Διαδικασία υποβολής  ενστάσεων σε προσυμβατικό στάδιο Δημόσιου Διαγωνισμού

Μετά τη διενέργεια της δημοπρασίας, υπάρχει η δυνατότητα υποβολής ενστάσεων από τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε αυτή ή αποκλείσθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

του Σπύρου Σκιαδόπουλου, Δικηγόρου Κέρκυρας
ΜΔΕ Εμπορικού & Οικονομικού Δικαίου ΑΠΘ.

Η νομική φύση των ενστάσεων έχουν χαρακτήρα προσφυγής νομιμότητας ή ειδικής διοικητικής προσφυγής που δεν αποτελούν προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως. Δύναται να στραφεί μόνο κατά το στάδιο της προεπιλογής , της κατάθεσης τεχνικών και οικονομικών προσφορών και της αξιολόγησης των τεχνικών προσφορών, όχι για τα στάδια της αξιολόγησης των οικονομικών προσφορών όταν έχει ήδη επιληφθεί η ΕΕΑ ( Επιτροπή Εισήγησης Ανάθεσης).

Ως νομική και πραγματική βάση μπορεί να είναι το οτιδήποτε, νομική ή ουσιαστική πλημμέλεια. Κεντρικός άξονας των ενστάσεων είναι η μη σύμπλευση με το σώμα της διακήρυξης είτε υπό την έννοια της έλλειψης στοιχείων-δικαιολογητικών, είτε υπό την έννοια της προσκόμισης  πλημμελών στοιχείων-δικαιολογητικών. Έτσι, η παντελής έλλειψη ασφαλιστικής-φορολογικής ενημερότητας  ( ή η πλαστή ενημερότητα) δικαιολογεί την κατάπτωση του προσωρινού μειοδότη σε περίπτωση που έχει διαφύγει από την Επιτροπή, η δε προσκόμιση λανθασμένης ενημερότητας που προέκυψε από λάθος της φορολογικής αρχής δεν δικαιολογεί  κατάφαση ένστασης. Επίσης, η διαγραφή ποσοστού έκπτωσης και η εναπόθεση νέου ποσοστού έκπτωσης δεν θα πρέπει να δικαιολογεί ένσταση, εφόσον προκύπτει πως ο υποψήφιος έθεσε ο ίδιος την τροποποίηση επί της οικονομικής προσφοράς. Μέχρι και σήμερα δεν έχει εξετασθεί το ζήτημα των κραυγαλέα καταχρηστικών ενστάσεων, ενστάσεων δηλαδή που είναι προδήλως προφανές ότι κατατίθενται προς καθυστέρηση της διαδικασίας ( π.χ. ρητή αναγραφή επί της προκήρυξης ότι δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση δικαιολογητικού κατά την κατάθεση προσφορών, αλλά μετά την κατακύρωση, και η ένσταση να αναφέρει πως δεν προσκομίσθηκε κατά την κατάθεση προσφορών το οικείο δικαιολογητικό). Ένας τέτοιος διάλογος είναι θεμιτό να αρχίσει. Αυτές οι ενστάσεις , πέρα από την απόρριψη, είναι δυνατόν να επιφέρουν και άλλες διοικητικές κυρώσεις, εφόσον κριθούν ως καταχρηστικές (π.χ. κατάπτωση του διπλού παραβόλου ή δέσμευση εγγυητικής για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα).

Η ένσταση απευθύνεται στον Πρόεδρο της οικείας ΕΕΑ, η οποία γνωμοδοτεί επ’αυτής ( άρθρο 17 παρ.8) , και εξετάζει και γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για το αποτέλεσμα της δημοπρασίας ( άρθρο 18 παρ.1).[1]  Έχει τη μορφή δικογράφου και κατατίθεται στην γραμματεία της Επιτροπής και εφόσον υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία καλό είναι να επισυνάπτονται στην ένσταση. Η Αρχή δεν υποχρεούται να εξετάσει νέο πραγματικό ισχυρισμό που έχει προβληθεί με απλή αίτηση θεραπείας και όχι με την διαδικασία της ένστασης ( επιτρέπεται δε συμπληρωματική ένσταση μέσα στην ίδια προθεσμία) και επίσης δεν έχει υποχρέωση να καλέσει σε ακρόαση των αιτών όταν πρόκειται για διοικητικές πράξεις που εκδίδονται μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ή όταν η πράξη εκδίδεται με βάση αντικειμενικά δεδομένα που δεν εξαρτώνται από την υποκειμενική συμπεριφορά κάποιου. [2]

Υποβάλλεται μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ανακοίνωση του αποτελέσματος, κατά το στάδιο της προεπιλογής και κατά το στάδιο των οικονομικών προσφορών.  Η ανακοίνωση θα πρέπει να κοινοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο. Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο η 5νθήμερη προθεσμία ίσχυε μόνο για το στάδιο της προεπιλογής.

Σύμφωνα με νομολογία του ΣτΕ ( αλλά και νομολογία του ΔΕΚ) με βάσει τις διατάξεις του άρθρου 20 του ΠΔ 609/1985 αντιρρήσεις μπορούν να ασκηθούν και κατά των πρακτικών της ΕΕΑ που γνωμοδοτεί σχετικά με τις τεχνικές προσφορές αλλά και κατά των πρακτικών που αξιολογούν της οικονομικές προσφορές και τις χαρακτηρίζουν ως «τελικώς υπερβολικά χαμηλές». Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η πληρέστερη έκθεση των δεδομένων στην Διοίκηση, και επομένως τέτοιες ενστάσεις μπορούν να εξετάζονται.[3]

Η προβληματική του τέθηκε εν προκειμένω ανέκυψε στο δίλημμα εάν η Προϊστάμενη Αρχή έχει δέσμια αρμοδιότητα ή διακριτική ευχέρεια να εγκρίνει το αποτέλεσμα  της δημοπρασίας, ακολουθώντας  την η θετική ή αρνητική γνωμοδότηση της ΕΕΑ. Εφόσον κριθεί πως έχει δέσμια αρμοδιότητα τότε υποχρεούται στην έκδοση της πράξης, άλλως συντρέχει η περίπτωση της παράλειψης νόμιμης ενέργειας. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, η αρνητική πράξη με θετική γνωμοδότηση θεωρείται παράνομη, καθώς η γνωμοδότηση χάνει τη δεσμευτικότητα της. Εφόσον κριθεί ότι έχει διακριτική ευχέρεια η Αρχή θα πρέπει να παρέχει ειδική αιτιολογία δικαιολογώντας την παρέκκλιση από το περιεχόμενο της, ανοίγοντας το δρόμο η πράξη αυτή να ελεγχθεί για παραβίαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας στα αρμόδια δικαστήρια.[4]

Σε κάθε περίπτωση ( άρθρο 1 ν. 2576/1998) η διοίκηση μπορεί να αναπέμψει την γνωμοδότηση της ΕΕΑ για διευκρίνιση ή συμπλήρωση ή επανεξέταση θεμάτων.

_________________________________________________________________________________________________

[1] ΣτΕ 2069/2001, ΣτΕ 2166/2003

[2] ΣτΕ ΕΑ 556/1999

[3] ΔΕΚ C-285-6-1999, ΣτΕ 2181/2004

[4] Α.Γέροντας Δικ. Δημοσίων Συμβάσεων , Σάκκουλας, 2009 σελ 469

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;