ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ Ν. 4307/2014

Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Δικηγόρου, ΜΔΕ Πάντειου Πανεπιστημίου

Η  έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης, που οριοθετείται στα άρθρα 68-77 του ν. 4307/2014 ρυθμίζει το ζήτημα της μεταβίβασης του ενεργητικού μίας επιχείρησης[1] που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα[2], σε νέο αποκτώντα. Σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 1, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πληροί τις υποκειμενικές και τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 ΠτΚ[3], μπορεί να οδηγηθεί, αν υποβληθεί σχετική αίτηση στο κατά τόπον αρμόδιο[4] Μονομελές Πρωτοδικείο[5] από πιστωτές[6] που αντιπροσωπεύουν ορισμένο ποσοστό επί των εν όλω οφειλών κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα κατωτέρω, στη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης.

Ειδικότερα, για να θεωρηθεί έγκυρη η κατάθεση της εν λόγω αίτησης απαιτείται συμμετοχή πιστωτών που συγκεντρώνουν κατ’ ελάχιστον στο 40% των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας (άρθρο 68 παρ. 2), ο δε υπολογισμός του ποσοστού γίνεται, όπως και στην διαδικασία των άρθρο 62 επ., από λογιστή φοροτεχνικό Α’ ή Β’ τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό λογιστή, που καταρτίζει κατάσταση πιστωτών επί τη βάσει των οικονομικών στοιχείων που περιέρχονται σε γνώση του. Η ανωτέρω κατάσταση συνοδεύεται από βεβαίωσή του (ανωτέρω) ότι πληρούται η απαιτούμενη δια του νόμου πλειοψηφία, που επισυνάπτεται στο δικόγραφο (άρθρο 68 παρ. 4).

Επιπλέον, με το δικόγραφο της αίτησης των πιστωτών, απαιτείται, για το παραδεκτό της, η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του ειδικού διαχειριστή ότι αποδέχεται το ανατεθέν σε αυτόν έργο (άρθρο 68 παρ. 5). Τελευταίο στοιχείο του παραδεκτού της αιτήσεως είναι να διενεργηθούν οι νόμιμες επιδόσεις και εν γένει δημοσιεύσεις (άρθρο 70 παρ. 4)[7]. Ως προς το ζήτημα του ειδικού διαχειριστή, ως τέτοιος δύναται να οριστεί ένα από τα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 69 παρ. 1, ήτοι νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο (ν. 3693/2008) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρεία που έχει αντίστοιχους εταίρους κλπ. Το έργο ειδικού διαχειριστή διαρκεί δώδεκα (12) μήνες από την έκδοση της απόφασης επί της κατατεθείσας αιτήσεως, ενώ ταυτόχρονα ισχύει ως προς αυτόν αναλογικά το άρθρο 106ι παρ. 1 ΠτΚ, η δε αμοιβή του συμφωνείται και πληρώνεται από τους αιτούντες πιστωτές. Τέλος, αξίζει να τονίσουμε ότι η ευθύνη του είναι περιορισμένη, καθώς στοιχειοθετείται μόνο όταν υπάρχει δόλος ή βαριά αμέλεια.

Στη συζήτηση της αιτήσεως καλείται να παραστεί, πέρα από τους αιτούντες, και το πρόσωπο που θα υπαχθεί στο καθεστώς της ειδικής διαχείρισης[8], ενώ είναι στην κρίση του Δικαστηρίου αν θα διατάξει και κλήση και άλλων πιστωτών (άρθρο 70 παρ. 20). Ακόμη, να σημειωθεί ότι από την κατάθεση της αίτησης μέχρι τη έκδοση της αποφάσεως, δύναται, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με ξεχωριστό δικόγραφο, να διαταχθούν προληπτικά μέτρα κατά την έννοια που αυτά έχουν στο άρθρο 10 ΠτΚ. Άλλο ένα αποτέλεσμα που παρέχεται με την κατάθεση της υπό εξέταση αίτησης είναι ότι επέρχεται αναστολή των τυχών εκκρεμών εξυγιαντικών διαδικασιών που προβλέπονται από τον ΠτΚ.

Ως προς την απόφαση που θα εκδοθεί, δέον να τονιστεί ότι δεσμεύει όλους τους πιστωτές, ακόμα και τους μη συμβεβλημένους (κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 62), η δε απαιτήσεις των πιστωτών του αιτούντος περιορίζονται στο ποσό που ορίζεται σύμφωνα με την απόφαση  (ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 64 παρ. 5). Τέλος, δια της εκδοθησόμενης αποφάσεως διορίζεται ειδικός διαχειριστής (άρθρο 71). Όσον αφορά τα αποτελέσματα που επιφέρει η εν λόγω απόφαση, καταρχήν επέρχεται αναστολή των ατομικών διώξεων σε βάρος της επιχείρησης που τέθηκε σε ειδική διαχείριση. Επιπλέον δε, παύει η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης που είχαν τα εκπροσωπευτικά όργανα της, καθώς αυτή πλέον περιέρχεται στον ειδικό διαχειριστή που έχει διοριστεί για το σκοπό αυτό. Ιδιαίτερο σημαντικό είναι ότι η υπαγωγή στην συγκεκριμένη διαδικασία ορθά δεν θεμελιώνει δικαίωμα καταγγελίας των συμβάσεων που είναι ισχύ και ούτε οδηγεί σε αποστέρηση των διοικητικών αδειών (άρθρο 72), γιατί, όπως τονίστηκε ανωτέρω, δικαιοπολιτική επιλογή του Έλληνα νομοθέτη ήταν η διάσωση της επιχείρησης και αυτό δεν δύναται να επιτευχθεί χωρίς τα ανωτέρω.

Ας κατευθυνθούμε, όμως, στην ουσία της διαδικασίας, ήτοι στο έργο του ειδικού διαχειριστή. Αυτός, μόλις αναλάβει, οφείλει να πραγματοποιήσει παραχρήμα απογραφή των στοιχείων του ενεργητικού της κρίσιμης επιχείρησης και μετά να υποβάλλει σχετικό υπόμνημα που θα περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για το σχηματισμό μίας ολοκληρωμένης εικόνας περί του ενεργητικού της επιχείρησης. Επειδή η διαδικασία στηρίζεται στην επιθυμία των δανειστών να μεταβιβαστεί η επιχείρηση του οφειλέτη, ώστε να επωφεληθούν από το τίμημα που θα εισπραχθεί, ο ειδικός διαχειριστής οφείλει να διενεργήσει άμεσα δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό, αφού προηγουμένως προβεί στις απαιτούμενες εκ του νόμου δημοσιεύσεις.

Μόλις παρέλθει η προθεσμία για την κατάθεση των προσφορών, ο ειδικός διαχειριστής τις αποσφραγίζει και συντάσσει έκθεση που ορίζει τον πλειοδότη και την καταθέτει στο Δικαστήριο που θα αποφασίσει περί αποδοχής ή όχι λαμβάνοντας υπόψη του το άρθρο 74. Ωστόσο, αν οι προσφορές που υποβλήθηκαν περιορίζονται στη μία, τότε ο ειδικός διαχειριστής καλεί τους πιστωτές[9] σε συνέλευση, οι οποίοι αποφασίζουν σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 8 αν η έκθεση θα διαβιβαστεί στο Δικαστήριο προς αποδοχή κατά τα ανωτέρω. Σε περίπτωση που όλα εξελιχθούν ομαλά, τότε γίνεται δημοσίευση της περίληψης της στο Γ.Ε.ΜΗ (άρθρο 74 παρ. 3) και καλείται ο πλειοδότης να υπογράψει τη σύμβαση μεταβίβασης της επιχείρησης (άρθρο 75 παρ. 1).

Όταν ολοκληρωθεί η εξόφληση επέρχονται όλα τα αποτελέσματα του νόμου[10], ήτοι η μεταβίβαση της επιχείρησης, χωρίς, όμως, το παθητικό σκέλος της, γιατί, όπως προειπώθηκε, στην εν λόγω διαδικασία δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 479 ΑΚ. Οι απαιτούμενες ενέργειες για τη μεταβίβαση απαλλάσσονται, κατά αντιστοιχία με την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων, από φόρους, τέλη κλπ., οι δε αμοιβές περιορίζονται στο 30% (άρθρο 75 παρ. 5 και 6). Αν, όμως, δεν υποβλήθηκε ουδεμία προσφορά, είτε για το σύνολο της επιχείρησης, είτε για οιοδήποτε αυτοτελές τμήμα της,  ή δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως η μεταβίβαση, τότε περατώνεται η διαδικασία και το επόμενο βήμα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 73 παρ. 10 και 76 παρ. 1[11] αντίστοιχα, είναι η κατάθεση αίτησης πτώχευσης από τον ειδικό εκκαθαριστή ή η αναβίωση της ήδη κατατεθείσας.

Αν, όμως, η διαδικασία της ειδικής διαχείρισης εξελιχθεί ομαλά, ήτοι επιτευχθεί η μεταβίβαση της κρίσιμης επιχείρησης, τότε ο ειδικός διαχειριστής, εφόσον το εισπραχθέν ποσό επαρκεί για την πλήρη ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων πιστωτών, προχωράει σε διανομή του κατά τις διατάξεις του κοινού δικονομικού δικαίου (άρθρο 76  παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 77), αφού πρώτα αφαιρεθούν από το εν λόγω ποσό όλα τα έξοδα που διενεργήθηκαν για το σύνολο της διαδικασίας.

Κλείνοντας δέον να επισημανθεί ότι η εν λόγω διαδικασία παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 106ια ΠτΚ. Όσον αφορά στην εφαρμογή της, έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα περιορισμένη μέχρι σήμερα, αφενός λόγω του πλουραλισμού των εξυγιαντικών διαδικασιών που υπάρχουν στην ελληνική έννομη, αφετέρου επειδή είναι αρκετά χρονοβόρα και βραδυκίνητη, οδηγεί δε σε αποφυγή από την πτώχευση μόνο στην περίπτωση της πλήρους και ολοσχερούς ικανοποίησης των πιστωτών του οφειλέτη, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο και σπάνιο.

[1] Σε αυτή την περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 479 ΑΚ, δηλαδή δεν μεταβιβάζονται τα χρέη της επιχείρησης, παρά μόνο το ενεργητικό αυτής. Ο αποκλεισμός της εφαρμογής της εν λόγω διάταξης στη συγκεκριμένη διαδικασία έχει εμφανή τελεολογικό σκοπό, ο οποίος είναι να μην αποθαρρυνθεί ο επίδοξος αγοραστής από την απόκτησή της, πράγμα που θα συνέβαινε αν μεταβιβάζονταν μαζί με το ενεργητικό της επιχείρησης αυτομάτως και το παθητικό της.

[2] Υφίσταται μόνιμη και γενική αδυναμία ανταπόκρισης στις ήδη υπάρχουσες ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές, ήτοι πρόκειται για παύση πληρωμών.

[3] Επί κεφαλαιουχικών εταιριών υπάρχει η δυνατότητα υπαγωγής τους στην υπό εξέταση διαδικασία και στην περίπτωση που υφίσταται για αυτές για δύο συνεχείς χρήσεις ένας από τους λόγους λύσης που προβλέπονται στο άρθρο 48 παρ. 1 του νόμου για ανώνυμες εταιρίες.

[4] Ως τέτοιο ορίζεται το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου έχει την έδρα του ο οφειλέτης

[5] Το εν λόγω αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον Δικαστήριο δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 70 παρ. 1)

[6] Επομένως, πρόκειται για μί οικειοθελή διαδικασία, που ενεργοποιείται με ενέργειες των πιστωτών. Βλ http://www.kathimerini.gr/821153/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-nees-eykairies-gia-yperxrewmenoys-ofeiletes.

[7] Όπως σε κάθε δικόγραφο, έτσι και εν προκειμένω απαιτείται κοινοποίηση στον καθ’ ου η αίτηση. Επιπλέον, πρέπει να γίνει δημοσίευση της περίληψής της στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ.

[8] Επί νομικών προσώπων απαιτείται να παρίστανται όλα τα μέλη της διοίκησης κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 96 παρ. 2 ΠτΚ.

[9] Ως πιστωτές που δύναται να συμμετάσχουν στην συνέλευση είναι αυτοί, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην κατάσταση πιστωτών που καταρτίστηκε βάσει του άρθρο 68 παρ. 4

[10] Η μεταβίβαση των ακινήτων, ως γνωστόν, επέρχεται με την μεταγραφή. Για την εξάλειψη τυχόν βαρών που έχουν τα ακίνητα, απαιτείται η υποβολή σχετικού πρόσθετου αιτήματος προς το αρμόδιο γραφείο (υποθηκοφυλακείο ή κτηματολόγιο), καθώς δεν επέρχεται ex lege.

[11] Υπάρχει η δυνατότητα να παραταθεί η διαδικασία της μεταβίβασης μέσα στα όρια που προβλέπονται στό άρθρο 76 παρ. 2.

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.