*της Ευγενίας Φωτοπούλου, Δικηγόρου Αθηνών

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή  η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 924 ΑΚ «ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε απ” αυτό σε τρίτον (παρ. 1). Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου (παρ.2)». Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου για τη ζημία που έγινε από αυτό σε τρίτο, δηλαδή από μόνο το γεγονός της κατοχής του ζώου και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του. Και τούτο διότι ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό. Αντίθετα, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο θεσπίζεται με την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου, στηριζόμενη σε εικαζόμενο πταίσμα αυτού για τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου. Ως κατοικίδια ζώα νοούνται εκείνα που ζουν, αναπτύσσονται, τρέφονται ή αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προορισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας ή τη διατροφή του κατόχου τους.

Ως κάτοχος με την έννοια των διατάξεων και των δύο παραγράφων του άρθρου 924 ΑΚ θεωρείται εκείνος ο οποίος έχει τη φυσική εξουσία στο ζώο και ο οποίος έχει αναλάβει να του παρέχει τροφή, να το στεγάζει, να το φροντίζει και να το χρησιμοποιεί και ν” αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειές του. Εξάλλου, για να ευθύνεται ο κάτοχος του ζώου για τη ζημία που προξενήθηκε απ” αυτό, κατά τους όρους του άρθρου 924 ΑΚ, πρέπει να δύναται να αποδειχθεί ότι η ενέργεια του ζώου είναι η αιτία, η δε ζημία το αποτέλεσμα αυτής (Καυκάς, Ενοχ. Δίκ., άρθρο 924). Συνεπώς ο ενάγων, για να λάβει αποζημίωση για τη βλάβη που προξενήθηκε σ” αυτόν από ζώο, θα πρέπει να αποδείξει α) το ποσό της ζημίας που του προξενήθηκε, β) ότι αυτή προξενήθηκε από ενέργεια του ζώου και γ) ότι ο κάτοχος του ζώου αυτού είναι ο εναγόμενος (Ζέπου Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 798, 2α, Ερμηνεία ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 924 ΑΚ, No 1,8,9 και 12, Εφ.ΑΘ. 2107/1987, Δ/νη 29 (1988), 1600, ΕιρΘες 2223/2002 Αρμ 2003, 641). Εκτός από αυτά δεν απαιτείται τίποτε άλλο.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 927 του ΑΚ, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση, για ζημία που προξενήθηκε από υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας που επήλθε (ΑΠ 934/80 ΕΕΝ 48. 70, ΑΠ 1002/80 ΕΕΝ 48.152, ΑΠ 1448/80 ΝοΒ 29.709). Ο κάτοχος χρήσιμου κατοικίδιου ζώου έχει την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία αυτού, με σκοπό την προστασία των τρίτων από την εγγενή επικινδυνότητά του. Αυτό σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει όλα τα μέτρα που κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και ενόψει των ιδιοτήτων του ζώου και του τρόπου χρησιμοποίησής του, είναι αναγκαία και δυνατά για να ανατρέψουν την εκ μέρους του ζώου πρόκληση ζημίας σε τρίτον (π.χ. να το κρατά περιορισμένο, ώστε να μην μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο του κατόχου, κλπ.). Επομένως τεκμαίρεται, κατά το άρθρο 924 παρ. 2 ΑΚ, ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας σε τρίτον ο κάτοχος: α) ότι παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία δεν θα προκαλούνταν αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου (Κορνηλάκης, Επίτομο Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2000, σελ. 390).

Τέλος, το άρθρο 932 ΑΚ προβλέπει σε περίπτωση αδικοπραξίας την αποκατάσταση και της μη περιουσιακής ή ηθικής ζημίας (932), τόσο όσον προσβάλλεται ένα περιουσιακό έννομο αγαθό, λ.χ. καταστροφή ή βλάβη πράγματος, όσο και όταν προσβάλλεται ένα από τα αγαθά της προσωπικότητας (ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, ελευθερία, τιμή κλπ.), ενόψει του ότι η σχετική απαρίθμηση στην 932 εδ. β” είναι ενδεικτική (ΑΠ 147/1954 ΕΕΝ 20.676). Το 932, μαζί με το 59 ΑΚ, αποτελούν σήμερα τις δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή – ενόψει του 299 – η αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας. Η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση αδικοπραξίας που γεννά υποχρέωση αποζημίωσης, δηλαδή όχι μόνο σε περίπτωση υπαίτιας αδικοπραξίας (914, 919), αλλά και στις περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης.

evgenia@efotopoulou.gr