Μπορεί να συμβαδίσει με τα άρθρα 4,5 και 25 του Συντάγματος το προσχέδιο Ασφαλιστικού Νόμου;

Την 4η Ιανουαρίου του 2016 δόθηκε στη δημοσιότητα η Πρόταση Νόμου για το νέο Ασφαλιστικό. Πρόκειται για ένα κείμενο 180 σελίδων, αποτελούμενο από 64 άρθρα. H κοινοποίηση του πυροδότησε πλήθος αντιδράσεων από τους θιγόμενους επαγγελματικούς κλάδους με αποκορύφωμα την αποχή των δικηγόρων η οποία λαμβάνει διαδοχικές παρατάσεις και τα μπλόκα των αγροτών τα οποία έληξαν τον περασμένο Φεβρουάριο. Οι επερχόμενες μεταρρυθμίσεις στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης κάθε άλλο παρά αισιοδοξία δημιουργούν σε εργαζόμενους και συνταξιούχους, στο πλαίσιο μιας ήδη δύσκολης οικονομικής και κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας.

Παρότι η κυβέρνηση διεκδικεί για τον εαυτό της τα εύσημα μιας μεταρρυθμιστικής τομής που έπρεπε να έχει λάβει χώρα εδώ και δύο δεκαετίες, με στόχο την αποτροπή της κατάρρευσης του συστήματος της κοινωνικής ασφάλισης, την εξυγίανση και τον εξευρωπαϊσμό του, η πραγματικότητα που θα διαμορφώσει το νέο ασφαλιστικό περισσότερο στη λογική του “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα” προσιδιάζει: η εθνική ή αλλιώς “βασική” σύνταξη των 384 ευρώ, η απορρόφηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων με σκοπό την πληρωμή των επικουρικών συντάξεων, η σταδιακή κατάργηση του ΕΚΑΣ μέχρι το 2019, η μείωση του Εφάπαξ κατά 10% από 1.1.2015, η εισφορά επί του εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες που θα αγγίζει το 20% για την κύρια ασφάλιση και το 7,5% για την επικουρική και αντιστοίχως η εισφορά ύψους 20% για τους αγρότες, το νέο πλαφόν στις συντάξεις, είναι μερικά μόνο από τα προς ψήφιση μέτρα. Τα μέτρα που καλείται να “περάσει” η Βουλή υπό την επιτακτική ανάγκη κλεισίματος της αξιολόγησης, στην παρούσα φάση, και προκειμένου σε δεύτερο επίπεδο η χώρα να ανταποκριθεί στους δημοσιονομικούς της στόχους.

Οι βασικοί άξονες ­ στόχοι γύρω από τους οποίος θα κινηθούν οι επιμέρους ρυθμίσεις είναι δύο: H διανεμητική και ανταποδοτική δικαιοσύνη στην απονομή των συντάξεων και η ενοποίηση του συστήματος της κοινωνικής ασφάλισης. Ο πρώτος, κυρίως, από αυτούς εγείρει σημαντικούς προβληματισμούς συνταγματικής φύσεως. Αναλυτικότερα, θεσπίζεται διάκριση μεταξύ βασικής και αναλογικής σύνταξης. Η βασική σύνταξη θα συνιστά προνοιακού χαρακτήρα παροχή για όσους δεν έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή είναι ανασφάλιστοι, και γι’ αυτό θα χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους. Αντιθέτως, οι κατά κυριολεξία αναλογικές συντάξεις θα καταβάλλονται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, ως ανταπόδοση για τις εισφορές των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού τους βίου, στα πλαίσια ενός νέου συστήματος αυτοχρηματοδότησης των ταμείων, ελλείψει επαρκών κρατικών πόρων. Το νέο αυτό καθεστώς μπορούμε να πούμε ότι ουσιαστικά απέχει από την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, όπως αυτή κατοχυρώνεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος και θέτει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο με το παρόν σχέδιο νόμου τηρείται η επίσης κατοχυρωμένη με αυτό αρχή της αναλογικότητας. Βάσει της πρώτης αρχής το Κράτος οφείλει, σε επίπεδο προληπτικό, να μεριμνά, μεταξύ άλλων, για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, περιφρουρώντας τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων με τη θέσπιση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων και κοινωνικών πόρων και κυρίως με την απ’ ευθείας συμμετοχή του στη χρηματοδότηση τους. Ταυτοχρόνως δε, οφείλει να θεραπεύει εκ των υστέρων τυχόν κάλυψη ελλειμμάτων των φορέων ασφάλισης. Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση του ασφαλιστικού νόμου γίνεται λόγος για «κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος» και για ανάγκη «καταπολέμησης της εισφοροδιαφυγής, της φοροκλοπής και της αδήλωτης εργασίας», χωρίς όμως να αναφέρονται τυχόν θετικές ενέργειες του Κράτους, με τις οποίες αυτό θα συνέβαλε, ως έχει συνταγματική υποχρέωση, στη διασφάλιση των πόρων των ασφαλιστικών ταμείων. Ακόμη, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας διατυπώνονται ερωτήματα σχετικά με τον αναγκαίο, πρόσφορο και κατάλληλο χαρακτήρα των παραπάνω μέτρων τα οποία έρχονται εκ των υστέρων να παίξουν το ρόλο θεματοφύλακα του ασφαλιστικού συστήματος. Σαφώς, η αναγκαιότητα περιστολής των κρατικών δαπανών είναι τεράστια, ωστόσο μοιάζει το ασφαλιστικό σύστημα (μαζί με το φορολογικό) να γίνεται «θυσία» προς αντιστάθμισμα άστοχων χειρισμών και χαμένων διεκδικήσεων.

Αντιρρήσεις, επιπροσθέτως, διατυπώνονται σχετικά και με το κατά πόσο το παρόν προσχέδιο νόμου μπορεί να συμπορευθεί με το άρθρο 5 του Συντάγματος και συγκεκριμένα την οικονομική, κοινωνική και προσωπική ελευθερία του υποκειμένου, χωρίς να θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος αυτού. Ο νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία να προσθέτει στους ασφαλιζόμενους οικονομικά βάρη. Αντιθέτως, οφείλει να διερευνά και να διασφαλίζει το εάν οι ρυθμίσεις του επιτρέπουν στον επωμιζόμενο τα βάρη να εξακολουθήσει να διαβιώνει όχι απλώς έχοντας τα βασικά για την επιβίωση αλλά έχοντας στη διάθεση του τους πόρους εκείνους που θα του εξασφαλίζουν την πρόσβαση στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας σε ικανοποιητικό βαθμό.

Τέλος, η σχέση ανάμεσα στα επερχόμενα μέτρα και με το άρθρο 4 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει την ισότητα στα δημόσια βάρη μοιάζει ανισομερής. Το βάρος μετατίθεται στους ασφαλιζόμενους οι οποίοι εισφέρουν πέραν των δυνάμεων τους και μάλιστα χωρίς κανένας να τους εγγυάται ότι κάτι τέτοιο θα τους εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές και ασφαλές μέλλον ως προς τις συντάξιμες αποδοχές τους. Με το παρόν νομοθέτημα όσο και με τα προγενέστερα κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στο γενικό συμφέρον και τα περιουσιακά και προσωπικά δικαιώματα των ασφαλισμένων.

Τα σκληρά μέτρα που θα ψηφισθούν εντός ολίγου καιρού μαρτυρούν μια πρόθεση κατάχρησης από πλευράς πολιτείας και δανειστών του υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης, προς εξυπηρέτηση του περιβόητου δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, ο παράγοντας κράτος σχεδόν απουσιάζει από την εξίσωση με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη ευθύνη να μετατίθεται στα μέλη της κοινωνίας. Θα καταφέρουν να αντικρίσουν αυτή τη φορά οι διαρκώς αυξανόμενες θυσίες των τελευταίων την αναμενόμενη και οφειλόμενη από το κράτος ανταπόδοση;

*της Δήμητρας Κ., Ασκούμενη Δικηγόρος Αθηνών