Ευθύνη της τράπεζας από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών

Καταρχήν, η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πρόσωπα που δεν διαθέτουν την προβλεπόμενη άδεια επισύρει διοικητικές και ποινικές ευθύνες. Νομικό ενδιαφέρον εμφανίζει το κατά πόσο είναι ισχυρές οι συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ μέλους χωρίς την απαιτούμενη αδειοδότηση του πελάτη.

του Σπύρου Σκιαδόπουλου, Δικηγόρου Κέρκυρας,

μεταπτυχιακός φοιτητής Εμπορικού & Οικονομικού Δικαίου ΑΠΘ.

Η κρατούσα άποψη διδάσκει πως η έλλειψη αδειοδότησης δεν συνεπάγεται την ακυρότητα των συμβάσεων, [1]με το κεντρικό επιχείρημα να περιστρέφεται γύρω από την προστασία του επενδυτή. Εάν δεχόμασταν την αντίθετη άποψη τότε ο πελάτης-επενδυτής θα βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσμενή θέση, καθώς θα έπρεπε να αναζητήσει κατά το κοινό δίκαιο τα ποσά που κατέβαλε, και παράλληλα θα ήταν εκτεθειμένος με άλλους πελάτες με τους οποίους συναλλάχθηκε.

Ο Τουντόπουλος[2] επικαλούμενος ενδιαφέρουσα γερμανική νομολογία (OLG Stuttgart, NJW 1980,1798,1800) θεωρεί πως ρηξικέλευθη λύση (σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών χωρίς αδειοδότηση) θα μπορούσε να είναι η ακυρότητα της σύμβασης υπέρ του επενδυτή ή ο επενδυτής να δύναται να ζητήσει τη λύση της σύμβασης.

Η παραβίαση των  υποχρεώσεων (γενικών και ειδικών) του μέλους έχει διπλά αποτελέσματα, εξ απόψεως διοικητικού δικαίου ενεργοποιούν διοικητικές κυρώσεις βάσει των κανόνων της κεφαλαιαγοράς και εξ απόψεως αστικού δικαίου δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης είτε ενδοσυμβατικά είτε (και εφόσον κριθεί το παράνομο και υπαίτιο) με βάση τις αδικοπρακτικές διατάξεις.

Ενδεικτικά ζητήματα ευθύνης του πιστωτικού ιδρύματος δημιουργούνται αν α) δεν επιμελείται της συμπληρώσεως σχετικού ερωτηματολογίου πριν την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, β)  δεν ενημερώνει εγγράφως τον επενδυτή για την περίπτωση επακολούθησης συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, γ) δεν διαθέτει την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, δ) δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση εξ αδικοπραξίας.

Είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και διατάξεις του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή (ν. 2251/1994) και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 8. Γενικώς το κατά πόσο αθετήθηκαν υποχρεώσεις σχετίζεται και άμεσα με τις ειδικότερες πτυχές της σχέσης επενδυτή και μέλους, τη στάση του επενδυτή, τις γενικότερες γνώσεις του, την συμμετοχή του στις αποφάσεις και γενικότερα τη στάση του.

Ειδικότερα, ως προς τη διαχείριση χαρτοφυλακίων είναι εξαιρετικά δυσχερής η απόδειξη πταίσματος επί της προκληθείσης ζημιάς[3], καθώς για να υπάρχει υποχρέωση προς αποζημίωση η ζημία θα πρέπει να είναι προβλέψιμη από έναν διαχειριστή με εμπειρία πέραν του μέσου επενδυτή, πράγμα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο και αβέβαιο, ειδικά υπό το ρευστό κλίμα της χρηματιστηριακής αγοράς.

Σύμφωνα με το άρθρο  8 Ν. 2251/1994, ο επενδυτής υποχρεούται να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο, χωρίς καν να χρειάζεται να αποδειχθεί ζώσα συμβατική σχέση, τη ζημιά και την αιτιώδη συνάφεια υπηρεσίας και ζημιάς, ενώ το μέλος ( ο παρέχων τις επενδυτικές υπηρεσίες δηλαδή) φέρει το βάρος απόδειξης έλλειψης υπαιτιότητας  (νόθος αντικειμενική ευθύνη) ή την ύπαρξη εύλογου πλαισίου προσδοκώμενης ασφάλειας. Συμπληρωματικά, εφόσον συντρέχει αυτή η περίπτωση το μέλος θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη συνυπευθυνότητας τρίτου, προκειμένου να μετακυλήσει μέρος της ευθύνης κατά το άρθρο 6 παρ. 10 ν.2251/1994.  Ανεξάρτητα από την εσωτερική σχέση του μέλους με τους αντιπροσώπους της, βοηθούς νομής (335 ΑΚ) ή προστηθέντες (922 ΑΚ) το μέλος ευθύνεται εις ολόκληρον έναντι των επενδυτών.

Εφόσον αποδειχθεί συντρέχον πταίσμα του επενδυτή (άρθρο 6 παρ.11 ν/2251/1994) τότε η ευθύνη του μέλους μπορεί να μειωθεί ή και να αρθεί ( αντίστοιχη ρύθμιση με το άρθρο 300 ΑΚ ).

Τέλος, απαλλακτικές ρήτρες απαγορεύεται εκ του άρθρου 8 το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 6. Παρ.12 ν.2251/1994, ακόμα και για ελαφρά αμέλεια.

_________________________________________________________________________________________________

[1] ΑΠ 1378/2012 « Λαμβανομένων υπόψη, α) ότι για την παραβίαση του κανόνα αυτού διώκεται ποινικά ο κατ’επάγγελμα χορηγών τα δάνεια, κατ’έγκληση μάλιστα της ΤτΕ……δεν δημιουργεί ακυρότητα των εν λόγω δανειών, ούτε επιδρά επί του κύρους των εν λόγω συμβάσεων η έλλειψη άδειας της ΤτΕ….». ΑΠ 464/2009, ΑΠ 1761/2009

[2] Τουντόπουλος, ο.π. σελ 376

[3] Ρόκας & Γκόρτσος, ο.π. σελ 343-344

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;