ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΕΚΝΩΝ ΓΕΝΝΗΜΕΝΩΝ ΕΚΤΟΣ ΓΑΜΟΥ & Η ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η γονική μέριμνα, η έννοια της οποίας αποτυπώνεται με ακρίβεια στο άρ. 1510ΑΚ, έχει διπλή λειτουργία αφού αφενός αποτελεί καθήκον των γονέων, αφετέρου δικαίωμά τους, οι οποίοι το ασκούν από κοινού (ΑΠ 1005/2006 ΕλλΔνη 2006,1351, ΕφΘρακ 226/2012, ΑΡΜ 2013/2378). Περιλαμβάνει α. Την επιμέλεια του προσώπου, β. Τη διοίκηση της περιουσίας του και γ. Την εκπροσώπηση σε κάθε υπόθεση, δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.[1]

   Ο τρόπος αυτός άσκησης αποτελεί τον γενικό κανόνα, αφορώντας τα εντός γάμου γεννημένα τέκνα, ενώ η γονική μέριμνα τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο, ρυθμίζεται δε και από το εσωτερικό μας δίκαιο στη διάταξη του αρ. 1515 ΑΚ, συνεπεία της κυρώσεως από τη χώρα μας, με το ν. 1702/1987, του αρ. 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης «για το νομικό καθεστώς τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς τον γάμο των γονέων τους».

   Εν προκειμένω, δημιουργούνται τρεις (3) κατηγορίες:

-> Γονική Μέριμνα  π ρ ι ν  την αναγνώριση του τέκνου: Η γονική μέριμνα του τέκνου που γεννήθηκε και εξακολουθεί να μένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει αποκλειστικά στη μητέρα.

-> Γονική Μέριμνα  μ ε τ ά  την  ε κ ο ύ σ ι α  α ν α γ ν ώ ρ ι σ η του τέκνου: Εφόσον υπάρξει εκούσια αναγνώριση από τον πατέρα τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, ο πατέρας γίνεται μεν φορέας του δικαιώματος της γονικής μέριμνας, ωστόσο ασκεί αυτή μόνο εφόσον υπάρχει συμφωνία γονέων ή αναπληρωματικά, αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας (λόγω θανάτου ή κηρύξεως της σε αφάνεια) ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς (ανικανότητα ή περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία) ή πραγματικούς λόγους (π.χ βαριά ασθένεια). Ωστόσο, εάν ο πατέρας αιτηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, μπορεί το τελευταίο να αναθέσει και σε εκείνον την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους της, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το  σ υ μ φ έ ρ ο ν   τ ο υ   τ έ κ ν ο υ (ΕφΑθ 9050/1996 ΑΡΜ 1998/44).  Σημειώνεται ότι, ο πατέρας, ως φορέας του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας, διατηρεί ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της πληροφόρησης του για τη γονική μέριμνα που ασκεί ο άλλος καθώς και το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας.

-> Γονική Μέριμνα  μετά  την δ ι κ α σ τ ι κ ή   α ν α γ ν ώ ρ ι σ η  του τέκνου ενόψει α ν τ ι δ ι κ ί α ς: Σε περίπτωση δικαστικής αναγνώρισης τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, στην οποία ο πατέρας αντιδίκησε (ήτοι προέβαλλε ενστάσεις), αυτός δεν ασκεί γονική μέριμνα ούτε αναπληρώνει τη μητέρα, εκτός αν οι γονείς συμφωνήσουν άλλως. Το Δικαστήριο, επίσης, δύναται να αποφασίσει διαφορετικά μετά από αίτηση του πατέρα, μόνο αν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου και εφόσον έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή η τελευταία αδυνατεί να την ασκήσει για πραγματικούς ή νομικούς λόγους ή αν υπάρχει συμφωνία των γονέων. Τούτο δε συμβαίνει ευλόγως και δικαιολογείται από το γεγονός ότι, ενόψει της προϋφιστάμενης αντιδικίας, τεκμαίρεται η ύπαρξη όχι καλών συναισθημάτων απέναντι στο τέκνο που αναγνωρίστηκε (αναγκαστικά λόγω δικαστικής αποφάσεως), επομένως υφίσταται κίνδυνος για το συμφέρον του.

   Απόλυτο κριτήριο της όποιας ρυθμιστικής των σχέσεων γονέων- τέκνων αποφάσεως, αποτελεί το σ υ μ φ έ ρ ο ν  τ ο υ  τ έ κ ν ο υ[2]. Η αρχή προστασίας του συμφέροντος του παιδιού, είναι η θεμελιώδης αρχή του δικαίου της γονικής μέριμνας και αποτελεί την κατεξοχήν έκφραση της παιδοκεντρικής αντίληψης του σύγχρονου νομοθέτη. Έτσι, η σύμφωνη γνώμη της μητέρας που αναφέρεται ως κριτήριο, αποτελεί ενδεικτική περίπτωση συμφέροντος τέκνου και όχι αποκλειστική (ΑΠ 1129/1986, ΕφΑθ 7459/1992 ΑΡΜ1993/833). Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας, η οποία είναι υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, παρέχονται μεν από το νομοθέτη ορισμένα προσδιοριστικά στοιχεία, τα οποία όμως δεν λειτουργούν αποκλειστικά αλλά πάντα σε συνδυασμό με την κοινωνική πείρα και αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια. Έτσι, στο νόμο προβλέπεται η υποχρέωση του δικαστή να ζητά και να συνεκτιμά την γνώμη του τέκνου, ανάλογα με την ωριμότητά του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα (1511 παρ.3ΑΚ)[3]. Εύλογο είναι δε, ότι το δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά και το κατά πόσο η γνώμη του ανήλικου τέκνου αποτελεί προϊόν ελεύθερης, αυθόρμητης βούλησης και ανεπηρέαστης από λανθασμένους παράγοντες επιλογής στην οποία καταλήγουν διά της αβίαστης και ελεύθερης έκφρασης των συναισθημάτων τους. Επιπροσθέτως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, έως τη λήψη της απόφασης καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του (1513 παρ.2ΑΚ). Ταυτόχρονα, ο νομοθέτης θέτει ρητά και ορισμένους περιορισμούς, προς τούτο και η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει, να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής κατάστασης  (αρ. 1511 παρ. 2 εδ. β.). Στην δικαστική επομένως κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε αφού ληφθούν υπόψη όλα τα επωφελή και πρόσφορα για την ανάπτυξή του στοιχεία, σχέσεις και περιστάσεις, η ηλικία, το φύλο, η βούληση του ίδιου του τέκνου (ανάλογα την ηλικία του), τυχόν ειδικές ανάγκες του τέκνου, η κοινωνική πείρα, εν γένει η κοινή συνείδηση της κοινότητας με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια και μέτρα που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής ( ΑΠ 417/2005 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2005/715, ΔΝΗ 2005/1068, ΑΠ 770/1986  ΝοΒ 35,742 –ΑΠ 534/1991), να καταλήξει σε μία απόφαση επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένη με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου (ΑΠ 174/2015, ΕΦΑΔ 2015, 326, ΜπρΛαμίας (Ασφ) 104/2017, ΑΡΜ2017/578)

   Σημειώνεται δε ότι νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές επιστημονικές έρευνες αναγνωρίζουν μία σαφή βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα κατά τους πρώτους μήνες μετά τον τοκετό. Για το μεταγενέστερο όμως χρόνο αναγνωρίζουν τον μεγάλο ρόλο του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του παιδιού. Ο πατέρας όχι μόνο διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού αλλά αποτελεί και με την συμπεριφορά του τον καλύτερο δέκτη της ψυχοδυναμικής της οικογένειαςκαι του είδους των επιδράσεων της στο παιδί[4] [ΜπρΛαμίας (Ασφ) 104/2017, ΑΡΜ2017/578, 225/2018 ΜπρΠατρ (Ασφ) Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ].

 

Ανδρονίκη Η. Κυριτσά,

Δικηγόρος Παρ' Εφέταις ΔΣ Βόλου

ΠΜΣ Ποινικών και Εγκληματολογικών Σπουδών, ΔΠΘ

Αλμυρός Μαγνησίας, Μυρμιδόνων 3

Τηλ. 6974601203, 2422024446

email: akiritsa@gmail.com

___________________________________________________________________________

[1]    Βλ. και πρακτικό οδηγό εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού «Βρυξέλες ΙΙα», ο οποίος, εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μοναδική εξαίρεση τη Δανία. Ο κανονισμός ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη, τα οποία δεσμεύονται από αυτόν, και υπερισχύει του εθνικού δικαίου. Σε αντίθεση δε με τον προηγούμενο κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙ, εφαρμόζεται σε αποφάσεις που εκδίδονται από δικαστήριο κράτους μέλους σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, ανεξαρτήτως του αν οι γονείς είναι ή όχι έγγαμοι και αν αμφότεροι οι διάδικοι είναι ή όχι βιολογικοί γονείς του συγκεκριμένου παιδιού. Έτσι, σε αυτόν η έννοια της «γονικής μέριμνας», σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), παράγραφος 2 και άρθρο 2 σημείο (7).  Ο όρος «γονική μέριμνα» ορίζεται διασταλτικά στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και καλύπτει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιούχου γονικής μέριμνας σε σχέση με το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού. Αυτά μπορεί να απορρέουν από δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή από συμφωνία. Ο κατάλογος των στοιχείων που εμπίπτουν στην έννοια της «γονικής μέριμνας» σύμφωνα με τον κανονισμό δεν είναι πλήρης, αλλά απλά ενδεικτικός. Περιλαμβάνει : το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας, την επιτροπεία, την κηδεμονία και ανάλογους θεσμούς, τον διορισμό και τα καθήκοντα προσώπων ή οργανώσεων στα οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου ή η διοίκηση της περιουσίας του παιδιού, η εκπροσώπησή του ή η φροντίδα του, τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διοίκηση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας του, την τοποθέτηση του παιδιού σε ανάδοχη οικογένεια ή σε ίδρυμα. Ο δικαιούχος της γονικής μέριμνας μπορεί να είναι φυσικό ή νομική πρόσωπο.

[2]    Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (UNCRC), η οποία κυρώθηκε στη χώρα μας με το Ν. 2101/1992 «Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του παιδιού» σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές αποφασίζονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής πρόνοιας, είτε από δικαστήρια,διοικητικές αρχές ή νομοθετικούς φορείς, το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα.

[3]    Η σπουδαιότητα της ακρόασης του παιδιού αποτυπώνεται και σε διεθνή κείμενα όπως στον Κανονισμό Βρυξελών ΙΙα (αρ. 23,41 και 42), όπου η διαδικασία τούτη είναι μία από τις απαιτήσεις για την κατάργηση της διαδικασίας κήρυξης εκτελεστότητας μίας δικαστικής απόφασης για το δικαίωμα επικοινωνίας ενώ είναι επίσης πιθανό να προβληθεί αντίρρηση στην αναγνώριση και την εκτέλεση μιας απόφασης σχετικά με τη γονική μέριμνα στη βάση του ότι δεν δόθηκε η δυνατότητα ακρόασης στο συγκεκριμένο παιδί. Ανεξάρτητα από την τεχνική που χρησιμοποιείται για τη λήψη των απόψεων του παιδιού, εναπόκειται στο ίδιο το δικαστήριο να αποφασίσει εάν θα το πράξει ή όχι, αλλά δεν είναι δυνατόν να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση για το θέμα αυτό χωρίς να είναι σε θέση να αξιολογήσει το παιδί ως προς την ηλικία και την ωριμότητά του, που είναι και το μόνο κριτήριο. Όταν κρίνει ότι ένα παιδί διαθέτει την κατάλληλη ηλικία και ωριμότητά να διατυπώσει άποψη, το δικαστήριο υποχρεούται να ακούσει την άποψη του παιδιού είτε άμεσα είτε με άλλον τρόπο, εφόσον οι απόψεις αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις δίκες που αφορούν το παιδί.

[4]    βλ. Καλλιόπη Χριστακάκου- Φωτιάδη, Νίκο Κουμουτζή «Επιμέλεια&Διατροφή τέκνου. Δικαίωμα Επικοινωνίας», σελ. 65-69, και τις εκεί παραπομπές και παρατηρήσεις.