Ευθύνη διευθυντών ν.π. για την πληρωμή φόρου που οφείλονται από αυτά.

To άρθρο 115 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994 - A΄ 151, εφεξής: «Κ.Φ.Ε.») ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής :

«1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών ... κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα (νόμο), καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. ...». Η ανωτέρω διάταξη του Κ.Φ.Ε. αποδίδει το περιεχόμενο διατάξεως του άρθρου 17 του Ν.Δ. 3843/1958 «Περί φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων» (Α΄ 148), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.542/1977- Α΄ 41, ενώ με την παράγραφο 6 του άρθρου 22 του Ν. 2648/1998 (Α΄ 238/22.10.1998) προστέθηκε στο άρθρο 115 του Κ.Φ.Ε. παράγραφος 3, έχουσα ως εξής: «3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής: α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά. β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου». Με την παράγραφο 7 του άρθρου 22 του Ν. 2648/1998 ορίσθηκε περαιτέρω ότι: «7. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 115 του ν.2238/1994 εφαρμόζονται και για την περίπτωση β΄ του άρθρου 45 του ν.1642/1986 (ΦΕΚ 125 Α΄), καθώς και για οφειλές φόρου κύκλου εργασιών». Οι προαναφερθείσες παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 22 του Ν.2644/1998 άρχισαν να ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 2 του νόμου τούτου, από την πρώτη του μεθεπομένου της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μηνός, δηλαδή από την 1.12.1998. Εξάλλου, το άρθρο 45 του Ν.1642/1986 «Για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας» (Α΄ 125), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 11 παρ. 19 του Ν. 2386/1996 (Α΄ 43), όριζε ότι: «Για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τον υπόχρεο και οι εξής: ... β) οι νόμιμοι εκπρόσωποι των νομικών προσώπων, κατά το χρόνο διάλυσης, συγχώνευσης ή μετατροπής τους, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης του φόρου…». Η ως άνω διάταξη του Ν.1642/1986 κωδικοποιήθηκε και ισχύει ήδη ως διάταξη του άρθρου 55 περ. β΄ του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο Ν.2859/2000 (Α΄ 248/7.11.2000).

Ο Κώδικας αυτός ισχύει αφότου άρχισαν να ισχύουν οι κωδικοποιηθείσες με αυτόν διατάξεις (άρθρο δεύτερο του Ν.2859/2000), δηλαδή, ως προς τις διατάξεις του Ν.1642/1986, από την 1.1.1987 (άρθρο 65 του ως άνω Κώδικα Φ.Π.Α.).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κατ’ αρχήν για τη γέννηση προσωπικής και αλληλέγγυου ευθύνης των προσώπων που είναι διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών :
(α) για την πληρωμή φόρου εισοδήματος των εν λόγω εταιρειών,
(β) για την πληρωμή παρακρατουμένων από τις εταιρείες αυτές φόρων (ήτοι παρακρατουμένων και αποδιδομένων φόρων εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών των εργαζομένων) και
(γ) για την πληρωμή Φ.Π.Α., απαιτείται τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα να έχουν τις προαναφερθείσες ιδιότητες κατά τον χρόνο, μεταξύ άλλων, της διαλύσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, δηλαδή η ανωτέρω προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη γεννάται, εφόσον επέρχεται κατά νόμο διάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας.

Όμως, με την  ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 6 του Ν.2648/1998 και εφαρμόζεται σε συνδυασμό με την παρ. 7 του άρθρου τούτου, η προαναφερθείσα προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των διευθυντών, διαχειριστών κ.λ.π. των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών επεκτάθηκε, όσον αφορά την πληρωμή των παρακρατουμένων φόρων, καθώς και του φόρου προστιθεμένης αξίας ή άλλων (εμμέσων) φόρων κύκλου εργασιών, πέραν των περιπτώσεων διαλύσεως της εταιρείας, και στα φυσικά πρόσωπα που αποκτούν τις ίδιες αυτές ιδιότητες κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρείας, χωρίς να απαιτείται και διάλυσή της, για οποιονδήποτε λόγο, σε μεταγενέστερο χρόνο.

Εν όψει, πάντως, της ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 22 του Ν.2648/1998, μόνο για το μέλλον, όπως τούτο ρητώς προκύπτει από το άρθρο 48 παρ. 2 του νόμου αυτού, οι σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας (από παρακρατούμενους φόρους, Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε.) πρέπει να γεννώνται μετά τη θέση σε ισχύ των ως άνω διατάξεων, δηλαδή μετά την 1.12.1998 (βλ. ΣτΕ 884/2011 ΔΕΕ 2012, 412, Δ.Εφ.Θεσ. 23/2012 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, με την οποία αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997 «Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων ΙΚΑ και άλλα θέματα» και η οποία άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (2676/1999) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 5-1-1999, ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν.2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογία και για την καταβολή στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών».

Η διάταξη όμως του άρθρου 69 παρ. 2 του Ν.2676/1999, με την οποία θεσπίσθηκε για πρώτη φορά η προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 115 του Ν.2238/1994 προσώπων, για την καταβολή των οφειλομένων από ανώνυμες εταιρείες κ.λ.π., κατά το χρόνο λειτουργίας τους, προς το ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών, ισχύει για το μέλλον, ήτοι από 5-1-1999, ενόψει του ότι η διάταξη αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ. Κατά συνέπεια, για να είναι νόμιμη η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος φυσικού προσώπου που έχει μία από τις αναφερόμενες  στο  άρθρο 115 ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου ανωνύμου εταιρείας, πρέπει η οφειλή για ασφαλιστικές εισφορές του νομικού προσώπου προς το ΙΚΑ, για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, να γεννήθηκε μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 69 παρ. 2 του Ν.2676/1999, ήτοι μετά την 5-1-1999 (βλ. ΣΤΕ 245/2008 ΝΟΜΟΣ, ΣΤΕ 2978/2006 ΝΟΜΟΣ), η οφειλή δε για παρακρατούμενους φόρους, ΦΠΑ και ΦΚΕ της ανωνύμου εταιρείας, για τους όποιους επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση κατά του διευθύνοντος συμβούλου της ανωνύμου εταιρείας, πρέπει να γεννήθηκε μετά την έναρξη ισχύος των παρ. 6 και 7 του άρθρου 22 του Ν. 2644/1998, ήτοι μετά την 1-12-1998.

Κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 «περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων» (ΚΕΔΕ), στην περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως κινητού ή ακινήτου, το Δημόσιο κατατάσσεται, για τις ληξιπρόθεσμες μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού απαιτήσεις του από κάθε αιτία, με τις κάθε φύσεως προσαυξήσεις, στην υπ’ αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ., και για τις μη ληξιπρόθεσμες από κάθε αιτία απαιτήσεις του κατατάσσεται συμμέτρως. Με βάση την διάταξη αυτή, μετά την κατάργηση με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν.2093/1992 της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 61 του ΚΕΔΕ, με την οποία περιορίζεται το γενικό προνόμιο του Δημοσίου κατ’ αντικείμενο και κατά χρόνο, το Δημόσιο κατατάσσεται προνομιακώς στην αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ. για κάθε απαίτησή του από οποιαδήποτε αιτία, με τις κάθε φύσεως προσαυξήσεις και τόκους  εφόσον έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ (ταμειακή βεβαίωση, και πάροδος των προθεσμιών του άρθρου αυτού) (βλ. ΑΠ 1708/2002 ΝΟΜΟΣ). Στην αριθ. 6 σειρά του άρθρου 975 του ίδιου Κώδικος κατατάσσονταν, σύμφωνα με την παρ. 6 του εν λόγω άρθρου, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του Ν.2972/2001 και προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν.3863/2010, οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον είχαν προκύψει μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 περ. β΄ του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι η παράβαση της διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται ακυρότητα, αν η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της. Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και ειδικότερα της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρου 974 Κ.Πολ.Δικ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δικ.), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαίτησης, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στο δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Κατόπιν τούτων, δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σ’ αυτό απαίτησης μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπή, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δικ. και να υφίστανται έτσι βλάβη. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 Κ.Πολ.Δικ.), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη δίκη της ανακοπής, γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δικ. Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης αξίωσης αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο δημόσιο έγγραφο  (βλ.  ΑΠ  31/2010  ΝΟΜΟΣ, ΑΠ  472/2005  Δνη  2005, 1434, Εφ.Αθ. 392/2009 Δνη 2009, 1483).

Επιπλέον, κατά το άρθρο 55 παρ. 1 και 3 του ΚΕΔΕ (που εφαρμόζεται και επί του ΙΚΑ, βλ. και ΑΠ 1195/2004 ΝΟΜΟΣ), «1. Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού είτε καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο δια τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ’ ου ο πλειστηριασμός, δι’ αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη. Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκουν, ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι’ έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας…2….3. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος υποχρεούται όπως, βάσει των αποστελλομένων στοιχείων και άνευ ετέρας συμπράξεως του αναγγελομένου Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου, προβεί εις την κατά το νόμον κατάταξιν του Δημοσίου». Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι τόσο η αναγγελία του Δημοσίου όσο και του ΙΚΑ περιλαμβάνει με επάρκεια όσα απαιτούνται για να είναι ορισμένη όταν περιέχει το πρόσωπο του οφειλέτη, που πρέπει να συμπίπτει με το πρόσωπο του καθ’ ου η εκτέλεση, το είδος, το ύψος και το χρόνο γέννησης των αναγγελλομένων απαιτήσεών τους και το προνόμιο κατάταξής της (βλ. ΑΠ 545/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1195/2004 ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 392/2009 Δνη 2009, 148). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1272, 1276, 1277, 1279, 1318 αρ. 3 ΑΚ, 976, 977 παρ. 2 εδαφ. β΄, 978, 1005 παρ. 3, 1007 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. και 41 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ. σαφώς συνάγεται ότι η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προς απόκτηση υποθήκης, η οποία μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζομένης απαίτησης και την νομότυπη τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης και επάγεται από τότε τις έννομες συνέπειές της. Αν πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη χώρησε αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου, με την καταβολή του πλειστηριάσματος καθίσταται αδύνατη η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, διότι επέρχεται απόσβεση της προσημείωσης που υπάρχει επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου, ο δε υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος, την εξάλειψη της προσημείωσης. Ο προσημειούχος όμως δανειστής δεν αποστερείται του δικαιώματος του εκ της εγγραφής προσημείωσης και στον πίνακα κατατάξεως, που συντάσσεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η απαίτησή του, που είναι ασφαλισμένη με την προσημείωση και έχει αναγγελθεί νομίμως, κατατάσσεται τυχαία, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασής της και λαμβάνει αυτή την τάξη και τη σειρά, την οποία θα ελάμβανε, εάν αντί της προσημείωσης είχε εγγραφεί υπέρ αυτής από την αρχή υποθήκη, δηλαδή αυτή προηγείται άλλων απαιτήσεων για την εξασφάλιση των οποίων έχουν εγγραφεί μεταγενέστερα προσημειώσεις ή υποθήκες (βλ. ΑΠ 240/1997 ΝοΒ 46, 1227, ΑΠ 1581/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 539/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1767/2009 Δνη 2010, 778).

Το μέρος δε του πλειστηριάσματος, για το οποίο κατατάχθηκε τυχαία ο δανειστής θα διατεθεί κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 978 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τον οποίο ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να προβλέψει στον πίνακά του και να προβεί σε επικουρική κατάταξη σε περίπτωση που η απαίτηση που κατατάχθηκε τυχαία δεν οριστικοποιηθεί (βλ. ΑΠ 539/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2235/2009 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω,  κατά το άρθρο 932 Κ.Πολ.Δ. «τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει» και κατά το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ. «η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά. Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτελέσεως, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατατάσσονται...». Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ «αφαιρέσεως» των εξόδων και «κατατάξεως» των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριασμού που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, τα έξοδα δε αυτά δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών και προσδιορίζονται με τον πίνακα κατατάξεως ή με ιδιαίτερη πράξη, όπου ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος πρέπει να δικαιολογήσει τα σχετικά κονδύλια για να αφαιρέσει αυτά από τον πλειστηριασμό. Η σχετική εκκαθαριστική πράξη των εξόδων, αν και εξώδικη, αποτελεί διανομή πλειστηριάσματος και  προσβάλλεται  με  την  ανακοπή  του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 627/94, ΑΠ 1783/97 Δ 30. 1169, ΑΠ 142/04 Δνη 45.1037, ΑΠ 280/04 Δνη 46. 429). Η αφαίρεση των εξόδων γίνεται με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελλο του πλειστηριασμού. Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος από κάθε ενδιαφερόμενο και από το δικαστήριο, κρίνοντας επί σχετικού λόγου ανακοπής, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προβεί όχι σε απλή αναφορά αυτών, αλλά σε εξειδίκευση, με αιτιολογημένη αναγραφή, επί της ιδιαίτερης πράξεως εκκαθαρίσεως ή επί του πίνακα κατατάξεως των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών (βλ. ΑΠ 1774/2007 Ε.Πολ.Δ. 2008, 273, ΑΠ 280/2004 Δνη 2005, 429, ΑΠ 1783/1998 Δ. 1999, 1169, Εφ.Λαρ. 103/2012 ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 2683/2007 ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 1926/2007 ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 8666/2001 ΔΕΕ 2002, 410, Νίκα, Δικ.Αναγκ.Εκτελ., εκδ. 2012, τομ. ΙΙ, παρ. 55, αριθ. 20, σελ. 504). Σε αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη (βλ. ΑΠ 1600/1997 Δελτίο Δικ.ΕΤΕ 1998, 67) και συνεπώς άκυρη (βλ. Εφ.Αθ. 6493/2002 αδημ., Εφ.Αθ. 2683/2007 ΝΟΜΟΣ, Εφ.Λαρ. 103/2012 ΝΟΜΟΣ).

Στα έξοδα εκτελέσεως που προαφαιρούνται κατ’ αρθρ. 975 του Κ.Πολ.Δ. από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, για να αποδοθούν στον επισπεύδοντα που προκατέβαλε αυτά, περιλαμβάνονται όλες οι αναγκαίες δαπάνες που έγιναν από τον επισπεύδοντα προς το γενικό συμφέρον (όλων) των δανειστών που αναγγέλθηκαν στη διαδικασία του πλειστηριασμού και ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, την κατάσχεση, τη συντήρηση του κατασχεθέντος, τον πλειστηριασμό και την κατάταξη των δανειστών, όχι όμως και τα γενόμενα έξοδα προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος (ΑΠ 870/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 60/2011 Δνη 2011, 772).

Σε περίπτωση δε που ασκήσει ανακοπή ο αναγγελθείς δανειστής, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της εκκαθαριστικής πράξεως των εξόδων εκτελέσεως ανακύπτει ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτού και του επισπεύδοντος, ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά στη διεξαγωγή της περί την εκτέλεση δίκης, όταν η αμφισβήτηση δεν αφορά τη διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο δικαστικός επιμελητής, αλλά το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως (βλ. ΑΠ 280/2004 Δνη 2005, 429, ΑΠ 1774/2007 ΝΟΜΟΣ).

Το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθ’ ου η ανακοπή, εφόσον δε η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως δεν επιδρά στους μη μετάσχοντες στη δίκη άλλους δανειστές, εκτός αν ομοδικούν αναγκαστικά με τον ανακόπτοντα. Επομένως, κατά την προκύπτουσα από τη διάταξη του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ. αρχή της προλήψεως, εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή στο αποδεσμευόμενο ποσόν θα καταταγεί μόνον ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν είχε μείζον προνόμιο κατατάξεως (βλ. ΑΠ 1510/2005 Δνη 2006, 133, ΑΠ 1157/2004 Δνη 2007, 459, ΑΠ 280/2005, 429). Το αυτό θα ισχύσει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση που η ανακοπή πλήττει τον πίνακα για τα έξοδα εκτελέσεως (βλ. Ολ. ΑΠ 27/2009 ΝοΒ 2010, 121, ΑΠ 226/2010 ΝοΒ 2010, 1744). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 2, 933, 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακος κατατάξεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που προαναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ιδίου Κώδικος, και τους λόγους αυτής.

Οι λόγοι της ανακοπής μπορεί να αναφέρονται,
α) στην ύπαρξη της απαιτήσεως του δανειστή ή του προνομίου της, οπότε, αν αυτή δεν έχει καταταγεί καθόλου ή ως προνομιακή στον πίνακα κατατάξεως, ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή το προνόμιο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου, η ουσιαστική βασιμότητά του κατά την απόδειξη και η άμυνα του καθ’ ου,
β) σε προβολή ενστάσεως κατά της καταταγείσας απαιτήσεως του καθ’ ου, και
γ) σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ’ ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ο καθ’ ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση  να  επικαλεσθεί  την  ύπαρξη,  το  περιεχόμενο  και  το μέγεθος της απαιτήσεώς του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ’ ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό η ανακοπή γίνεται δεκτή (βλ. ΑΠ 650/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1949/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1311/2009 ΝοΒ 2010, 161, ΑΠ 849/2009 ΝοΒ 2009, 2171, ΑΠ 1843/2005 Δνη 2006, 473, ΑΠ 1717/1999 Δνη 41, 1000). Η ανακοπή, ωστόσο, μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να έχει ως περιεχόμενο την αμφισβήτηση των εξόδων εκτελέσεως που προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα ο υπάλληλος του πλειστηριασμού.

Ως εκ τούτου, η άρνηση ή  αμφισβήτηση της απαίτησης του καθ’ ου η ανακοπή ή του μεγέθους της που αφορά προαφαιρεθέντα έξοδα εκτέλεσης, αποτελεί παραδεκτό και ορισμένο λόγο ανακοπής, στον καθ’ ου δε εναπόκειται να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του και του μεγέθους της περιστατικά (βλ. ΑΠ 1722/1998 Δνη 40, 603, Εφ.Θεσ. 668/2009 ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 1852/2010 ΝΟΜΟΣ).