*του Βαγγέλη Ζαφειριάδη

Η αρχή in dubio pro reo

Η αρχή «in dubio pro reo» αποτελεί έναν από τους βασικότερους κανόνες που διέπουν την αποδεικτική διαδικασία της ποινικής δίκης ή της προδικασίας το περιεχόμενο της οποίας, ωστόσο, είναι στενότερο του ευρύτερου περιεχομένου του τεκμηρίου αθωότητας. Σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή, ο κατηγορούμενος επιτρέπεται να καταδικαστεί, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί πλήρως για την ενοχή του. Σε περίπτωση που υπάρχουν έστω και οι ελάχιστες αμφιβολίες σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής κατ’ εφαρμογή της αρχής αυτής οφείλει να απαλλάξει τον εμπλεκόμενο. Γι’ αυτό άλλωστε, βάσιμα υποστηρίζεται ότι η ανωτέρω αρχή συνάγεται από την «αρχή της ενοχής» και την αρχή της ηθικής απόδειξης.

Στο ελληνικό ποινικό δικονομικό δίκαιο η συγκεκριμένη αρχή, παρά την ευρεία αποδοχή της, ρητά συμπεριλήφθηκε σε διάταξη με την ενσωμάτωση της υπ’ αριθμ. 2016/343 Οδηγίας του Συμβουλίου της ΕΕ και δη με το Ν. 4596/2019, όπου στο άρθρο 177Α που εισήχθη προστέθηκε μία δεύτερη παράγραφος που όριζε την εν λόγω αρχή. Πλέον με το Ν. 4620/2019 η αρχή αυτή βρίσκεται στο άρθρο 178 ΚΠΔ. Με τη συμπερίληψή της στον ελληνικό ΚΠΔ, δεν άλλαξε κάτι από το μέχρι πρότινος περιεχόμενό της, απλώς τονίστηκε η σημασία της και η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής της.

Σε σχέση με το τεκμήριο αθωότητας, αυτό προηγείται της αρχής in dubio pro reo. Το τεκμήριο αθωότητας εστιάζει στην αντίληψη πως ο άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι να αποφανθεί με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο ότι δεν είναι. Αυτό αποτελεί το γενικό κανόνα, με την έννοια πως εφόσον αποδειχθεί το αντίθετο, το τεκμήριο καταρρίπτεται. Το συμπέρασμα που καταλήγει κανείς είναι πως μεταξύ του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo υπάρχει σχέση αιτίου αιτιατού και πως η αρχή αυτή αποτελεί το βασικό πυρήνα του τεκμηρίου. Οι έννοιες ωστόσο δεν ταυτίζονται μεταξύ τους καθώς ναι μεν αλληλοεπικαλύπτονται αλλά καταλαμβάνουν διαφορετικά χρονικά σημεία της ποινικής δίκης. Ειδικότερα, η αρχή in dubio pro reo έχει εφαρμογή τη στιγμή που η δικάζουσα σύνθεση καλείται μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και των απολογιών να καταλήξει σε δικανική κρίση. Αντιθέτως, το τεκμήριο αθωότητας υφίσταται σε όλες τις φάσεις της ποινικής διαδικασίας και έχει ευρύτερο πεδίο προστασίας από την αρχή in dubio pro reo.
Η αμφιβολία κρίνεται στο πλαίσιο της ηθικής απόδειξης και ως έλλειψη βεβαιότητας για την ύπαρξη ενοχής του κατηγορουμένου. Στην πραγματικότητα η αμφιβολία είναι εκείνο το κρίσιμο στοιχείο αυτό που εμποδίζει τον δικάζοντα δικαστή να καταλήξει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Εάν δεν συγκεντρωθούν όλα τα απαραίτητα και αναγκαία στοιχεία που να αποδεικνύουν την ενοχή του κατηγορούμενου και δεν σχηματιστεί ούτε ενδόμυχα στον δικάζοντα δικαστή η πεποίθηση περί ενοχής του κατηγορούμενου, τότε οφείλει ο δικάζων να απαλλάξει αυτόν από τις κατηγορίες λόγω αμφιβολιών.

Η αρχή in dubio pro reo εφαρμόζεται όταν υπάρχει αμφιβολία σχετικά με όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, δηλαδή αντικειμενικά αλλά και υποκειμενικά, όπως: για λόγους άρσεως του αδίκου, του καταλογισμού, της εξάλειψης του αξιοποίνου, της παραγραφής, της έγκλησης, των προϋποθέσεων γενικότερα της ποινικής δίκης, ακόμη δε και για τις τυχόν αμφιβολίες σχετικά με το παραδεκτό του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τη δικονομική αρχή in dubio pro reo.

Το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου και η περιλαμβανόμενη σ’ αυτό αρχή «in dubio pro reo» αποτελούν ειδικότερες εκφάνσεις της αξίωσης του κατηγορουμένου για μια δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ). Με αυτό το σκεπτικό επομένως, πέρα από την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και η καταδίκη του κατηγορουμένου παρά την ύπαρξη αμφιβολιών θα σημαίνει παραβίαση των δικαιωμάτων της υπεράσπισης ιδρύοντας τον αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας (άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ). Τούτο, διότι ο ποινικός δικαστής έχει βέβαια απόλυτη ελευθερία εκτιμήσεως της απόδειξης και σχηματισμού της δικανικής του πεποίθησης σύμφωνα και με την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρ. 177 ΚΠΔ), αλλά συγχρόνως αυτοπεριορίζεται από την υποχρέωση του για αιτιολόγηση της δικανικής του πεποίθησης και απόφασης, όντας υποχρεωμένος να προβαίνει σε πειστική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ώστε το αποδεικτικό συμπέρασμα να αποτελεί σύνθεση όλων των προσαχθέντων κατά την αποδεικτική διαδικασία αποδεικτικών μέσων, καταγράφοντας έτσι τη συλλογιστική πορεία που οδήγησε στη συγκεκριμένη απόφαση. Όπως λέγεται, η αιτιολογία μπορεί να χαρακτηριστεί ως η «απολογία» του Δικαστή ενώπιον της κοινωνίας εν γένει.

Έτσι, στη απόλυτη ελευθερία κρίσης και αξιολόγησης των οργάνων απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, τίθεται ένα θεσμικό αντίβαρο στις τυχόν αρνητικές παρενέργειές της - κατά τα άλλα θεμιτής κατά το δίκαιο μας - υποκειμενικής πεποίθησης. Τούτο επιτυγχάνεται με την υπερνομοθετικώς κατοχυρωμένη αρχή της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, η οποία αντισταθμίζει και εξισορροπεί την ελευθερία που παρέχεται στον δικαστή να κρίνει ελεύθερα και κατά συνείδηση, προσδίδοντας τα εχέγγυα μιας δίκαιης δίκης.
Όπως παρατηρεί ο Ν. Ανδρουλάκης, η ποινική απόφαση δεν είναι απλώς ένα «ναι» ή ένα «όχι» στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο εκάστοτε κατηγορούμενος · είναι κυρίως μια εξήγηση και θεμελίωση αυτού του «ναι» ή του «όχι», δηλαδή μια απόδειξη της συγκεκριμένης επιλογής. Έτσι, ο αποδεικνύων ποινικός δικαστής, επιτελώντας το κρίσιμο έργο της ουσιαστικής ποινικής απόδειξης, οφείλει να προσδιορίσει κατά πρώτων το αποδεικτικό αντικείμενο και έπειτα τα περιστατικά εκείνα που έχουν αποδεικτική αξία. Η φάση της απόδειξης ολοκληρώνεται με τη συγχώνευση των αποδεικτικών προτάσεων σε ένα αποδεικτικό ιστόρημα, καταδικαστικό ή απαλλακτικό για τον κατηγορούμενο.

Ιδιαίτερη σημασία για τον δικανικό συλλογισμό έχει το γεγονός ότι η επαφή της περιγραφόμενης σε έναν κυρωτικό κανόνα πράξης με το πραγματικό συμβάν δεν εκβιάζεται αλλά υπακούει στις λογικά και πραγματολογικά προσφερόμενες εκδοχές, έτσι ώστε τα όποια κενά, κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, να μην οδηγούν σε αυστηρή αλλά στην επιεική κατεύθυνση. Η εν λόγω αρχή, αποδίδει αφενός μεν την ερμηνευτική αντίληψη της αθώωσης αλλά και της επιεικέστερης καταδίκης του κατηγορουμένου, αφετέρου δε εξυπονοεί, ότι πρέπει να αποκλείονται αβασάνιστες αθωώσεις και παράλογες αποφάσεις.

Την έλλειψη του βάρους απόδειξης στην ποινική δίκη και την προαγωγή του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου και του αξιώματος in dubio pro reo, ανέδειξε περαιτέρω ο νέος ΚΠΔ, με την προσθήκη των παραγράφων 2 και 3 στο άρθρο 178. Με τη νέα διάταξη επαναλαμβάνεται η ρύθμιση του άρθρου 239 § 2 ΚΠΔ και επεκτείνεται αυτή σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, επιβάλλοντας αντίστοιχες υποχρεώσεις για αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας σε όλους τους δικαστές και τους εισαγγελείς, ενώ παράλληλα τονίζεται με αρνητική διατύπωση ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει το βάρος της απόδειξης της αθωότητάς του και της αλήθειας των ισχυρισμών του. Mε αφορμή τη νέα αυτή διάταξη για πρώτη φορά κατοχυρώνεται και σε νομοθετικό κείμενο το γεγονός ότι: ότι δεν υφίσταται βάρος απόδειξης στην ποινική δίκη και σε ότι ο κατηγορούμενος ή ο ύποπτος δεν έχει υποχρέωση απόδειξης της αθωότητάς του ή της αλήθειας των ισχυρισμών του, αλλά ούτε και μπορεί να υποστεί οποιαδήποτε δυσμενή συνέπεια από μόνη την αδυναμία του να αποδείξει τους ισχυρισμούς του.

Το πραγματικό νόημα της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 178 ΚΠΔ, είναι ότι ο κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το στάδιο της ποινικής διαδικασίας, δεν μπορεί να υποχρεωθεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται, με την έννοια ότι ο εισαγγελέας και οι δικαστές δεν επιτρέπεται να απορρίψουν τον ισχυρισμό ή να θεωρήσουν αναπόδεικτα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ύποπτος / κατηγορούμενος με μόνη αιτιολογία ότι αυτός δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης της αλήθειας του ισχυρισμού του. Το βάρος της έρευνας φέρει το ίδιο το δικαστήριο. Επιπλέον η απόρριψη του ισχυρισμού ή η κρίση περί αβασιμότητας των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο κατηγορούμενος είναι επιτρεπτή μόνο όταν δεν υπάρχει και δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο και όταν από τα υπάρχοντα στοιχεία στη δικογραφία δεν μπορεί να δημιουργηθεί εύλογη αμφιβολία στο δικαστήριο, η οποία, όπως θα αναφερθεί και στη συνέχεια, πρέπει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου. Η επίκληση μόνο από τον κατηγορούμενο/ύποπτο πραγματικών περιστατικών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο και τον εισαγγελέα να δεχτούν ως βάσιμους τους ισχυρισμούς αυτούς, εάν δεν προσκομίζεται και το αντίστοιχο αποδεικτικό υλικό.

Η διατύπωση του άρθρου 178 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τις σκέψεις της Αιτιολογικής Έκθεσης του Ν 4596/2019 πρέπει να εκληφθεί ως σαφής νομοθετική αποδοχή της σύγχρονης τάσης που διαμορφώνεται στον Άρειο Πάγο σε σχέση με την (αστικής προέλευσης) νομολογιακή κατασκευή των αυτοτελών ισχυρισμών και δέχεται ότι το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα (όχι μόνο τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά) και τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, δηλαδή όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου, που πρέπει να εξετάζονται κατά τρόπο πραγματικό, διαφορετικά η απόφαση είναι αναιρετέα για έλλειψη αιτιολογίας και λόγω απόλυτης ακυρότητας με βάση το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ.

Όπως ορθά επισημαίνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν 4596/2019, «η νομολογιακή κατασκευή των αυτοτελών ισχυρισμών κινείται στο όριο της απαγόρευσης μετάθεσης βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο» και συνεπώς πρέπει πλέον να εγκαταλειφθεί. Αυτή είναι ουσιαστικά η σημαντική συμβολή του εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 178 ΚΠΔ στη σταδιακή εγκατάλειψη της κατασκευής των αυτοτελών ισχυρισμών, αφού υποχρεώνει το δικαστήριο να εξετάζει κάθε ισχυρισμό του κατηγορουμένου και να αποφαίνεται επ’ αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Ενόψει της έλλειψης βάρους απόδειξης στην ποινική δίκη (την απόδειξη έχει ο δικαστής) σύμφωνα με τα παραπάνω και σύμφωνα με την αρχή in dubio pro reo και την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, αποκλείεται να αποβαίνουν σε βάρος του κατηγορουμένου η αμφιβολία ως προς την ενοχή ή την αθωότητά του (αντικειμενικό βάρος απόδειξης).

Η αθωωτική κρίση εκφράζει τον εξανθρωπισμό της λειτουργίας του ποινικού δικονομικού συστήματος και αποκαλύπτει το δικαιϊκό προτυπό του, ενώ η επιεικέστερη καταδίκη υποδηλώνει την λειτουργική αναφορά της αρχής αυτής στην παρεχόμενη κάθε φορά ζωντανή πραγματικότητα. Υπό τον όρο, βέβαια, ότι η αρχή αυτή δεν θα αντιμετωπίζεται με πληθωριακή ελαφρότητα αλλά με την επιβαλλόμενη υπευθυνότητα. Γιατί βάσει της ερμηνείας της αρχής in dubio pro reo, η εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου δεν σημαίνει εν αμφιβολία υπέρ του εγκληματίου. Για να αποδώσει καρπούς αυτή η αντίληψη απαιτείται συνείδηση του δικαίου ευαισθησία, κατανόηση και προσήλωση στο νομικό μας πολιτισμό. Ο φορμαλισμός παραμονεύει κάθε φορά που ο δικαστής παγιδεύεται σε εφευρημένες ήδη αποδεικτικές πρακτικές ή αυθαίρετες αναλογίες.