Αξιολόγηση και αντιμετώπιση της ένστασης ενδεχομένου δόλου στις υποθέσεις ν. 3869/2010

*του Κώστα Βουλκίδη, Δικηγόρου Θεσσαλονίκης

Εν όψει του ότι η ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του δανειολήπτη υπό την έννοια της παρ. 1 άρθρ. 1 Ν. 3869/10, αποτελεί πλέον την συχνότερη ίσως αιτία απόρριψης των αιτήσεων υπαγωγής στις διατάξεις του ως άνω νόμου, είναι μείζονος σημασίας η εξέταση των ουσιαστικών και δικονομικών προϋποθέσεων εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως που εξαιρεί τον κατ' αρχήν εντασσόμενο στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του νόμου από τις προστατευτικές του διατάξεις, οι οποίες απηχούν ευθέως την συνταγματική προστασία της αξιοπρέπειας του ατόμου, της οικονομικής ελευθερίας και της οικιακής του ειρήνης δια της προστασίας της κύριας κατοικίας του και της ρύθμισης των οφειλών του με σεβασμό στις βιοτικές του ανάγκες. Ήδη από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα ότι η εξαίρεση κάποιου από το προστατευτικό αυτό πλέγμα, πρέπει να βασίζεται σε αυστηρά κριτήρια αξιολογούμενα υπό το πρίσμα του σκοπού του νόμου. Το θέμα έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία και για την υποστήριξη ενδίκων μέσων κατά συναφών αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Σύμφωνα με τις παγιωθείσες παραδοχές της νομολογίας, (ΑΠ 53/2020 κ.α.), “Ο ν. 3869/ 2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών............. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/20140)”.

Από τα τονισμένα ιδίως αποσπάσματα της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, προκύπτει πρώτον ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί ύπαρξης δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη μπορεί να είναι μόνο αποτέλεσμα αποδοχής σχετικής ορισμένης ενστάσεως από τους πιστωτές, και δεύτερον ότι από την ένσταση αυτή πρέπει να προκύπτει και να αποδεικνύεται ότι ο οφειλέτης γνώριζε κατά την λήψη των δανείων ότι είναι τουλάχιστον αμφίβολη η δυνατότητα εξυπηρέτησής τους στο προβλέψιμο μέλλον. Τίθενται επομένως δύο προϋποθέσεις, μία δικονομική (υποβολή ενστάσεως) και μία ουσιαστική (γνώση οφειλέτη περί ενδεχόμενης αδυναμίας), από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι η ουσιαστική προϋπόθεση καθορίζει το ουσιαστικό περιεχόμενο και αποδεικτικό μέτρο της δικονομικής. Ήτοι, η υποβαλλόμενη ένσταση πρέπει κατά τρόπο ορισμένο και με την επίκληση επαρκών αποδεικτικών στοιχείων να θεμελιώνει την γνώση και αποδοχή του οφειλέτη κατά την λήψη των δανείων ότι υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να αδυνατεί να τα αποπληρώσει.

Από την παραδοχή αυτή, η οποία δεν δύναται να αμφισβητηθεί τουλάχιστον με βάση την κυρίαρχη ερμηνεία της διατάξεως, εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο ενιστάμενος πιστωτής οφείλει να θεμελιώσει την ένστασή του στην πρόθεση και γνώση του οφειλέτη, ήτοι στο υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, χωρίς να απαιτούνται για την στοιχειοθέτησή του και λοιπές πρόσθετες αντικειμενικές προϋποθέσεις (Αθ. Κρητικός, ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων, 4η έκδοση Σάκκουλα). Η ως άνω άποψη, δεν συνεπάγεται φυσικά πλήρη απαλλαγή του ενισταμένου από την υποχρέωση θεμελίωσης της ενστάσεώς του σε πραγματικά γεγονότα : Αντιθέτως, στην πραγματικότητα και κατ' ορθή ερμηνεία της διάταξης και εφαρμογή των αποδεικτικών κανόνων, η υποστήριξη της σχετικής ένστασης συνεπάγεται δυσθεώρητο αποδεικτικό βάρος για τον ενιστάμενο και το Δικαστήριο, διότι καλείται ο πρώτος να αποδείξει και το δεύτερο να αιτιολογήσει – και όχι πιθανολογήσει – την εσωτερική βούληση και πνευματική κατάσταση του οφειλέτη σε παρελθοντικό μάλιστα χρόνο. Η απόδειξη ενός αποκλειστικά υποκειμενικού στοιχείου του εσωτερικού κόσμου του ατόμου είναι προφανώς εξ ορισμού ατελής, και κατά λογική αναγκαιότητα μπορεί να υλοποιηθεί με δύο μόνο τρόπους : Είτε με την μαρτυρική κατάθεση άλλων υποκειμένων που γνώριζαν την βούληση και γνώση του οφειλέτη κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, είτε με την επίκληση συνδυασμού αντικειμενικών γεγονότων και στοιχείων, από την συνδυαστική εξέταση των οποίων να κατατείνεται ότι θα ήταν αδύνατο, ή τουλάχιστον απίθανο, ο δανειολήπτης να μην είχε γνώση και αντίληψη του ότι η οικονομική του κατάσταση δεν θα του επέτρεπε στο μέλλον να εξυπηρετήσει τα δάνεια που ελάμβανε.
Επομένως, καθίσταται προφανές ότι – απουσία σχετικών μαρτυριών - αφενός το περιεχόμενο της σχετικής ενστάσεως των πιστωτών, αφετέρου η αιτιολόγηση της αποδοχής της από το Δικαστήριο, οφείλουν να περιέχουν επαρκή στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ή έστω να προκύπτει άνευ λογικής αμφιβολίας, ότι η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη κατά τον χρόνο λήψης εκάστου δανείουήταν τέτοια, που θα όφειλε αυτός ως εντός του μέτρου κινούμενος πολίτης καταναλωτής και εργαζόμενος να προβλέψει ως σοβαρό ενδεχόμενο την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεων που συνεπάγοντο τα δάνεια αυτά.

Στην περίπτωση δε των τοκοχρεωλυτικών δανείων, όπως είναι η συντριπτική πλειοψηφία των ρυθμιζομένων με τις διατάξεις του ν. 3869/10 οφειλών, αυτό συνεπάγεται λογικά την δυνατότητα ή μη καταβολής της μηνιαίας δόσης.
Η δυνατότητα αυτή δύναται να εξεταστεί αποδεικτικώς κατά τα ανωτέρω με δύο τρόπους από το Δικαστήριο (και αντιστοίχως να προβληθεί από τις ενιστάμενες) : Τον δεοντοκρατικό – θεωρητικό, ήτοι τί θα έπρεπε λογικά να συμβαίνει με βάση τα επίσημα και έγγραφα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους, όπως φορολογικές δηλώσεις και συμβάσεις δανείων, και τον οντολογικό, δηλαδή τί έγινε στην πραγματικότητα κατά την εξυπηρέτηση των δανείων στην πράξη. Η ύπαρξη πραγματικών στοιχείων συνεπούς πληρωμής των δανείων προφανώς καθιστά εν πολλοίς περιττό τον θεωρητικό έλεγχο, καθώς η τω όντι εξυπηρέτηση των δανείων για σεβαστό χρονικό διάστημα μετά την λήψη τους τεκμαίρει την ύπαρξη αντίστοιχης οικονομικής δυνατότητας στο πρόσωπο του δανειολήπτη, και επομένως αναιρεί κάθε υπόνοια περί ενδεχομένου δόλου.Το στοιχείο αυτό συνηθέστατα λείπει από τις σχετικές δικογραφίες, διότι αφενός οι τράπεζες δεν προσκομίζουν τις πλήρεις κινήσεις των δανειακών λογαριασμών, αφετέρου ο δανειολήπτης δεν τα διαθέτει και βρίσκεται αντιμέτωπος με δυσθεώρητες χρεώσεις εκατοντάδων ευρώ όταν αιτείται την παροχή εκτυπωμένων αντιγράφων τους. Ο ένας τρόπος βέβαια δεν αποκλείει εντελώς τον άλλο, καθώς έχουν ουσιαστική σημασία παράγοντες όπως το κεφαλαιακό ύψος των δανείων, η αιτία λήψης τους, η ύπαρξη εμπραγμάτων ή προσωπικών ασφαλειών– όχι ως όρος απαλλαγής του δανειολήπτη από την υποχρέωση έλλογης οικονομικής συμπεριφοράς, αλλά ως απόδειξη της περιουσιακής του επάρκειας– και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο χρησιμεύει για την εξαγωγή μίας τεκμηριωμένης δικαστικής κρίσεως.

Για τον σκοπό επομένως της διαμόρφωσης δικαστικής κρίσεως περί της ύπαρξης ενδεχομένου δόλου στο πρόσωπο του δανειολήπτη, εις εκ των αντικειμενικών παραγόντων που οφείλει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο είναι το κεφαλαιακό ύψος των δανείων που βαρύνουν τον οφειλέτη σε συνδυασμό με το συμβατικό επιτόκιο. Τούτο διότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη δόλου είναι ο χρόνος λήψης των δανείων, και επομένως η κρίσιμη αυτή αναλογία, πρέπει να εξεταστεί με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο εκείνο και όχι επί του διαμορφωθέντος ύψους των οφειλών μετά από πολυετή επιβάρυνσή τους με έξοδα, τόκους υπερημερίας, εξωλογιστικούς τόκους, ανατοκισμούς και αδιαφανείς τραπεζικές χρεώσεις.

Επιπροσθέτως, πρέπει εδώ να τονιστεί ότι σε συνδυασμό με το ύψος του αρχικού δανεισθέντος κεφαλαίου, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και το ποσό που στη συνέχεια ο δανειολήπτης κατέβαλε προς αποπληρωμή των δανείων του και το οποίο αναλώνεται στην πορεία σε τόκους και έξοδα με αποτέλεσμα η τελική εικόνα της οφειλής να είναι απολύτως παραπλανητική.Ηυποκειμενική επομένως συμπεριφορά των αιτούντων την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου, αξιολογείται με βάση τα δεδομένα του κρίσιμου χρόνου λήψης των δανείων, και όχι μετά από έτη οικονομικής αδυναμίας.

Δεύτερο κρίσιμο αντικειμενικό στοιχείο στην δικαστική κρίση, είναι η οικονομική δυνατότητα των οφειλετών για καταβολή των δανειακών τους οφειλών. Στις περιπτώσεις των ελευθέρων επαγγελματιών / μικρεμπόρων, είναι συχνό φαινόμενο η αδυναμία απόδειξης επαρκών εισοδημάτων λόγω της εκτεταμένης στην πράξη φοροδιαφυγής, η οποία οδηγεί στην αποδοχή των ενστάσεων περί ενδεχομένου δόλου. Συνηθέστατα δε η μόνη απόδειξη περί του ύψους των αληθινών εισοδημάτων των επαγγελματιών συνίσταται σε μαρτυρικές καταθέσεις το περιεχόμενο των οποίων είτε “δεν κρίνεται πειστικό” από το Δικαστήριο, είτε απορρίπτεται με μόνη αιτιολογία ότι “δεν αποδεικνύεται με κάποιον τρόπο πέραν της κατάθεσης”. Κατ' αρχάς, οι αιτιολογίες αυτές δεν πληρούν την υποχρέωση επαρκούς και νόμιμης αιτιολόγησης της δικαστικής απόφασης και υπερβαίνουν την διακριτική ευχέρεια της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το Δικαστήριο, εάν δεν αναφέρεται για ποιον λόγο δεν επείσθη αυτό από την κατάθεση – η οποία είναι παραδεκτό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Επιπροσθέτως, στην δεύτερη περίπτωση θέτουν νέο αυθαίρετο δικονομικό κανόνα απόδειξης, σύμφωνα με τον οποίο η μαρτυρική κατάθεση γίνεται δεκτή μόνο εάν συναποδεικνύεται από έτερο αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω, αποτελεί πλέον δίδαγμα της κοινής πείρας αποδεκτό ευθέως και από τον νομοθέτη, ότι τα πραγματικά εισοδήματα των ελευθέρων επαγγελματιών είναι κατά κανόνα μεγαλύτερα από τα δηλωθέντα στην Εφορία. Επί της παραδοχής αυτής βασίζεται το σύνολο της κρατικής φορολογικής πολιτικής και της φορολογικής νομοθεσίας, επί παραδείγματι με την εισαγωγή των τεκμαρτών δαπανών διαβίωσης. Όπως χαρακτηριστικά δέχθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, (ΣτΕ 4897/1987): «Με τη χρήση φορολογικών τεκμηρίων δεν επιβάλλεται φόρος επί πλασματικής φορολογητέας ύλης αλλά καθιερώνεται ειδική μέθοδος εξεύρεσης υπαρκτής αλλά μη εμφανούς φορολογητέας ύλης». Η παγκοίνως δεκτή αυτή κοινωνική πραγματικότητα, την οποία δέχονται τα Δικαστήρια ακόμη και όταν υπάρχει αντίρρηση του φορολογουμένου, δεν μπορεί να αποτελεί μη εκτιμητέο γεγονός από τα Ειρηνοδικεία ιδίως όταν υπάρχει ρητή παραδοχή του γεγονότος από τον ίδιο τον φορολογούμενο. Αντίστοιχα άλλωστε δεν αποτελούν αμάχητο τεκμήριο περί του αληθούς εισοδήματος τα φορολογικά στοιχεία σε περιπτώσεις εργατικών διαφορών, όπου παγίως εξετάζεται το πραγματικό ύψος των απολαβών του εργαζομένου και γίνεται δεκτό αυτό από τα Δικαστήρια. Εν τούτοις, συχνά τα Ειρηνοδικεία παρά το ότι οι ίδιες οι τράπεζες που κατά τον χρόνο εκταμίευσης προέβαιναν στον έλεγχο της πιστοληπτικής δυνατότητας των δανειοληπτών την αποδέχοντο ρητά ως επαρκή για την εκταμίευση των δανείων,και παρά το ότι συχνότατα η επί έτη εμπρόθεσμη καταβολή των δόσεων των δανείων αποδεικνύει αμάχητα την έλλειψη δόλου στο πρόσωπο των δανειοληπτών, δέχονται ως οιονεί αμάχητο τεκμήριο τα φορολογικά στοιχεία και διαμορφώνουν αναλόγως την κρίση τους.
Ιδίως το στοιχείο της αποδοχής και του ελέγχου της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών από τις τράπεζες κατά την λήψη των δανείων, κακώς δεν συνεκτιμάται κατά την διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης περί ύπαρξης ενδεχομένου δόλου. Στο σημείο αυτό υφίσταται μία λεπτή διάκριση : H έγκριση των δανείωνδεν προβάλλεται εν προκειμένω ως λόγος “συνυπαιτιότητας” των τραπεζών ή επαύξησης των κριτηρίων με βάσει τα οποία οφείλει να κρίνει το Δικαστήριο την ύπαρξη δόλου. Οι απόψεις αυτές, περί ανάγκης απόδειξης ότι ο οφειλέτης απέκρυψε στοιχεία από τους δανειστές του προκειμένου να κριθεί ότι ενήργησε δολίως, έχουν απορριφθεί όντως από την νομολογία του Αρείου Πάγου. Εν τούτοις, πρέπει να αξιολογηθεί το εξής : Εφόσον όντως ο δανειολήπτης δεν έχει αποκρύψει κανένα στοιχείο από τις δανείστριες τράπεζες κατά την χορήγηση των δανείων, ούτε προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, και αυτές κατά τον κρίσιμο χρόνο απεδέχθησαν ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τα δάνεια που ελάμβανε, έχουσες εμπειρία και ειδικά τμήματα για την αξιολόγηση αυτή, όπερ αποδεικνύεται από την εκταμίευση των δανείων, δεν μπορεί παρά να είναι ευθέως και απολύτως καταχρηστική η μετά από π.χ. δεκαετία προβολή της ενστάσεως του ενδεχόμενου δόλου χωρίς να υποστηρίζεται ότι για κάποιον λόγο η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη ήταν ελλιπής κατά τον χρόνο χορήγησης του δανείου. Ήτοι, δεν είναι σύμφωνο με τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας και της καλής πίστης, ο δανειστής να αποδέχεται ΑΡΧΙΚΩΣ κατόπιν προσεκτικής εξέτασης την χορήγηση του δανείου και να του επιτρέπεται σε μεταγενέστερο χρόνο να ισχυρίζεται άνευ αιτιολογήσεως ότι ΤΕΛΙΚΩΣ ο δανειολήπτης όφειλε να προβλέψει την επιγενόμενη οικονομική αδυναμία του στον ίδιο εκείνο χρόνο. Επομένως και υπό την έννοια αυτή, αφενός οι σχετικές ενστάσεις είναι δυνατόν να θεωρηθούν καταχρηστικές, αφετέρου η συμπεριφορά των ιδίων των τραπεζών ελλείψει ειδικότερων δολίων ενεργειών των δανειοληπτών πρέπει να αποτελεί μαχητό τεκμήριο της επαρκούς οικονομικής δυνατότητας του δανειολήπτη κατά τον χρόνο λήψης των δανείων. Σε διαφορετική περίπτωση, γεννάται η εξής οξύμωρη παραδοχή : Οι τράπεζες έλεγξαν μεν και απεδέχθησαν ότι ο δανειολήπτης είχε την οικονομική δυνατότητα να λάβει τα εκάστοτε επίδικα δάνεια, ταυτόχρονα δε και χωρίς ο τελευταίος να τους έχει αποκρύψει τίποτα δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τα λάβει.Τέλος, επ' αυτού δεν μπορεί να προβληθεί βάσιμα ο ισχυρισμός ότι η μία τράπεζα δεν γνώριζε τις υποχρεώσεις του δανειολήπτη έναντι των άλλων, διότι παγίως προηγείται σχετικός έλεγχος υποχρεώσεων, ειδικώς στους επαγγελματίες όπου αναγκαίος όρος χρηματοδότησης ήταν και είναι η προσκομιδή τραπεζικής ενημερότητας από τις λοιπές τράπεζες.

Τέλος, επί του ιδίου αυτού θέματος των εσόδων του δανειολήπτη σε σχέση με τις μηνιαίες δόσεις και το ύψος της αναλαμβανόμενης οφειλής, είναι σύνηθες νομολογιακά το σφάλμα νακρίνεται το συνολικό τους ύψος με βάση τις βεβαιώσεις των τραπεζών που όμως εξεδόθησαν αμέσως πριν την υποβολή της αιτήσεως και με βάση τις διαμορφωθείσες οφειλές κατά τον χρόνο εκείνο, που όμως απέχει παρασάγγας από το ύψος των οφειλών κατά τον χρόνο της ανάληψής τους λόγω των επιβαρύνσεων με τόκους και έξοδα.

Συμπερασματικά, η δικαστική αντιμετώπιση των σχετικών ενστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, πρέπει να θεμελιώνεται σε μία πλήρη και σφαιρική έκθεση των πραγματικών οικονομικών δυνατοτήτων του δανειολήπτη κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, σε συνδυασμό με την ορθή έκθεση των αληθινών δανειακών μεγεθών – κεφάλαιο και ύψος μηνιαίας δόσης. Δικονομικά δε, είναι σημαντικό να τίθεται υπό εξέταση το ορισμένο και το πιθανώς καταχρηστικό της σχετικής ενστάσεως, καθώς και να καταμερίζεται ορθά από το Δικαστήριο το αποδεικτικό βάρος της ένστασης λαμβάνοντας υπ' όψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τις συναλλαγές και τα εισοδήματα των αιτούντων, καθώς και την βαρύνουσας σημασίας πραγματική εξυπηρέτηση των δανείων.