Για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας

Τον τελευταίο καιρό , λόγω των καταστάσεων , απ’ότι φαίνεται η πολυπραγμοσύνη των πολιτών έχει διευρυνθεί κατά πολύ ∙ εκτελούν είτε χρέη λογιστή, φοροτεχνικού, πολιτικού ακόμα και  δημοσιογράφου . Πιο πρόσφατη πανεπιστημιακή κατάρτιση είναι εκείνη του συνταγματολόγου ενόψει και της ριζικής αναθεωρήσεις που προτείνεται αλλά και της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Βέβαια και στο παρελθόν η πολιτεία έχει ασχοληθεί ξανά με άρθρα του Συντάγματος – άρθρο 16 περί του δημοσίου χαρακτήρα των πανεπιστημίων-, σίγουρα όμως τίποτα εκ του παρελθόντος δεν μπορεί να συγκριθεί με την ενασχόληση και την ποικιλία που συναντάμε κάθε φορά που έρχονται οι ημερομηνίες εκλογής ΠτΔ∙ άρθρο 1 παρ 2, άρθρο 2 , παρ 1 και άρθρο 60 παρ 1 του Συντάγματος .

Τα πρώτα δύο άρθρα είναι λίγο πολύ γνωστά σχετικά με την ανάπτυξη προσωπικότητας και πολιτεύματος. Το άρθρο 60 παρ 1 αναφέρεται στην βουλευτική ελευθερία γνώμης και ψήφου. Συγκεκριμένα, «Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση». Η παραπάνω διατύπωση εξασφαλίζει πως θα υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας σε σχέση με την πραγματική βουλευτική ελευθερία – καθώς ως γνωστόν οι βουλευτές εκλέγονται κάτω από τη σημαία ενός συγκεκριμένου κόμματος-. Όπως φαίνεται λοιπόν , ο εξαναγκασμός βουλευτών προς ψήφιση ζητημάτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως προσβολή της προσωπικότητας, αλλά επαφίεται ακόμη πιο βαθειά στη συνταγματική προστασία προς την ελευθερία γνώμης και ψήφου.

Η ιστορία μας έχει διδάξει πως σε οποιονδήποτε τομέα ο άνθρωπος σημειώνει σημαντική πρόοδο, πάντα φυσικό είναι να κάνει μερικά βήματα πίσω ∙ το είδαμε με την μείωση της ελευθερίας στην τεχνολογία των τελευταίων χρόνων, της καλαισθησία στη μόδα, αλλά και με τον περιορισμό της έκφρασης των ατομικών απόψεων. Και ενώ αφού το 1896 οι βουλευτές ήταν εκείνοι που εκβίαζαν τον αρχηγό του κόμματος τους, και αφού αυτά τα φαινόμενα δεν σταμάτησαν, παρά μόνο για ελάχιστα μετά την Μεταπολίτευση, έχουμε φτάσει στο σημείο το εκάστοτε κόμμα να εκβιάζει τους βουλευτές του να ψηφίσουν, «θεσμός» γνωστός ως «κομματική πειθαρχία».

Κάθε φορά πλησιάζουν οι ημέρες εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, και εφόσον είναι αδύναμη η κυβέρνηση (σχεδόν πάντα) η εκάστοτε αντιπολίτευση συνεχώς απειλή πως θα δεν ψηφίσει Πρόεδρο ώστε να προκαλέσει εκλογές. Εκβιαστικό; Αντισυνταγματικό; Θα έλεγα απλά «Ελλάδα». Εκεί όπου ένας υψίστης σημασία θεσμός χρησιμοποιείται ξανά και ξανά για την εξυπηρέτηση πολιτικών συμφερόντων πατώντας και επί της πολιτικής αδυναμίας των βουλευτών. Δεν αναφέρομαι κατ’αποκλειστικότητα στην ψηφοφορία αυτού του μήνα, αλλά στο σύνολο των ψηφοφοριών του παρελθόντος.

Είτε θες, είτε δεν θες να ψηφίσεις Πρόεδρο είσαι αναγκασμένος να ψηφίσεις  είτε να μην ψηφίσεις ανάλογα με την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Συγχαρητήρια στην «κατά συνείδηση» ψήφο που κατοχυρώνει το Σύνταγμα.

Η κομματική πειθαρχεία πηγάζει θεωρητικά από την πολιτική σχέση του βουλευτή με το κόμμα, καθώς το τελευταίο στηρίζει την εκλογή του και παρουσιάζει στον πολίτη μια σχέση συνοχής και εμπιστοσύνης. Βέβαια όλα αυτά σε θεωρητικό επίπεδο.

Πολύ εύκολα η κομματική πειθαρχεία μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτικό όπλο που όχι μόνο στηρίζεται στο βουλευτικό φόβο και αδυναμία, αλλά ομοιάζει επικίνδυνα με ολοκληρωτικές πρακτικές. Κάτι τέτοιο αν και για πολλά χρόνια δεν ήταν ορατό από την κοινωνία , πλέον έχει γίνει έκδηλο , και σίγουρα πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν θα πρέπει να προστατεύονται τέτοιες πρακτικές σε ένα «σύγχρονο, ευρωπαϊκό» κράτος.

Ορισμένοι τεχνοκράτες ή πολιτευτές μπορούν να δικαιολογήσουν εν μέρει αυτή την πρακτική , ως ύστατο όργανο της κομματικής συνοχής και στεγανότητας των απόψεων του εκάστοτε κόμματος. Η ασφάλεια της κομματικής γραμμής θα πρέπει να προστατεύεται προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ομαλή πορεία .

Αυτό το σκεπτικό μας βάζει σε περίπλοκες σκέψεις και σχεδόν απαιτεί να επιστρέψουμε σε βασικές αξιολογήσεις αξιών και πολιτικών δομών. Όπως έλεγε και ο Βενιαμίν Φράνκλιν « Όποιος θυσιάζει την ελευθερία για την ασφάλεια, δεν αξίζει καμία από τις δύο». Αν κινηθούμε με βάση αυτό το συλλογισμό θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν έχουμε πρόθεση να θυσιάσουμε την ελευθερία γνώμης του κοινοβουλευτικού συστήματος στον βωμό της προφύλαξης ενός πολιτικού συστήματος που καθημερινώς πεθαίνει , καθώς αποδείχθηκε ανάξιο όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με μια πραγματική πολιτικό-οικονομική πρόκληση. Όπως έχει αποδειχθεί έχουμε αυτή τη πρόθεση.

Στο τέλος της ημέρας κάθε φορά το πολιτικό παιχνίδι παίζεται εις βάρος των πολιτών.

Σχεδόν 7 στους 10 πολίτες δηλώνουν απαισιόδοξοι για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και για τα προσωπικά οικονομικά τους, η κυβέρνηση έχει σταματήσει να ανακοινώνει τη λήψη νέων μέτρων και περιορίζεται απλά στο να τα εφαρμόζει, ή απλά να μπερδεύει τους πολίτες ανακοινώνοντας πως δεν θα υπάρξουν νέες μειώσεις και τις αμέσως επόμενες μέρες προχωρά σε «κρυφές χρεώσεις» (ναι σε τέτοια επίπεδα έπεσε ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός). Το κράτος αξιώνει το 45% των εσόδων χωρίς να προσφέρει απολύτως τίποτα ∙ ποια επιχείρηση είναι βιώσιμη υπό αυτές τις συνθήκες; Εκτός από τους μεγάλους οικονομικούς κολοσσούς….αλλά αυτή είναι άλλη «κουβέντα».

Ενώ λοιπόν οι «κακοί» και «αχάριστοι» Έλληνες ζούσαν πάνω από τις δυνάμεις τους για τόσα χρόνια , οι πολιτικοί αναλώνονται στο πολιτικό τους παιχνίδι της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, αποπροσανατολίζοντας την κοινή γνώμη, απειλώντας για ανατροπή του καθεστώτος ή διασφάλιση της σταθερότητας.

Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα, οι πολίτες θα είναι οι χαμένοι.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;