υπερχρεωμένα νοικοκυριά

ΑΙΤΗΜΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΣΕ ΕΦΕΣΗ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ (άρθρο 781 ΚΠολΔ)

*της Αλεξάνδρας Σωτηροπούλου, Δικηγόρου Αθηνών

Σύμφωνα με το άρθρο 781 § 1 ΚΠολΔ «το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση (σ.σ. εκουσίας δικαιοδοσίας) μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή που καταχωρίζεται στα πρακτικά, με την οποία διατάζει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα έως την έκδοση της απόφασής του, για να εξασφαλιστεί ή να διατηρηθεί δικαίωμα ή να ρυθμιστεί κατάσταση». Η πρακτική σημασία του εν λόγω άρθρου είναι ιδιαιτέρως εμφανής στις αιτήσεις υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 (a.k.a. Νόμος Κατσέλη), καθότι μέσω αυτού επιτυγχάνεται η διατήρηση της νομικής και πραγματικής κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη μέχρι την εκδίκαση της αιτήσεώς του (η οποία μέχρι και τις αλλαγές που επήλθαν στο νόμο το 2018 προσδιοριζόταν πολλά χρόνια μετά την κατάθεση της αίτησης). Από 1-3-2019 βέβαια έχει καταργηθεί το άρθρο 9 του Ν. 3869/2010 για την προστασία της πρώτης κατοικίας, πλην όμως τα άλλα άρθρα παραμένουν σε ισχύ, ενώ η εκδίκαση και η κατάθεση εφέσεων κατά αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθούν επί αιτήσεων που κατατέθηκαν μέχρι την 28-2-2019 υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς, θα απασχολεί τους ενδιαφερόμενους και τους δικηγόρους τους για αρκετά χρόνια ακόμα. Επιπλέον, στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας υπάγεται σωρεία άλλων υποθέσεων, εντελώς διάφορων του Ν. 3869/2010, όπως για παράδειγμα η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως ορισμένου φυσικού προσώπου ή η έννομη σχέση που συνδέει γονείς και τέκνο διαμέσου της υιοθεσίας κλπ.

Ειδικά όσον αφορά την έφεση στα πλαίσια του Ν. 3869/2010, η προσωρινή διαταγή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, διότι, εφόσον έχει απορριφθεί το πρωτοδίκως προταθέν σχέδιο διευθέτησης τον οφειλών του ή η ίδια η αίτησή του γενικότερα, με την έκδοση της απόφασης παύει αυτοδικαίως η προηγούμενη προσωρινή διαταγή και μένει απροστάτευτος σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης των δανειστών του. Διατηρεί, βέβαια, το δικαίωμα να καταθέσει αίτηση αναστολής, αφού έχει ήδη καταθέσει την έφεσή του και στα πλαίσια της αναστολής αυτής να υποβάλει νέο αίτημα προσωρινής διαταγής. Όμως η οδός αυτή χαρακτηρίζεται από ορισμένες δυσχέρειες για τον αιτούντα, με κυριότερη των οποίων την μεγάλη οικονομική του επιβάρυνση, καθότι πρέπει να επωμισθεί τα έξοδα για την κατάθεση και την επίδοση της έφεσης τους δανειστές του, τα έξοδα για την κατάθεση και την επίδοση της αίτησης αναστολής (με την προσωρινή), τα έξοδα συζήτησης της προσωρινής διαταγής και τα έξοδα συζήτησης της αίτησης αναστολής. Πρακτικά, αν έχουμε έναν οφειλέτη με 3-4 τράπεζες, τα έξοδα αυτά ανάγονται σε πάνω από 600 ευρώ, ποσό που ασφαλώς αυξάνεται αναλόγως του αριθμού των καθ’ ων η έφεσή του.

Τίθεται, λοιπόν το ζήτημα, μήπως υπάρχει καλύτερος τρόπος; Κατά τη γνώμη μου υπάρχει. Και αυτός είναι η σώρευση του αιτήματος χορήγησης προσωρινής διαταγής απευθείας στο δικόγραφο της έφεσης. Και να γιατί.

Ως αίτηση κατά τη διάταξη του άρθρου 781 ΚΠολΔ, κατά την εκδίκαση της οποίας έχει το δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει προσωρινή διαταγή για τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα ως την έκδοση της απόφασής του, δεν είναι μόνον η κατά το άρθρο 747 αίτηση, με την οποία ανοίγεται η δίκη σε μια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας, αλλά κάθε αίτημα δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι η κύρια παρέμβαση (752 § 1), η ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση (758), τα ένδικα μέσα (760, 761 επ.), η τριτανακοπή (773) και η αίτηση για την αναστολή της ισχύος και της εκτελεστότητας της απόφασης που έχει προσβληθεί με ένδικο μέσο (763 § 3, 546, 770). Ως στάδιο της διαδικασίας, κατά το οποίο μπορεί να εκδοθεί προσωρινή διαταγή, νοείται όλο το χρονικό διάστημα από την κατάθεση ως τη συζήτηση της αίτησης είτε από την κατάθεση μέχρι τη συζήτηση οποιουδήποτε μεταγενεστέρως ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος ή μέσου[1]. Η ανάγκη ολοκληρωμένης προστασίας του αιτούντος επιβάλλει τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως του  άρθρου 781 ώστε αυτή να εκτείνεται σε όλο το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της αρχικής αίτησης, με την οποία ανοίγεται η δίκη σε μια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας έως τη συζήτηση της αιτήσεως στο ακροατήριο. Η ανάγκη αυτή δεν εκλείπει, ασφαλώς, ούτε στο δεύτερο βαθμό κρίσης της υποθέσεώς του, επομένως, το αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής με βάση το 781 μπορεί να υποβληθεί με την κατάθεση του ένδικου μέσου ή της ανακλητικής ή μεταρρυθμιστικής αίτησης ή της τριτανακοπής, ως τη συζήτησή τους στο ακροατήριο. Εξάλλου, η γραμματική ερμηνεία που χωρεί εκ της ίδιας της διατυπώσεως του άρθρου 781 § 1 «οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας», υπαγορεύει την ως άνω παραδοχή, η οποία –μεταξύ άλλων– δεν προσκρούει σε καμία άλλη απαγορευτική διάταξη, ενώ στενότερη ερμηνεία, δεν δικαιολογείται ούτε από το σκοπό του άρθρου ούτε από τη γενικότερη αρχή του κράτους δικαίου και της υποχρέωσής του για παροχή ολοκληρωμένης δικαστικής προστασίας.

Παράλληλα, γίνεται δεκτό στα πλαίσια των γενικών ασφαλιστικών μέτρων ότι αυτά διατάσσονται και από το πολυμελές δικαστήριο, όπως είναι το εφετείο, αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής σε αυτό (ΕφΑθ 4007/2011, ΕφΠατρ 779/2007, ΕφΗρ 805/1991 Νόμος). Το πολυμελές δικαστήριο (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), στο οποίο εκκρεμεί κατά το άρθρ. 684 ΚΠολΔ αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή ανεξάρτητα από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης (μολονότι κατά το άρθρ. 686 § 5 εδ. β ΚΠολΔ δεν μπορεί να συζητήσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων χωριστά από την κύρια υπόθεση). Αναλόγως και το μονομελές πρωτοδικείο, στο οποία κατά το άρθρ. 17Α του ΚΠολΔ υπάγονται πλέον οι εφέσεις των ειρηνοδικείων, δεν μπορεί μεν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο να δικάσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων παρά μόνο κατά τη συζήτηση της έφεσης για την κύρια υπόθεση, μπορεί, όμως και πριν από τη συζήτησή της να εκδώσει κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της προσωρινή διαταγή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται, λοιπόν, ότι προσωρινή διαταγή μπορεί να διαταχθεί και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπου θα ακολουθηθεί η διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 686, κατά την οποία θα ορισθεί η συζήτηση επί του αιτήματος ασφαλιστικών μέτρων και πιο συγκεκριμένα προσωρινής διαταγής, σε κατά το δυνατόν αμεσότερη δικάσιμο και πάντως πριν τη συζήτηση της εφέσεως.

Η χορήγηση προσωρινής διαταγής, είτε δίδεται στα πλαίσια του Ν. 3869/2010 (πρωτοβάθμιας αιτήσεως ή εφέσεως) είτε στα πλαίσια οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, δια της οποίας απαγορεύεται κάθε καταδιωκτικό μέτρο κατά της περιουσίας του αιτούντος ή της εν γένει πραγματικής και νομικής κατάστασής του, έως την έκδοση οριστικής ή εν προκειμένω τελεσίδικης απόφασης, βρίσκεται σε άμεση τελεολογική σύνδεση με τη διαδικασία για την παροχή οριστικής δικαστικής προστασίας. Επειδή συνήθως το διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή της κατάθεσης της εφέσεως έως την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής πιθανολογείται μεγάλο, κατά τρόπο που φαλκιδεύεται η δραστικότητα της αναμενόμενης δικαστικής προστασίας, παρέχεται προσωρινή δικαστική προστασία, με τα διατασσόμενα ασφαλιστικά μέτρα. Πρόκειται για ειδικότερη εκδήλωση της δικαστικής προστασίας, στην παροχή της οποίας έχει αξίωση καθένας, του οποίου θίγονται τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα, σύμφωνα με τα άρθρα 20 § 1 Σ και 6 § 1 ΕΣΔΑ.

Όσον αφορά το πρακτικό σκέλος, το αίτημα προσωρινής διαταγής μπορεί να υποβληθεί είτε με σώρευση στο δικόγραφο της αρχικής αίτησης για την κύρια υπόθεση, είτε με χωριστό δικόγραφο, είτε με τις προτάσεις για την κύρια υπόθεση, είτε και προφορικώς κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης[2]. Δικαιολογητική βάση αυτής της θέσης είναι το γεγονός ότι το δικαστήριο έχει την εξουσία να προχωρήσει στην έκδοση της προσωρινής διαταγής, και δίχως αίτημα κανενός, αλλά αυτεπαγγέλτως, επομένως με όποιον τρόπο και αν υποβληθεί το αίτημα και σε όποιο στάδιο της διαδικασίας, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, οφείλει να γίνεται δεκτό. Τέλος, προκειμένου να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή απαιτείται να είναι αυτό αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η να διατηρηθεί δικαίωμα ή να ρυθμιστεί κατάσταση. Η αναγκαιότητα αυτή υπάρχει όταν διαφαίνεται κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης για ιδιωτικό δικαίωμα, στου οποίου την εξασφάλιση ή τη διατήρηση αποβλέπει το αναμενόμενο να διαταχθεί με την οριστική απόφαση ρυθμιστικό μέτρο ή υφίσταται επείγουσα περίπτωση που πιέζει στην προσωρινή ρύθμιση της υπάρχουσας νομικής κατάστασης, μολονότι δεν πρόκειται για την προσωρινή δικαστική προστασία ιδιωτικού δικαιώματος, αλλά απλού συμφέροντος. Για τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων που συνιστούν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, αρκεί πιθανολόγηση στο πλαίσιο απολύτως ελεύθερης απόδειξης.

Συνοψίζοντας και κλείνοντας η αποδοχή της δια του παρόντος υποστηριζόμενης θέσης από τα επιλαμβανόμενα δικαστήρια, θα είχε πλείονες θετικές συνέπειες τόσο ως προς τους αιτούμενους δικαστική προστασία πολίτες, όσο και για την ίδια τη λειτουργία της δικαιοσύνης, καθώς προωθεί άμεσα την οικονομία της δίκης. Μέσω της οδού αυτής, παραλείπεται η –όπως αποδεικνύεται– αχρείαστη παρεμβολή αυτοτελών ασφαλιστικών μέτρων (αίτηση αναστολής), πολλώ δε μάλλον τη στιγμή που ήδη έχει προβλέψει ο νομοθέτης να θεσπίσει ειδικό άρθρο προσωρινής διαταγής στο κεφάλαιο της εκουσίας δικαιοδοσίας, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού. Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας λαμβάνει εκτάσεις που κινούνται στα όρια του άρθρου 20 § 1 Σ και της νομιμότητας γενικότερα και πολλές φορές την ξεπερνούν (βλ. νέα τακτική διαδικασία), σε σημείο που δεν είναι διόλου σπάνιο εκ της καθυστερήσεως αυτής να καταλήγει άνευ αντικειμένου το ίδιο το δικαίωμα που ζητάται να προστατευθεί. Ωστόσο, σε ένα κράτος δικαίου η παγίωση και πρακτική θεσμοθέτηση μίας τέτοιας κατάστασης είναι κάτι το ανεπίτρεπτο. Πολλώ δε μάλλον όταν αυτή δεν οφείλεται σε αντικειμενικά, ανυπέρβλητα κωλύματα αλλά σε τυπολατρικές και τεχνοκρατικές ερμηνείες του δικαίου. Έτσι, λοιπόν, πρέπει να προτιμάται η ερμηνεία εκείνη της δικονομίας που εξυπηρετεί την ορθότερη και ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και που μόνο στόχο έχει αυτήν. Διότι το καθήκον των φορέων της δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών ακόμα περισσότερο δεν εξαντλείται στο να είναι θεματοφύλακες μιας ατελέσφορης γραφειοκρατίας. Τουναντίον, εκτείνεται στην ουσιαστική προάσπιση και προώθηση του δικαίου, εντός ασφαλώς των ορίων του νόμου, αλλά με την πρότυπη ερμηνεία αυτού.

_____________________________________________________________________________________________

[1] Κεραμεύς Ερμ. Κ.Πολ.Δ άρθρο 781 στη σελ. 1541 – εκδόσεις Σάκκουλα 2000

[2] Κ. Μπέης, http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=5&mid=1096&mnu=1&id=15245 .