Σ. του Α., ηλικίας 77 ετών, τις βραδινές ώρες της Παρασκευής 30.1.1998 αισθάνθηκε ενόχληση λόγω άσθματος και μεταφέρθηκε από την σύζυγό του Ε.Σ. στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου με συμπτώματα αναπνευστικής δυσχέρειας. Εισήχθη στα εξωτερικά παθολογικά ιατρεία όπου αντιμετωπίσθηκε από την εφημερεύουσα ιατρό με χορήγηση οξυγόνου και βρογχοδιασταλτικών, επειδή δε στο ηλεκτροκαρδιογράφημα εμφάνιζε χρόνιακολπική μαρμαρυγή κρίθηκε σκόπιμο να εξετασθεί και από τον κατηγορούμενο εφημερεύοντα ιατρό καρδιολόγο Α.Θ. στο εξωτερικό καρδιολογικό ιατρείο. Κατά την κλινική του εξέταση από τον κατηγορούμενο ιατρό, ο ασθενής ήταν πλέον ασυμπτωματικός, χωρίς σημειολογία οξέος καρδιολογικού συμβάντος και για τον λόγο αυτό, αφού του συνεστήθη να λαμβάνει χρόνια την φαρμακευτική αγωγή του κατ` οίκον, να ακολουθεί συγκεκριμένες υγειονοδιαιτητικές συμβουλές και να επανεξετασθεί μετά μία εβδομάδα από ιατρό ειδικό καρδιολόγο, αποχώρησε από το Νοσοκομείο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη εισαγωγής του για ενδονοσοκομειακή νοσηλεία. Την επομένη ημέρα Σάββατο 31.1.1998 και περί ώρα 14.00, ενώ ο ασθενής έτρωγε ευρισκόμενος εντός της οικίας του επί της οδού Β. 15 στο Μεσολόγγι, αιφνιδίως κατέπεσε από την καρέκλα στο δάπεδο και ακολούθως διακομίσθηκε με ασθενοφόρο νεκρός στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Μεσολογγίου, όπου ο εφημερεύων ιατρός Δ/ντής της Καρδιολογικής Κλινικής Π.Ζ. διαπίστωσε απλώς τον θάνατό του. Όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 16.6.1998 μαρτυρική κατάθεση του Δ/ντή της Καρδιολογικής Κλινικής Π.Ζ. και την από 17.6.1998 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του κατηγορουμένου Α.Θ., ο θανών Φ.Σ. προ 4ετίας, δηλαδή κατά το έτος 1994, είχε υποστεί βαρύτατο πνευμονικό οίδημα και είχε νοσηλευθεί σε κρίσιμη κατάσταση με πλήρη αρρυθμία στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου, παρόλα αυτά τότε ανατάχθηκε, αλλά εφεξής έπασχε από χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και χρόνια κολπική μαρμαρυγή, διαγνωσμένες ηλεκτροκαρδιογραφικά, που όμως αποτελούν προδιαθεσικό παράγοντα αιφνιδίου θανάτου, η δε από 31.1.1998 Ιατροδικαστική Εκθεση Νεκροψίας-Νεκροτομής αναφέρει ότι ο θάνατος επήλθε συνεπεία αποφράξεως των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς με εικόνα πνευμονικού οιδήματος και στην ένδειξη με αριθμό 4 (περικάρδιο-καρδιά-αγγεία) διαπιστώνεται "... Λίαν εκσεσημασμένη αθηρωμάτωσις των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς η οποία φτάνει μέχρι σχεδόν πλήρους αποφράξεως του αυλού τους ιδίως της αριστεράς στεφανιαίας", δηλαδή διακριβώνετε νεκροτομικά πλήρης απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών συνεπεία χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας. Επειδή ακριβώς ήταν γνωστή στους οικείους του θανόντα τόσο η χρόνια καρδιολογική πάθηση από την οποία υπέφερε όσο και η βαρύτατη πρόγνωση που επάγεται η ύπαρξη χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας, για τον λόγο αυτό καταρχήν η σύζυγος του θανόντα Ε. χ. Φ.Σ. στην από 24.2.1998 μαρτυρική κατάθεσή της καθώς και τα τέκνα του Χ.Φ.Σ. και Α.-Σ.Σ. δεν απο δίδουν οποιαδήποτε ευθύνη, ούτε στον κατηγορούμενο ιατρό καρδιολόγο ούτε σε άλλο γιατρό, που επελήφθη, για την επέλευση του θανάτου του ασθενούς. Μόνον η σύζυγος του θανόντα Ε. χ. Φ.Σ. στην από 24.2.1998 μαρτυρική  κατάθεσή της αναφέρει ότι πιστεύει πως αν ο σύζυγός της παρέμενε το βράδυ της 30.1.1998 στο Νοσοκομείο ίσως να ζούσε, χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα ούτε ποιο κλινικό σύμπτωμα του ασθενούς θα επέβαλλε ενδεχομένως την εισαγωγή του για νοσηλεία εντός του Νοσοκομείου αλλά ούτε και με ποιο τρόπο θα απεφεύγετο ο επελθών θάνατος, παρά την διεγνωσμένη πλήρη απόφραξη των καρδιακών στεφανιαίων αρτηριών, έστω και  αν νοσηλεύετο εντός του Νοσοκομείου, στην δε από 1.7.1998 νεότερη μαρτυρική κατάθεσή της αναφέρει ότι αποδίδει ευθύνες στους ιατρούς που εξέτασαν τον ασθενή, χωρίς κανένα άλλο συγκεκριμένο στοιχείο επιμεριστικό ενδεχομένως ευθύνης. Όμως οι παραπάνω αιτιάσεις της συζύγου του θανόντα, οι οποίες διαλαμβάνονται στις από 24.2.1998 και 1.7.1998 μαρτυρικές καταθέσεις της, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος ιατρός καρδιολόγος που εφημέρευε τις βραδινές ώρες στις 30.1.1998 και εξέτασε τον θανόντα σύζυγό της όφειλε να τον εισαγάγει στο Νοσοκομείο και όχι να του συστήσει να επιστρέψει στην οικία του, παρίστανται ως παντελώς αναπόδεικτες και αβάσιμες, δεδομένου ότι αφ` ενός μεν η κλινική εικόνα του ασθενούς δεν εμφάνιζε συμπτωματολογία οξέος καρδιολογικού περιστατικού, ώστε να υπαγορεύει άμεση εισαγωγή του στο Νοσοκομείο, αφ`ετέρου δε η ταχύτητα επελεύσεως του θανάτου λόγω αποφράξεως των στεφανιαίων αρτηριών αναιρούσε πρακτικά την δυνατότητα οποιασδήποτε ιατρικής παρέμβασης και διακοπής της αιτιώδους διαδρομής προς τον θάνατο, ακόμη και αν ο ασθενής νοσηλευόταν ήδη κατά τον χρόνο της προσβολής εντός του Νοσοκομείου Μεσολογγίου, το οποίο εξάλλου δεν διαθέτει Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, με αποτέλεσμα να μην  στοιχειοθετείται οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά συνισταμένη σε παράλειψη εκ μέρους του κατηγορουμένου ιατρού, που όμως και αν ακόμη όλως επικουρικά θεωρηθεί ότι συνέτρεχε, πάλι δεν αποτελεί ενεργό αιτία του επελθόντος θανάτου λόγω υπερβάσεως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύπαραλείψεως και αποτελέσματος ως εκ της φύσεως της νόσου. Συνακόλουθα δεν προκύπτουν καθόλου ή τουλάχιστον επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για τηνπράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που του αποδίδεται (άρ. 28, 302 παρ. 1 του ΠΚ) και θα πρέπει το Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρ. 309 παρ. 1α`και 310 παρ. 1 εδ. α` ΚΠΔ, ν` αποφανθεί να μην απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία για την εν λόγω πράξη. -

ΑΠ 2149/2003 ( ΠοινΛογ 2003, σελ. 2357) 

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (πλημ/των) Θεσσαλονίκης δέχθηκε μετ΄εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην απόφαση του αυτήν κατ΄είδος και κατά κατηγορία αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Ο αναιρεσείων, στην .....-Χαλκιδικής και κατά την 14-1-1998, από αμέλεια του επέφερε τον θάνατο του ........... , αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε και ειδικότερα, κατά την διάρκεια των εργασιών ανέγερσης του , υπό την ιδιότητά του ως εργολάβος κατασκευαστής, καίτοι ήταν υποχρεωμένος, λόγω του επαγγέλματός του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν κατέβαλε την προσοχή, ενώ όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, και έτσι δεν προέβλεψε το προκληθέν αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, κατά την εκτέλεση των εργασιών για την κατασκευή των εξωτερικών επιχρισμάτων, δεν έλαβε, όπως υποχρεούτο, όλα τα προβλεπόμενα από τον νόμο μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος στους εκεί εργαζόμενους ήτοι, από την κάτω πλευρά των μαδεριών του δαπέδου εργασίας του ικριώματος δεν είχε τοποθετήσει, καθώς προβλέπεται, ζεύγατα (κλάπες), ώστε να είναι αδύνατη η ανομοιόμορφη κάμψη (λυγισμός) αυτών, με αποτέλεσμα το δάπεδο εργασίας να μην είναι σταθερό, ούτε και είχε τοποθετήσει στα ικριώματα κουπαστή, δηλαδή, μεταλλικό χειρολισθήρα σε ύψος (1) μέτρου από το δάπεδο εργασίας και ράβδους μεσοδιαστήματος για την προστασία των εργαζομένων από πτώση, συνεπεία δε των ανωτέρων παραλείψεων, στις 14-1-1998 και περί ώρα 15.00, ο εργαζόμενος και ασχολούμενος με το τρίψιμο των σοβάδων, καθισμένος στο δάπεδο εργασίας του ικριώματος, ηλικίας 66 ετών, όταν επιχείρησε να σηκωθεί όρθιος, έχασε την ισορροπία του, λόγω και της έλλειψης σταθερότητας του δαπέδου εργασίας και μη υπάρχουσας κουπαστής να συγκρατηθεί, έπεσε από την εξωτερική πλευρά του ικριώματος στο έδαφος από ύψος εξ (6) μέτρων, με αποτέλεσμα να υποστεί θανατηφόρες κακώσεις (ρήξη πνευμόνων-αορτής), δεδομένου ότι η υφιστάμενη μεταλική χιαστή, από την οποία και προσπάθησε να συγκρατηθεί ο παθών, δεν ήταν αρκετή για ν`αποτρέψει την πτώση, γιατί και αυτή ήταν πρόχειρα συνδεδεμένη με σύρμα, το οποίο και έσπασε. Με τις παραδοχές του αυτές, το προδιαληφθέν Δικαστήριο διέλαβε, στην πληττόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του από την συμπεριφορά του αναιρεσείοντος προελθόντος εγκλήματος της από μη συνειδητή αμέλεια ανθρωποκτονίας, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε και για την ενοχή του δεδομένου ότι από τις παραπάνω ελλείψεις επαρκώς προσδιορίζεται η αιτιώδης συνάφεια από αυτές και τον θάνατο του παθόντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνημονευθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ.1 ΠΚ, που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου, παραβίασε, γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ` και Ε` ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, οι τελευταίοι δε και ως απαράδεκτοι, καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του παραπάνω Τριμελούς Εφετείου. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναιρετική αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ, όπως ισχύει).    -

ΤρΠλημΠάτρ 368/2003 (ΠοινΔικ 2005, σελ. 406)

Επί της ουσίας της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 9.9.2000 έλαβε χώρα φιλικός πυγμαχικός αγώνας μεταξύ του Α.Μ. και του συναθλητή του, Α.Μ., στο κλειστό στάδιο "ΟΤ". Κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων γύρων ο αγώνας διεξάγετο κανονικά. Στον 3ο και 4ο όμως γύρο οι δύο αθλητές παρουσίασαν κάμψη, λόγω κόπωσης και επανειλημμένα προσέφυγαν σε εναγκαλισμούς μεταξύ τους. Επίσης προέκυψε ότι ενώ καθ` όλη τη διάρκεια του αγώνα ο Α.Μ. κατάφερε πολλά αντικανονικά κτυπήματα στο συμπαίκτη του, ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν διαιτητής του αγώνα δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει και ειδικότερα δεν διέκοψε τον αγώνα όπως ήταν υποχρεωμένος, με αποτέλεσμα ο Α.Μ. να συνεχίσει τα αντικανονικά κτυπήματα κατά του συμπαίκτη του, και μάλιστα προς το τέλος του 4ου γύρου του αγώνα κατάφερε στο πίσω μέρος της κεφαλής του Α.Μ. τρία αντικανονικά κτυπήματα, χωρίς να επέμβει ο κατηγορούμενος. Εξ αιτίας των αντικανονικών αυτών κτυπημάτων ο άνω αθλητής υπέστη εκχύμωση δεξιάς ζυγωματικής χώρας, εκτεταμένο υποσκληρίδιο αιμάτωμα εγκεφάλου αριστερά και έντονο εγκεφαλικό οίδημα με επιπέδωση των ελίκων του εγκεφάλου, δηλαδή βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση εκ της οποίας επήλθε ο θάνατός του.Πρέπει επομένως ο άνω κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής.[...] -

ΑΠ 1211/2004 (ΠοινΛογ 2004, σελ. 1516)

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 6829/2003 αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτά από το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, περί τα πράγματα, κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1997 από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει επέφερε τον θάνατο άλλου χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του παράχθηκε από τις παρακάτω παραλείψεις του και ειδικότερα όντας εργολάβος της υπό ανέγερση οικοδομής στην Αθήνα κι επί της οδού ............... δεν μερίμνησε αρμοδίως για την ύπαρξη στο χώρο εργασίας φορητών σκαλών που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανα πάσαν στιγμή από τους εργαζομένους, και δεν επέβλεψε για την πόδηση των εργαζομένων στις σκαλωσιές της οικοδομής με τα κατάλληλα για την εργασία τους υποδήματα, με αποτέλεσμα ο εκεί εργαζόμενος .............. κατά το καλούπωμα μιας κολώνας και προκειμένου να καρφώσει τον οδηγό, που βρισκόταν σε ύψος 2 μέτρων περίπου, αντί να χρησιμοποιήσει την κατάλληλη σκάλα ανέβηκε σε διπλανό πύργο φορώντας σαγιονάρες και πατώντας στο λατάκι της σκαλωσιάς γλίστρησε και έχασε την ισορροπία του, με αποτέλεσμα να πέσει επί των αναμονών του οπλισμού της κολώνας και να υποστεί βαριές κακώσεις του αριστερού πνεύμονα από την είσοδο στο αριστερό ημιθωράκιο εξέχουσας σιδηρόβεργας με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός του. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το πρωί ο θανών φορούσε παπούτσια χωρίς να αιτιολογεί γιατί κατά τη συγκεκριμένη εργασία δεν τον εφοδίασε με τα κατάλληλα υποδήματα (άρβυλα, μποτίνια, μπότες) ώστε να φορέσει αυτά και όχι τις σαγιονάρες και να προφυλάσσεται από τον κίνδυνο της ολισθήσεως(άρθρα 106 και 111 Πδ 1073/1981). Μετά ταύτα και ανεξαρτήτου υπαιτιότητας του θανόντος ο οποίος λόγω της εμπειρίας του ως εργάτης οικοδομών μπορούσε να αντιληφθεί τον κίνδυνο της προσπάθειάς του, αφού φορούσε σαγιονάρες και όχι κλειστό υπόδημα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια του ............ Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με αυτά, που δέχθηκε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την υπό των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. προβλεπομένη και απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία[…]   -

ΑΠ 1279/2005 (Δ/ΝΗ 2005, σελ. 1576) 

Ειδικώτερα, δέχθηκε το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να τοποθετήσει τα αναγκαία προστατευτικά κιγκλιδώματα ή τοιχίο, η έλλειψη των οποίων καθίστα επικίνδυνη την διέλευση από την εν λόγω υπερυψωμένη πάροδο και συνέβαλεν αποφασιστικώς την επέλευση του ενδίκου θανατηφόρου ατυχήματος, επήγαζεν από την ως δημάρχου της πόλεως Χαλκίδος ιδιότητά του, συνεπεία της οποίας είχε νομική προς τούτο υποχρέωση, αφού στα  καθήκοντά του περιελαμβάνετο και η υποχρέωση συντηρήσεως των οδών, κυρίων και δευτερευουσών, της περιοχής του και η διατήρηση αυτών σε καλή κατάσταση, ώστε να αποτρέπονται εκ του λόγου τούτου ατυχήματα, να κατάσκευάσει τα ανωτέρω προστατευτικά έργα, δια τα οποία ήτο αρμόδιος και υπεύθυνος, όπως τούτο προκύπτει σαφώς από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1α`Ι, ιδ`, 40 παρ. 1, 115 η` του π.δ. 410/ 1995, και ο οποίος από έλλειψη της οφειλομένης εκ των περιστάσεων προσοχής, την οποία ηδύνατο και όφειλε να καταβάλει, αφού, ως δέχεται το δικαστήριο, και οι κάτοικοι της περιοχής του είχαν επισημάνει τον ενεδρεύοντα εκεί κίνδυνο και είχαν ζητήσει την λήψη των μέτρων αυτών, αυτός όμως παρέλειψε να κατασκευάσει, και κατεσκεύασε, αμέσως μετά το ατύχημα η επομένη δημοτική αρχή. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. -

ΑΠ 1120/2007 ( ΝΟΜΟΣ)  

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Αρχές του έτους 1999 επί οικοδομής του ......που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και ....της πόλεως της ......., ανεγείρονταν πολυώροφη οικοδομή. Επιβλέπων μηχανικός του ως άνω έργου ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ήδη εκκαλών, ..... υπεργολάβος δε αυτού ο δεύτερος κατηγορούμενος ήδη εκκαλών ...... στον οποίο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εργαζόταν ο οικοδόμος-σοβατζής ........ Την 24-3-1999 οι άνω κατηγορούμενοι ανέθεσαν στον παραπάνω εργάτη να μεταφέρει τα αναγκαία υλικά για την τοποθέτηση σταθερού ικριώματος στο οποίο θα στέκονταν οι εργάτες σοβατζήδες προκειμένου να επιχρίσουν τον εσωτερικό τοίχο της εσωτερικής κλίμακας στον τέταρτο όροφο της οικοδομής, χωρίς προηγουμένως να τοποθετήσουν , όπως όφειλαν (άρθρο 20 εδ.β του Π.δ 778/1980) προσωρινό προστατευτικό κιγκλίδωμα (ξύλινο ή μεταλλικό) με χεορολισθήρα σε ύψος ενός (1) μέτρου από τη γραμμή αναβάσεως και ράβδο μεσοδιαστήματος σε ύψος μισού μέτρου (0,50 μ.) από αυτή και θωράκιο ύψους δέκα πέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, ώστε να εξασφαλίσουν την κλίμακα και τον υπάρχοντα φανό του κλιμακοστασίου διαστάσεων 1,20 έναντι της πτώσης των εργαζομένων. Εξ αιτίας των παραλείψεων αυτών των κατηγορουμένων, οφειλομένων σε έλλειψη της προσοχής που αυτοί όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν ως εκ του επαγγέλματος και της ιδιότητάς τους, ο παραπάνω εργάτης (.......) καθ ον χρόνο μετέφερε τα αναγκαία υλικά για την κατασκευή του ικριώματος εντός του φανού του κλιμακοστασίου στον τέταρτο (4ο) όροφο, κατέπεσε από ύψος δέκα τεσσάρων (14) μέτρων περίπου επί του δαπέδου του ισογείου, με αποτέλεσμα να υποστεί βαρειά σωματική βλάβη, από μόνη δε ενεργό αιτία τα άνω τραύματά του επήλθε ο θάνατός του. Οι άνω κατηγορούμενοι όφειλαν να λάβουν τα εκ του άνω άρθρου προβλεπόμενα άνω μέτρα ασφαλείας, ο μεν πρώτος ως επιβλέπων μηχανικός της οικοδομής, χωρίς την ύπαρξη του οποίου δεν ήταν επιτρεπτή η εκτέλεση του έργου, αφετέρου δε ο δεύτερος, ως εργοδότης του παθόντος...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους του κατηγορουμένους και επέβαλε σε καθένα ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.  Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζει το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή) τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της πράξης, τον αιτιώδη σύνδεσμο των παραλείψεων και του αποτελέσματος και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, η οποία πηγάζει από την ιδιότητά του ως επιβλέποντα μηχανικού και την υποχρέωση αυτού να υποδεικνύει και να επιβλέπει την τήρηση μέτρων ασφαλείας για τους εργαζόμενους στην οικοδομή.  -

ΑΠ 2494/2008 ( ΝΟΜΟΣ)

 Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία του κατηγορουμένου), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Την 5-6-2000 ο κατηγορούμενος, εκπρόσωπος της εταιρίας ".... ........ ....." ανέλαβε ως εργολάβος από τον ιδιοκτήτη του υπό ανακαίνιση κέντρου διασκέδασης, με την ονομασία ".....", Α, κατοίκου Θεσσαλονίκης, τις εργασίες επισκευής υπάρχουσας μεταλλικής στέγης και τοποθέτηση επ` αυτής, ως επικάλυψη, τέντας από πλαστικό υλικό. Ούτω ανέθεσε τις σχετικές εργασίες στον Β, εργαζόμενο στην επιχείρησή του και στον Γ, που διατηρεί κατάστημα σιδηροκατασκευών. Η υπάρχουσα μεταλλική στέγη στο υπό ανακαίνιση κέντρο διασκέδασης είχε διαστάσεις 20Χ30 μ. περίπου, τα ζευκτά ήταν σε απόσταση 4,0 μ. οι δε τεγίδες ανά 2,0 μ περίπου. Κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία και περί ώρα 3.00 μ.μ, περίπου είχε ήδη τοποθετηθεί η εν λόγω τέντα σε δύο ρολά στην άκρη της στέγης, πλην όμως είχε τοποθετηθεί στραβά (βλ. απολογία κατηγορουμένου), ενώ στη συνέχεια θα έπρεπε αυτή να ξετυλιχθεί στην αριστερή και δεξιά γωνία της στέγης. Ο κατηγορούμενος σκόπευε να την μετακινήσει την επόμενη ημέρα με τη βοήθεια γερανοφόρου οχήματος, λόγω του μεγάλου βάρους αυτής που δυσκόλευε την μετακίνησή της, μέχρι την κορυφή της στέγης σταδιακά και από εκεί να την τραβήξει με σχοινιά από τις δύο πλευρές της στέγης προς τις δύο κλίσεις της, καλύπτοντας έτσι την τελευταία στο σύνολό της. Προς εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, ήτοι του ισιώματος και ξετυλίγματος της τέντας, μόνον στην αριστερή και δεξιά γωνία της στέγης, χωρίς αυτή να μετακινηθεί, οι εργαζόμενοι Β και Γ ανέβηκαν στη στέγη, επιπρόσθετα και διότι ο τελευταίος είχε πλέον τελειώσει με την ανακατασκευή της σιδηροκατασκευής που είχε αναλάβει και δεν θα επέστρεφε την επόμενη ημέρα για πιθανές απαιτούμενες οδηγίες. Οι ανωτέρω εργασίες λάμβαναν χώρα στο κανονικό κτήριο που εργάζονταν οι τελευταίοι, όταν λόγω μη κανονικής συγκόλλησης της στέγης, αλλά και του μεγάλου βάρους της τέντας, που βρισκόταν πάνω σ`αυτήν, υποχώρησαν (έσπασαν) τα μεταλλικά μέρη όπου εργάζονταν οι δύο εργαζόμενοι, με αποτέλεσμα αυτοί να πέσουν από ύψος έξι (6) περίπου μέτρων στο δάπεδο του κτιρίου και να υποστούν βαριές σωματικές κακώσεις και ειδικότερα ο μεν Β, εγκάρσιο κάταγμα της βάσεως του κρανίου επεκτεινεμενο προς το θόλο, διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία και διάχυτη αιμορραγία της παρεγκεφαλίδας, πολλαπλά κατάγματα των πλευρών δεξιά με ρήξη πνευμόνων και αιμοθώρακα, πολλαπλές ρήξεις του ήπατος και αιμοπεριτόναιο, συνεπεία δε των ως άνω βαρύτατων κακώσεων επήλθε μαζική εσωτερική αιμορραγία, η οποία επέφερε το θάνατό του την ίδια ως άνω ημέρα, ο δε Γ, βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση με ενδοεγκεφαλικό αιμάτωμα, κατάγματα σπλαγχινικού κρανίου, κατάγματα βάσεως κρανίου, τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, κάκωση οπτικών νεύρων αμφοτεροπλεύρως και κάταγμα ανωνύμου και κάταγμα Colles δεξιά, απώλεια της όρασης και διαταραχές της συμπεριφοράς. Υπαίτιος του θανάτου του Β και του σοβαρού τραυματισμού του Γ είναι ο κατηγορούμενος εργολάβος, ο οποίος είχε αναλάβει την ανακατασκευή της σιδηροκατασκευής της στέγης και την τοποθέτηση της τέντας και απασχολούσε στο έργο αυτό τους προαναφερθέντες. Ο κατηγορούμενος από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει λόγω του επαγγέλματος του, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα της παραλείψεώς του και δεν έλαβε τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και προς αποφυγή του κινδύνου πρόκλησης οιουδήποτε ατυχήματος. Συγκεκριμένα, δεν προέβη στην κατασκευή καταλλήλου δαπέδου εργασίας και στη δημιουργία σταθερού ικριώματος ή στη χρήση σκαλωσιάς που να πληροί τους κανόνες ασφαλείας (σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3 επ. του ΠΔ 778/1980), έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η πτώση των εργαζομένων, δεδομένου ότι τα μεταλλικά στοιχεία της στέγης ήταν ακατάλληλα για να χρησιμοποιηθούν ως δάπεδο εργασίας εφόσον δεν διέθεταν ούτε το αναγκαίο πλάτος των 60 cm, ούτε πλευρική προστασία έναντι πτώσεως (κιγκλίδωμα) (σύμφωνα με τα άρθρα 9, 16 και 18 του ΠΔ 778/80) ούτε χρησιμοποίησε γερανοφόρο όχημα με ειδικό καλάθι για την ασφαλή τοποθέτηση και εργασία αυτών, (άρθρ. 10 παρ. 5, 4 ΠΔ 16/94), επιπλέον δε δεν μερίμνησε να εφοδιάσει τους εργαζομένους με ατομικά μέσα προστασίας, όπως ζώνες ασφαλείας που θα τους συγκρατούσε σε πιθανή πτώση ή κράνη που θα τους προστάτευαν σε περίπτωση κτυπήματος στο κεφάλι, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς λήψη αυτών των μέτρων ασφαλείας πηγάζουσα από τις σαφείς διατάξεις του νόμου, αναφορικά με το είδος και τη μορφή των εκτελουμένων εργασιών. Συνεπώς, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ` υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που του αποδίδονται, όπως αυτές διατυπούνται στο διατακτικό, της παρούσης ... ".  Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία  -

ΑΠ 102/2009 (ΝΟΜΟΣ)  

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης με αριθμ. 1037/2007 απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρεί στο Δ.Δ ..... ένα μανδρί, εντός ενός αγρού ιδιοκτησίας του. Για τις ανάγκες της άρδευσης αυτού του αγρού χρησιμοποιούσε μία τάφρο, που είχε ανοίξει παλιά η ΜΟΜΑ και βρίσκεται σε δημοτικό έδαφος και στην οποία συγκεντρώνονται τα ύδατα. Αλλοτε δε την τροφοδοτούσε με νερό από πομώνα ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Παρά το ότι όμως πλέον την χρησιμοποιούσε καθημερινά μόνο ο ίδιος και κανένας άλλος, αφού δεν είχε άλλος γείτονας πρόσβαση, δεν έλαβε κανένα προστατευτικό μέτρο για την περίφραξή της. Αντίθετα μάλιστα κάθε χρόνο προέβαινε σε καθαρισμό της και έτσι επερχόταν εκβάθυνση αυτής. Παρότι δε υπήρχε κοντά η οικία του πατέρα της θανούσας ανήλικης και τα παιδιά του έπαιζαν στην περιοχή, αυτός αδράνησε παρά τις προειδοποιήσεις του άνω πατρός. Ετσι την 13-3-2002 η ανήλικη, που ακολούθησε τα αδέλφια της στο παιγνίδι, χωρίς να την αντιληφθούν οι γονείς της, γλίστρησε στην τάφρο και πνίγηκε. Ο ως άνω πνιγμός της οφείλεται και στην αμέλεια του κατηγορουμένου, που δεν έλαβε τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα περίφραξης της τάφρου, αν και έκανε αποκλειστική χρήση αυτής, όπως θα έπραττε κάθε άλλος μετρίως συνετός άνθρωπος με τις αυτές συνθήκες. μπορούσε να την περιφράξει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του για τους άνω λόγους. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως. -

ΑΠ 1250/2011 (ΝΟΜΟΣ) 

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος το οποίο τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται, ότι ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του οποίου τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγουμένη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ) πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ` όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική σχέση πηγάζει. Από την εκτίμηση των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών και κατ` εφαρμογή των διατάξεων και νομικών σκέψεων που αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του I. M., οφείλονται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου, ο οποίος ως εργολάβος είχε την ευθύνη για τη λήψη και τήρηση των επιβαλλόμενων μέτρων ασφαλείας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 παρ. 1β του αναφερόμενου στη νομική σκέψη της παρούσας ΠΔ/τος 778/1980, αυτό ήταν η κατασκευή ανεξάρτητου ως προς την στέγη ικριώματος εφοδιασμένου με δάπεδο εργασίας σε ύψος που να φθάνει στο σημείο απόληξης της στέγης, δηλαδή σε ύψος τουλάχιστον 2.10 μέτρων, παράλληλα προς αυτή, και καθ` όλο το μήκος της, δηλαδή έξω από το χώρο της στέγης και παράλληλα με τον τοίχο ή τη δοκό στήριξης των χιαστί τοποθετούμενων δοκαριών για τη στήριξη της στέγης, έτσι ώστε, ο I. M., κατά την εκτέλεση της προαναφερόμενης εργασίας του, θα είχε τη δυνατότητα ευρισκόμενος πάνω σε μια τέτοια σκαλωσιά - και όχι ανεβασμένος στη στέγη, όπως συνέβη στην πραγματικότητα να εκτελέσει ακίνδυνα και με απόλυτη ασφάλεια την ως άνω εργασία του. Σημειώνεται δε ότι η αναφερόμενη παραπάνω πρόχειρη σκαλωσιά που αναπτύχθηκε σε περιορισμένο μήκος της στέγης και μόνον από τη νότια πλευρά αυτής και πάντως όχι καθ` όλο το μήκος αυτής, πάνω στην τσιμεντένια βάση της ψησταριάς, και ύψους μόλις ενός μέτρου, που έφθανε κάτω από το πλαίσιο της στέγης, είναι προφανές ότι δεν αποτελεί το επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες διατάξεις ικρίωμα, όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω, η ύπαρξη του οποίου είναι βέβαιο ότι θα εμπόδιζε την πτώση του ως άνω θανόντος εργάτη.Συνεπώς, ενόψει όλων των προαναφερομένων στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, αφού αυτός από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως εργολάβος εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών, με βάση τις προσωπικές του ικανότητες και γνώσεις, προκάλεσε το θάνατο του I. M., κάτω από τις αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό συνθήκες.[…]

  • ΑΠ  290/2012(ΝΟΜΟΣ)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ` αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.[…] Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδεικνύονται, ..., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 16-11-2004, και ενώ το απόγευμα της 14-11-2004 προηγήθηκε έντονη λασποβροχή στην Κύθνο, συνέβη θανατηφόρο ατύχημα στο περιβάλλον εναέριας γραμμής 15 kV, καθώς ο Π. Μ., κάτοικος ..., βρέθηκε νεκρός από ηλεκτροπληξία κοντά στον 27 στύλο της υποδιακλάδωσης από το στύλο 9 της διακλάδωσης από το στύλο 107 της γραμμής Ρ230 του δικτύου της ΔΕΗ. Στο συγκεκριμένο στύλο (27) παρατηρήθηκε απανθράκωση τμήματος της τραβέρσας και πτώση του αγωγού με το μονωτήρα στο έδαφος, χωρίς όμως να επέλθει θραύση του αγωγού ούτε και διακοπή του ρεύματος, με συνέπεια ο Π. Μ., συνταξιούχος αγρότης, όταν, κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με τη φροντίδα των καλλιεργειών και των ζώων της ιδιοκτησίας του, ήλθε σε στιγμιαία επαφή με τον ευρισκόμενο πλησίον του εδάφους αγωγό (όπως και λίγο πριν ένα πρόβατο ιδιοκτησίας του) να υποστεί ηλεκτροπληξία και από το λόγο αυτό να αποβιώσει ακαριαία.[…] Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των καθηκόντων του ως υπεύθυνου της συντηρήσεως του ηλεκτρικού δικτύου της ΔΕΗ της νήσου Κύθνου, της διαγνώσεως και αποκαταστάσεως οποιασδήποτε βλάβης αυτού και της ενεργοποιήσεως των μέτρων ασφαλείας σε περίπτωση επελεύσεως βλάβης, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός, μετά την ανωτέρω κακοκαιρία, δεν διενέργησε έλεγχο και επιθεώρηση στο εναέριο δίκτυο, όπου, συνεπεία της κακοκαιρίας, είχαν σημειωθεί βλάβες (πτώσεις καλωδίων) επικίνδυνες για την ανθρώπινη ζωή, και, στη συνέχεια, δεν μερίμνησε για την αποκατάσταση των βλαβών, με αποτέλεσμα να έλθει ένας ηλεκτροφόρος αγωγός σε επαφή με το σώμα του θύματος και να του προκαλέσει ηλεκτροπληξία, από την οποία επήλθε ο θάνατός του και β) αιτιολόγησε επαρκώς τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Εξέθεσε, ακόμη, σαφώς ότι συνέτρεξε ενσυνείδητη αμέλεια του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ότι αυτός γνώριζε ότι ήταν πολύ πιθανόν, λόγω της ρυπάνσεως των αγωγών από τη λασποβροχή, να αποκολληθεί από αυτούς η ξύλινη τραβέρσα, να καταπέσει στη γη, να προκαλέσει μονοφασικό βραχυκύκλωμα και να ελλοχεύει ο κίνδυνος της ηλεκτροπληξίας, σε περίπτωση που κάποιος ερχόταν σε επαφή με τους αγωγούς[…]

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από όλες τις παραπάνω αποφάσεις, εκ των οποίων παρατέθηκαν συγκεκριμένα αποσπάσματά τους, καθίσταται εναργές, ότι η νομολογία στις περιπτώσεις που δέχεται τέλεση ανθρωποκτονίας με παράλειψη, είτε από πρόθεση, είτε από αμέλεια, επικεντρώνεται, ως επί το πλείστον, στην ανεύρεση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που θεμελιώνει και την υποχρέωση αποτροπής του αποτελέσματος, καθώς και στον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στην παράλειψη, ως τρόπου τέλεσης του εγκλήματος, και στο επελθόν αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, απαιτείται να αποτελεί η παράλειψη «αιτιακή συνθήκη» του αποτελέσματος, που επέτρεψε την επέλευσή του και η οποία θα αποφεύγετο, εάν λάμβανε χώρα η αναμενόμενη κοινωνικά συμπεριφορά, η οποία όμως θα πρέπει να είναι σε θέση να αποτρέψει αυτοτελώς την επέλευση αυτή. Επιπλέον, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στις περισσότερες των αποφάσεων(λ.χ ΑΠ 782/1996
) , θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξειδικεύεται η πηγή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης που θεμελιώνει υποχρέωση ενέργειας. Πρέπει δε να παρατηρηθεί, ότι τη μεγαλύτερη κατηγορία ανθρωποκτονιών με παράλειψη συνιστούν τα εγκλήματα των ανθρωποκτονιών με παράλειψη που τελούνται από αμέλεια, στην οποία προεξέχουσα θέση καταλαμβάνουν εκείνα που συνίστανται στη μη λήψη των για τη συγκεκριμένη περίπτωση ενδεδειγμένων προστατευτικών μέτρων ή μέτρων ασφαλείας[1] . Τέλος, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν οι περιπτώσεις όπου η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, όπου εκεί η νομολογία σταθερά δέχεται, ότι σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται σε κάθε περίπτωση, εκτός από την συνδρομή των προϋποθέσεων του αρ. 28 ΠΚ, και η συνδρομή των προϋποθέσεων του αρ. 15 ΠΚ. Ωστόσο, δε θα πρέπει να παραγνωρίζεται, ότι η ως άνω νομολογιακή τακτική οδηγεί πολλές φορές σε σύγχυση ανάμεσα στην αντικειμενική προσβολή του καθήκοντος επιμέλειας (ως στοιχείου της αμέλειας) με την παραβίαση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης(ως στοιχείου της μη γνήσιας παράλειψης). Η νομολογιακή αυτή τακτική έχει επικριθεί από τη θεωρία στο βαθμό που προκαλεί σύγχυση ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες, που σε τίποτε δεν συναρτώνται[2]. Από την παραπάνω προβληματική θα πρέπει βέβαια να διακριθεί η περίπτωση της μικτής συμπεριφοράς, η οποία εμπεριέχει τόσο στοιχεία ενέργειας, όσο και παράλειψης, και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια με όλα τα συμπαρομαρτούντα αυτής της παραδοχής[3].

[1] Για αυτή την κατηγορία βλ. χαρακτηριστικές περιπτώσεις σε Α. Χαραλαμπάκης, Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου, 5η έκδοση, σελ. 172 επ.

[2] Βλ. χαρακτηριστικά Α. Χαραλαμπάκης, ό.π., σελ. 186-187

[3] Στ. Παύλου – Γ. Μπέκας, ό.π. , σελ. 477-478

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;