Ευθύνη Δήμου από την πτώση δέντρων (ΜονΔΠρωτΠειραιώς 132/2019, ΔιΔικ 3/2019, σ.506-511)

4.

Επειδή, από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, συνάγεται ότι κάθε Δήμος είναι αρμόδιος για τη λήψη προληπτικών μέτρων αναγκαίων για τη συντήρηση, διασφάλιση και προστασία των χώρων πρασίνου και των λοιπών υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων που εμπίπτουν στην τοπική του αρμοδιότητα, ιδίως δε των δένδρων και δενδροστοιχιών, οφείλοντας, παράλληλα, να μεριμνά για την προστασία της περιουσίας των πολιτών και για την ασφαλή εκ μέρους τους χρήση των κοινοχρήστων χώρων. Ειδικότερα, επιβάλλεται σε βάρος του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, υποχρέωση να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια και να λαμβάνει, προληπτικώς, όλα τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψει την πτώση των δένδρων ή κλαδιών τους, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφαλής κίνηση των πεζών και οχημάτων και η στάθμευση των τελευταίων στις παρακείμενες δημοτικές οδούς ή σε δημοτικούς χώρους στάθμευσης. Αν τα αρμόδια όργανα του Δήμου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, παραλείψουν να προβούν, όπως οφείλουν, στη λήψη των απαραίτητων προστατευτικών μέτρων συντήρησης των δένδρων που είναι φυτεμένα εντός των ορίων του Δήμου, παράλειψη η οποία είναι πιθανό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει απόσπαση κλώνων και ατύχημα σε διερχόμενα ή σταθμευμένα οχήματα ή πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται σε αποζημίωση για την ζημία που προκλήθηκε, συνεπεία της παράλειψης αυτής, βάσει των άρθρων 105 - 106 του ΕισΝΑΚ, και μάλιστα χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του, λόγω της καθιερούμενης με τις ίδιες ως άνω διατάξεις αντικειμενικής ευθύνης του (πρβλ. ΣτΕ 3098/2015, ΔΕφΑθ 5124/2014, 70/2006).

5.

[…] Δεδομένου δε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν, η μέριμνα για την ανάπτυξη, βελτίωση και συντήρηση των δένδρων των κοινόχρηστων χώρων ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δήμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται εν προκειμένω ευθύνη του εναγομένου Δήμου, ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις που παρατέθηκαν, είχε την αρμοδιότητα επίβλεψης και συντήρησης των δένδρων στην ανωτέρω περιοχή και ο οποίος όφειλε με τα αρμόδια όργανά του να λάβει κατάλληλα μέτρα, στα πλαίσια της εν λόγω αρμοδιότητας (περιποίηση, στήριξη, κλάδεμα δένδρων ή έγκαιρη αποκοπή), προς αποφυγή τέτοιων ζημιών, αν δε, όπως ισχυρίζεται, ήταν περιορισμένος ο χώρος για την ανάπτυξη των δένδρων, δική του ευθύνη ήταν να περιορίσει τα δένδρα ή αντίθετα να αυξήσει το χώρο ανάπτυξής τους. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι τα αρμόδια όργανα του Δήμου προέβησαν στις ενδεδειγμένες ενέργειες, ήτοι στη λήψη οιουδήποτε προσήκοντος σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου δένδρου προληπτικού μέτρου, δεν προσκομίσθηκε δε το αρχείο καταγραφών, που, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, τηρείται από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου, η δε αναφορά του τελευταίου σε προσήκουσα φροντίδα και σε τακτικούς (άγνωστο πόσο συχνούς) ελέγχους είναι αόριστη. Περαιτέρω, αφενός η ευθύνη του εναγομένου είναι αντικειμενική, αφετέρου από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το ένδικο συμβάν οφείλεται αποκλειστικά σε φυσικά αιτία, ήτοι σε γεγονός ανωτέρας βίας. Και τούτο, διότι, προβάλλεται μεν (αορίστως και με πιθανολόγηση) από τον εναγόμενο ότι είχαν προηγηθεί καιρικά φαινόμενα (“που επέδρασαν άμεσα και χωρίς να αφήσουν ίχνη”), πάντως δεν προσκομίζεται κάποιο επίσημο μετεωρολογικό δελτίο ούτε ισχυρίζεται ο καθ' ου ότι επικρατούσαν, εν προκειμένω, ακραίες και απρόβλεπτης έντασης καιρικές - ανεμολογικές συνθήκες, ώστε να δύναται να δικαιολογηθεί η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος από κάποιο τυχαίο και φυσικό αίτιο και μάλιστα με τρόπο αναπόφευκτο, ήτοι να θεωρηθεί ότι αυτό θα επέρχετο ακόμη και εάν είχαν ληφθεί με άκρα επιμέλεια και σύνεση τα προσήκοντα μέτρα αποτροπής αυτού. Εξάλλου, η απόσπαση ακόμη και ολόκληρων δένδρων, ιδίως σε περίπτωση κακοκαιρίας (δυνατού ανέμου με προηγηθείσες βροχοπτώσεις), δεν μπορεί να θεωρηθεί απρόβλεπτο και αναπόφευκτο γεγονός, αλλά πιθανό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και δυνάμενο να αποφευχθεί με την καταβολή της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου (συντήρηση ή κοπή του δένδρου) (πρβλ. ΣτΕ 3098/2015). Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της ενάγουσας συνδέονται αιτιωδώς με την πτώσητου προαναφερθέντος κλαδιού του δένδρου, συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς των οργάνων του εναγομένου, που, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρέλειψαν παρά τον νόμο τη λήψη όλων των ενδεικνυόμενων από τις περιστάσεις μέτρων για την καλή συντήρησή του, καθώς και την εν γένει επίβλεψη της καλής κατάστασης αυτού. Ενόψει αυτών, τα όργανα του εναγόμενου Δήμου παρέλειψαν να προβούν σε κάποια από τις προαναφερόμενες προληπτικές ενέργειες και η παράλειψη αυτή, που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, αντιθέτως ούτε ο Δήμος την αμφισβητεί, προκάλεσε με τους όρους της πρόσφορης αιτιότητας τις υλικές ζημίες στο όχημα της ενάγουσας. Συνακόλουθα, αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο εναγόμενος Δήμος, που παρέλειψε να προβεί στην έγκαιρη και ενδεδειγμένη, με βάση τους κανόνες της τεχνικής και της επιστήμης, συντήρηση του δένδρου, ή στην κοπή του. Συνεπώς, θεμελιώνεται ευθύνη του εναγόμενου Δήμου για αποζημίωση, με βάση τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του Α.Κ., οι δε παραλείψεις αυτές, οι οποίες υπήρξαν αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των οργάνων του Δήμου, είχαν ως συνέπεια την πτώση του δένδρου επί του σταθμευμένου οχήματος της ενάγουσας και τη φθορά αυτού στο εμπρόσθιο καπό, στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό και στον ουρανό. Επομένως, πρέπει, κατά αποδοχή αντιστοίχως της αγωγής, να αποδοθούν στην ενάγουσα τα ποσά έναντι δαπανών προς αποκατάσταση των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητό της από το επίδικο ατύχημα (ήτοι 2.079,93 ευρώ) και που κρίνονται δικαιολογημένες και αποδεδειγμένα αναγκαίες με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία του φακέλου. Όσον αφορά τα ανωτέρω, η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημιάς βεβαιώνεται στο από 5.5.2011 απόσπασμα ημερήσιου δελτίου του […] οχήματος του Προϊσταμένου του Γραφείου Αντιγράφων της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής, προσκομίστηκαν δε από την ενάγουσα σχετικά παραστατικά και δεν αμφισβητούνται οι συγκεκριμένες δαπάνες ως προς την αναγκαιότητα και την προσφορότητά τους ούτε τα αντίστοιχα κονδύλια ως προς το ύψος τους, ούτε προκύπτει από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας δεδομένο ή στοιχείο που να κλονίζει τη βασιμότητα των επιμέρους αγωγικών αιτημάτων για επιδίκαση των οικείων ποσών. Περαιτέρω, όσον αφορά στο αίτημα της ενάγουσας για καταβολή ποσού 1.400,00 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας του αυτοκινήτου της, αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτο, διότι δεν προσκομίζονται επαρκή στοιχεία σχετικά με την αξία αυτού κατά τον χρόνο της αγοράς και κατά τον χρόνο του ατυχήματος και από τα οποία να προκύπτει η χιλιομετρική απόσταση που είχε διανύσει αυτό ή προηγούμενες επισκευές λόγω φθορών (πχ. τιμολόγιο αγοράς, δελτίο ελέγχου Κέντρου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων, έκθεση εμπειρογνώμονα για την αξία του πριν και μετά το συμβάν κ.λπ.), ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της επελθούσας μείωσης της αξίας του, ενώ μόνο από την άδεια κυκλοφορίας του επίμαχου οχήματος δεν μπορεί να γίνει εκτίμηση της αγοραίας αξίας που αυτό είχε πριν από το ένδικο ατύχημα (πρβλ. ΔΕφΑθ 5796/2015, ΔΕφΘεσσ/κης 228/2006). Επίσης, δεν αποδεικνύεται (με την προσκόμιση, παραδείγματος χάρη, των αντίστοιχων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών) η πραγματοποίηση δαπάνης, ύψους 48,00 ευρώ, από πλευράς της ενάγουσας, για τη μίσθωση ταξί για τις μετακινήσεις της επί τέσσερις ημέρες, εξαιτίας των ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητό της. Περαιτέρω, δεδομένων των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, του είδους και της έκτασης των ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της ενάγουσας, της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος αυτής για την πρόκληση και την έκταση των ζημιών αυτών, δεδομένου, άλλωστε, ότι δεν προβλήθηκε από τον εναγόμενο Δήμο σχετική ένσταση, αλλά και της ταλαιπωρίας, την οποία υπέστη, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει λόγος επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., την οποία καθορίζει στο ποσό των 100,00 ευρώ, που κρίνεται δίκαιο, εύλογο και ανάλογο για τη συγκεκριμένη περίσταση, κατά αποδοχή εν μέρει του αιτήματος αυτού της κρινόμενης αγωγής. Τέλος, το αίτημα της ενάγουσας περί κήρυξης της παρούσας απόφασης προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι συντρέχει εν προκειμένω εξαιρετικός λόγος που να συνηγορεί προς τούτο.