ΑΙΤΗΣΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ

Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Δικηγόρου,

ΜΔΕ Παντείου Πανεπιστημίου και μεταπτυχιακού φοιτητή Νομικής ΔΠΘ

Το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζει το ασφαλιστικό μέτρο, καθώς και το δικαίωμα στην εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου αποβλέπει ή την κατάσταση την οποία ρυθμίζει», στο δε άρθρο 691Α παρ. 1 ΚΠολΔ αναφέρεται ότι «Αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη έχει το δικαίωμα, μόλις κατατεθεί η αίτηση και ώσπου να εκδοθεί η απόφαση του, να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν έως την έκδοση της απόφασής του για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης».

Παραπέρα, το άρθρο 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, ορίζει «Το δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως την συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαιώμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικα ή εν μέρει την απόφαση του εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της». Σύμφωνα με το άρθρο 697 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει μετά τον ν. 4335/2015 (έναρξη ισχύος 1.1.2016.), «Το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί, με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων»

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2, 691Α παρ. 1, 696 παρ. 3, και 697 εδ. α’ ΚΠολΔ συνάγεται μετ’ επιτάσεως ότι όταν διατάσσεται από το Δικαστήριο ένα ασφαλιστικό μέτρο μέχρι τη συζήτηση του κύριου ενδίκου βοηθήματος, παρέχεται η δυνατότητα, σε όποιον έχει έννομο συμφέρον, να αιτηθεί την ανάκληση ή την μεταρρύθμιση ολικά ή εν μέρει της απόφασης που δέχτηκε την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων. Είναι δεδομένο ότι σχετικό έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στο πρόσωπο των διαδίκων (αιτούντος και καθ’ ου), οι οποίοι έχουν δικαίωμα, εφόσον επήλθε ουσιώδης μεταβολή των πραγμάτων, να απευθυνθούν ενώπιον του Δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για την κύρια υπόθεση (άρθρο 697, 221 και 222 ΚΠολΔ) και να ζητήσουν με νέο δικόγραφο την ολική ή εν μέρει μεταρρύθμιση της ισχύουσας απόφασης.

Σε υποθέσεις ρύθμισεις οφειλών, όπου τυγχάνει εφαρμογής ο ν. 3869/2010, η ορθότερη νομική οδός για την ανάκληση ή την μεταρρύθμιση προσωρινής διαταγής είναι το άρθρο 781 ΚΠολΔ, γεγονός που προκύπτει μετ’ επιτάσεως από το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ν. 3869/2010, καθώς ορίζεται ρητά ότι «Η προσωρινή διαταγή ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 781 ΚΠολΔ».

Από την γενική επισκόπηση του άρθρου 781 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή στα πλαίσια του ν. 3869/2010, η οποία για τις αιτήσεις που κατατέθηκαν προ της έναρξης ισχύος του ν. 4336/2015 (έναρξη ισχύος 19.8.2015) ισχύει έως την έκδοση οριστικής αποφάσεως - και όχι για έξι (6) μήνες κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3869/2010,  υπάρχει η δυνατότητα να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί αυτή για τους ίδιους λόγους (μεταβολή πραγμάτων) και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που οριζονται για την μεταρρύθμιση ή ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.

Από το σύνολο των ανωτέρω συνάγεται ότι η αίτηση μεταρρύθμισης ασκείται, εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων, από το διάδικο που έχει έννομο προς τούτο συμφέρον (ΜΠρΘηβ 296/1990, Δίκη 1992, 258). Ως μεταβολή πραγμάτων νοείται η μεταβολή εκείνη, η οποία μπορεί να δικαιολογήσει την μεταρρύθμιση της απόφασης και αφορά κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της υπόθεσης που κρίθηκε. Ως τέτοια νέα στοιχεία, νοούνται όχι μόνο τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αίτησης, αλλά και εκείνα που προϋπήρχαν, απλώς δε μετά τη συζήτηση αποκαλύφθηκαν και γενικώς όλα όσα δεν τέθηκαν υπό την κρίση του Δικαστηρίου από ανυπαίτια συμπεριφορά του διαδίκου, τα οποία αν είχαν τεθεί υπόψη του θα φανέρωναν διάφορη πραγματική κατάσταση και που θα οδηγούσε σε διάφορη κρίση. Τέτοια περιστατικά θεωρούνται παγίως κατά τη νομολογία, η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη λόγω μείωσης μισθού ή συντάξεως, η επαύξηση των υποχρεώσεών κλπ.

Από τη λεκτική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ότι σε μεταρρύθμιση υπόκειται μόνο η απόφαση που διέταξε προσωρινά μέτρα και όχι και εκείνη που είναι απορριπτική του ασφαλιστικού μέτρου. Επομένως, όταν γίνεται δεκτό το αίτημα προσωρινής διαταγής στα πλαίσια του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 781 ΚΠολΔ και σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδοθείσας δικαστικής διάταξης επέρχονται πραγματική περιστατικά που δικαιολογούν την μεταρρύθμισή της, τότε ο διάδικος που έχει έννομο συμφέρον παραδεκτώς και νόμιμα υποβάλλει σχετικό αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η συζήτηση του κυρίου ενδίκου βοηθήματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 781 ΚΠολΔ, που τυγχάνει εφαρμογής σε υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου και σε υποθέσεις του ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον αιτούντα-δανειολήπτη για «προσωρινή δικαστική προστασία» που μοιάζει με εκείνη που παρέχεται στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Ναι μεν δεν υπάρχει η δικονομική ευχέρεια, να εφαρμοστεί εκ παραλλήλου η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 691 επ. ΚΠολΔ (Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ, 2000, τόμος ΙΙ, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 739-866,  1459 και 1462, Μπέης Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, 1980, 19 και ΕφΑθ 270/1993), αλλά οι εν λόγω διατάξεις αποτελούν χρήσιμο (άτυπο) εργαλείο για την στοιχειοθέτηση του αιτήματος για μεταρρύθμισης της εκδοθείσας προσωρινής διαταγής.

Η εκούσια δικαιοδοσία βρίσκεται στο μεταίχμιο της διοικητικής και αστικής λειτουργίας κι αφορά μεν ιδιωτικά δικαιώματα, αλλά έχει ιδιάζοντα χαρακτήρα. Οι διαφορές αφορούν δημοσίου δικαίου αξιώσεις πολιτών κατά της πολιτείας, να προβεί σε διάπλαση ή διαπίστωση μιας έννομης σχέσης. Είναι φανερό εκ των ανωτέρω ότι οι εν λόγω υποθέσεις αποτελούν ειδική κατηγορία που, όχι μόνο λόγω των διαδικαστικών αποκλίσεών της, αλλά λόγω της φύσεως και σκοπού της, στοιχειοθετεί εντελώς διαφορετικό αντικείμενο. Η καθιέρωση εκδίκασης των ανωτέρω υποθέσεων από τα τακτικά πολιτικά Δικαστήρια υπαγορεύτηκε από την ανάγκη σημαντικές υποθέσεις προσωπικής κατάστασης να περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα διατυπώθηκε η άποψη, ότι ως προς την προσωρινή δικαστική προστασία σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί να τύχουν εφαρμογής «εκ παραλλήλου» οι διατάξεις των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ. Η πρακτική αυτή, που εν μέρει οφείλεται και στις ασάφειες και την προχειρότητα των νομοθετημάτων, κρίνεται από μερίδα της νομολογίας  (υπ’ αριθ. 491/ 2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών), όχι μόνο μη ορθή, αλλά και επικίνδυνη. Μπορεί εκ νέου να οδηγήσει σε σοβαρά σφάλματα, παρανοήσεις, «διπλές δίκες», μη «ισότητα» διαδίκων, έκδοση αντιφατικών αποφάσεων κι εκ νέου υποβάθμιση του ρόλου και του σκοπού της εκούσιας δικαιοδοσίας, στοιχεία που δεν μπορούν να γίνουν ανεκτά.

Δέον να επισημανθεί ότι στην πραγματικότητα οι υποθέσεις του ν. 3869/2010 δεν είναι συγκεκριμένων «οφειλετών» κατά «πιστωτών», αλλά πολιτών κατά της πολιτείας. Αφορούν μεγάλες μάζες ανθρώπων, που επλήγησαν, όχι μόνο από δικά τους λάθη, αλλά και από συμπεριφορές των πιστωτών τους, με αποτέλεσμα να επέλθει «γενικευμένη κρίση», η οποία κρίνεται δοκιμότερο να ρυθμιστεί δια της επεμβάσεως της κρατικής εξουσάις

Αντίστοιχοι νόμοι με τον ν. 3869/2010, έχουν ψηφιστεί και σε άλλα κράτη (λχ. Αγγλία, Γερμανία, ΗΠΑ), προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του αυξημένου ιδιωτικού χρέους που δημιουργήθηκε είτε λόγω αυξημένης δανειοδότησης, είτε λόγω επέλευσης οικονομικής κρίσης.

Σε αυτά τα πλαίσια ψηφίστηκε και ο ν. 3869/2010, ώστε πολίτες που δεν έχουν εισοδήματα ή έχουν περιορισμένα εισοδήματα, όχι μόνο για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, αλλά για να επιβιώσουν, να μπορούν να αιτηθούν τη ρύθμιση τους δικαστικά, η οποία επέρχεται δια της εκδόσεως οριστικής δικαστικής αποφάσεως.

Όμως, μέχρι να επέλθει η εκδίκαση της σχετικής αίτησης από το αρμοδιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο της κατοικίας του αιτούντα), κρίθηκε σκόπιμο από τον νομοθέτη να δοθεί η δυνατότητα στα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας να ζητήσουν προσωρινή δικαστική προστασία. Μία μερίδας της νομολογίας θεωρεί ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί (και) με την προσφυγή στις διατάξεις των κοινών ασφαλιστικών μέτρων (ΕιρΓιαννιτ 11/2015, ΕιρΘες 6470/2014, ΕιρΣερρ 9/2015, ΕιρΘεσ 210/2014, ΕιρΑμαρ 1331/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και contra ΕιρΚορινθ 1131/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ωστόσο, η συστηματική ερμηνεία του νόμου, για την επιδιώξη προσωρινής δικαστικής προστασίας υπαγορεύει την προσφυγή στο άρθρο 781 ΚΠολΔ, και όχι στις κοινές διατάξεις των ασφαλιστικών μέτρων. Το άρθρο 781 ΚΠολΔ, παρουσιάζει εμφανή ομοιότητα με τις ρυθμίσεις των κοινών ασφαλιστικών μέτρων, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η προσωρινή διακστική προστασία στα πλαίσια του ν. 3869/2010 μπορεί να επιδιωχθεί και κατά τις διατάξεις αυτών.

Οι προσωρινές διαταγές του άρθου 781 ΚΠολΔ ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται, όπως και εκείνες των κοινών ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως όχι με προσφυγή στα άρθρα των κοινών ασφαλιστικών μέτρων αλλά με επίκληση του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ν. 3869/2010, που παραπέμπει ρητά στις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ).  Σε κάθε περίπτωση, δέον να επισημανθεί ότι όταν εισάγεται μία αίτηση μεταρρύθμισης προσωρινης διαταγής του ν. 3869/2010 κατά τα κοινά ασφαλιστικά μέτρα, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται πρέπει, για λόγους οικονομίας της δίκης, να «κρατήσει» την υπόθεση και να την δικάσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 781 παρ. 2 και 758 ΚΠολΔ και του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ν. 3869/2010.

Επομένως, το άρθρο 781 παρ. 2 ΚΠολΔ δίνει την δυνατότητα ανάκλησης - μεταρρύθμισης της εκδοθείσας, στα πλαίσια του ν. 3869/2010 προσωρινής διαταγής, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των κοινών ασφαλιστικών μέτρων ή του άρθρου 758 ΚΠολΔ, το οποίο, ναι μεν αφορά τις οριστικές αποφάσεις, πλην όμως σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη στην νομολογία, εφαρμόζεται και ως προς την ανάκληση ή μεταρρύθμιση προσωρινών διαταγών (ΕιρΑλεξ 13/2014, ΕιρΚορ 1354/2013, ΕιρΚορ 1131/13, ΜΠρΘεσ 14679/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή μεταρρυθμίζονται οι προσωρινές διατάξεις:

α) Αν προέκυψαν νέα πραγματικά περιστατικά και

β) Αν μεταβλήθηκαν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν.

Η πρώτη προϋπόθεση εκλαμβάνει ως «νέα περιστατικά», όχι μόνο τα οψιγενή (τα οποία προδήλως αποτελούν λόγο μεταρρύθμισης), αλλά και όσα υπήρχαν και δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, χωρίς να εξετάζεται ο λόγος ή η υπαιτιότητα ακόμη και του ίδιου του αιτούντα (ΑΠ 1133/1994 ΕλλΔνη 1996, 1069, ΕφΛαρ 74/2013, ΕφΠειρ 104/2013, ΜΠρΚορ 187/2014, ΕιρΣερ 71/2013).

Η δεύτερη προϋπόθεση περιλαμβάνει, πέρα των άλλων, κάθε πραγματική κατάσταση, που επιφέρει μεταβολή στις συνθήκες που ίσχυαν, κατά τη λήψη της απόφασης ή των ασφαλιστικών μέτρων διασφάλισης της περιουσίας του οφειλέτη. Ως τέτοια, δε, θεωρείται ορθά και η μεταβολή νόμου. Η τροποποίηση του άρθου 5 παρ. 2 του ν. 3869/2010 με το ν. 4336/2015 ως προς το χρόνο ισχύος της προσωρινής διαταγής, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει σε χρονική διάρκεια τους έξι (6) μήνες φανερώνει την πρόθεση του νομοθέτη να επανεξετάζονται οι υποθέσεις σε επίπεδο προσωρινών διαταγών και να επανελέγχεται η εικόνα του αιτούντα, ώστε να καθίσταται σε γνώση των πιστωτών - και πρωτίστως του αρμόδιου δικαστικού οργάνου - οι τρέχουσες οικονομικές και λοιπές δυνατότητες του οφειλέτη, οι οποίες ενδεχομένως να δικαιολογούν την μεταρρύθιση της προσωρινής διαταγής με την υποχρέωση καταβολής υψηλότερου (σε περίπτωση βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης) ή χαμηλότερου (σε περίπτωση χειροτέρευσης της οικονομικής κατάστασης) ποσού. Ως εκ τούτου, προκύπτει μετ’ επιτάσεως ότι οι προσωρινές διαταγές που εκδίδονται στα πλαίσια του ν. 3869/2010, τροποποιούνται και μεταρρυθμίζονται όταν επέρχεται μεταβολή των πραγμάτων ή των συνθηκών κατά τα ανωτέρω.

Την αίτηση μεταρρύθμισης δικαιούνται να ασκήσουν μόνο οι διάδικοι της αρχικής δίκης (ΕφΑθ 672/1993 ΕλλΔνη 1993, 1360) ή και οι καθολικοί τους διάδοχοι (και όχι τρίτοι, που δεν μετείχαν) και εκδικάζεται αυτή από το Δικαστήριο που εξέδωσε την κρίσιμη προσωρινή διαταγή, που μεταρρυθμίζεται, στη δε δίκη καλούνται υποχρεωτικά οι διάδικοι της πρώτης δίκης.

Κατά την υπ’ αριθ. 35/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η αίτηση για μεταρρύθμιση είναι δικονομικά βάσιμη, αν στηρίζεται σε νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την μεταρρυθμιστέα απόφαση και αυτά τα στοιχεία (πραγματικά περιστατικά) δικαιολογούν τη μεταρρύθμιση της προσωρινής διαταγής που είχε εκδοθεί, ήτοι πρέπει να ασκούν ουσιώδη επίδραση στην υπόθεση που κρίθηκε και παράλληλα θα πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το περιεχόμενο του ασφαλιστέου δικαιώματος και σε λογική συνάρτηση προς τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η προηγούμενη απόφαση, έτσι ώστε να δικαιολογείται η διαφορετική κρίση (λχ. μείωση μηνιαίων καταβολών λόγω απώλειας εργασίας) από το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης μεταρρύθμισης.

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.