Η χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς. Πότε επιτρέπεται;

Πότε και υπό ποίες συνθήκες επιτρέπεται η χρήση όπλου από τους αστυνομικούς;   Ποιες είναι οι ποινικές κυρώσεις για τους παραβάτες;

Γράφει ο Νικόλαος Κουμουλέντζος, Δικηγόρος, Μ.Δ.Ε Ποινικού Δικαίου.

Η χρήση του πυροβόλου όπλου πρέπει –προκειμένου να μην προσβάλλεται το έννομο αγαθό της δημόσιας τάξης- να είναι πάντα σύννομη και εντός των ορίων της αρχής της αναλογικότητας. Για να επιτευχθεί τούτο θα πρέπει ο αστυνομικός να χρησιμοποιεί το όπλο του, υπακούοντας κατ αρχάς σε ένα υπηρεσιακό καθήκον.

Σχετικώς ανακύπτει το ερώτημα αν το ειδικό δίκαιο που ρυθμίζει την χρήση των όπλων από αστυνομικές δυνάμεις καταλαμβάνει ακόμη και την εκτός υπηρεσίας χρήση των πυροβόλων τους όπλων. Ο προβληματισμός [1]επιτείνεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν 2800/2000: «Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους» (λεγόμενες αρχές της διαρκούς ετοιμότητας και της διαρκούς διατεταγμένης υπηρεσίας του αστυνομικού προσωπικού).

Σχετικώς μπορούν να διατυπωθούν δύο πιθανές απόψεις, αφενός μεν δηλαδή ότι ο αστυνομικός υπάλληλος δεσμεύεται παντού και πάντοτε από την ειδική περιοριστική νομοθεσία του Αστυνομικού Δικαίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 2 ΕΣΔΑ, ακόμη δηλαδή και εκτός υπηρεσιακού του ωραρίου, αφετέρου δε ότι ο αστυνομικός, όταν δεν εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία, υπόκειται στις γενικές διατάξεις των άρθρων 22 επ. ΠΚ και, άρα, δεν εφαρμόζεται τότε ο Ν 3169/2003, ιδίως δε οι περιορισμοί του σχετικά με την αρχή της αναλογικότητας και τα προστατευτέα έννομα αγαθά. Ας μην λησμονούμε άλλωστε ότι ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά νόμον να φέρη τον υπηρεσιακό ή ιδιωτικό του οπλισμό και εκτός υπηρεσίας.

Η αρχή όμως της διαρκούς διατεταγμένης υπηρεσίας έχει το νόημα ότι κατά πάντα επέρχεται νομική εξομοίωση της πλασματικής διατεταγμένης υπηρεσίας με πραγματική  προσνεμομένης σχετικώς δημόσιας εξουσίας στους αστυνομικούς υπαλλήλους, η οποία συνιστά ταυτόχρονα και υποχρέωσή τους, να επεμβούν προς καταστολή του εγκλήματος. Κατά την επέμβαση αυτή ο αστυνομικός υπάλληλος απολαμβάνει την προστασία της σχετικής νομοθεσίας, π.χ. όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να τον εξαναγκάση να ενεργήση πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψη νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί εναντίον του, διαπράττει αντίσταση κατ’ άρθρο 167 ΠΚ. Συνεπώς, είναι δίκαιο και εύλογο να υπόκηται και στους σχετικούς περιορισμούς που απορρέουν από την ιδιότητά του ως αστυνομικού υπαλλήλου.

Αλλά και εκτιμήσεις ουσιαστικού περιεχομένου συγκλίνουν προς το σημείο αυτό. Η αρχή της αναλογικότητας κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας, ως αρχή συνταγματικής περιωπής και ως διήκουσα κάθε πεδίο της αστυνομικής δράσης, δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται από τυπικές εκτιμήσεις, όπως αν ο αστυνομικός σχόλασε από την δουλειά του ή όχι ή αν φέρει στολή ή όχι.

Έτσι ως υπηρεσιακή λογίζεται [2]η χρήση του όπλου από έναν αστυνομικό, σύμφωνα και με τους ορισμούς του άρθρου 8 παρ. 1 Ν 2800/2000, που γίνεται για «α) Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β) Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας». Συνεπώς, είναι αδιάφορο αν ο αστυνομικός υπάλληλος ενεργεί εντός ωραρίου ή όχι, αρκεί να χρησιμοποίησε το όπλο του για τους σκοπούς αστυνομικής επέμβασης.

Σημειώνει όμως ο Μπέκας ότι «αν ο αστυνομικός χρησιμοποιήσει το όπλο του εκτός υπηρεσίας δεν καλύπτεται από τις επιτρεπτικές του πυροβολισμού διατάξεις του Ν3169/2003 αλλά ίσως από γενικές διατάξεις για την άμυνα, κατάσταση ανάγκης κλπ.

Β. Επιπλέον, απαιτείται να μην είναι πρόσφορα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό τυχόν ηπιότερα μέσα. Πρέπει δηλαδή ο αστυνομικός πριν καταφύγει στην χρήση του πυροβόλου όπλου, να χρησιμοποιήσει παραινέσεις, προτροπές, χρήση εμποδίων, σωματική βία, χρήση αστυνομικής ράβδου, χρήση χημικών μέσων όπως είναι τα δακρυγόνα, να προειδοποιήσει για χρήση όπλου και τέλος να προτάξει το όπλο.  Δηλαδή πριν ένας αστυνομικός χρησιμοποιήσει κατά φύση ένα πυροβόλο όπλο θα πρέπει να μετέλθει εκείνου (ή εκείνων) του ηπιότερου μέσου που είναι in concreto πρόσφορο για να εκπληρώσει το υπηρεσιακό του καθήκον. Εξυπακούεται ότι αν το μόνο πρόσφορο μέσο είναι ο πυροβολισμός, δύναται συντρεχουσών και των ειδικών προϋποθέσεων μπορεί να χρησιμοποιήσει το όπλο του.

Γ. Συν τοις άλλοις, το άρθρο 3.2γ Ν3169/2003 απαιτεί την ύπαρξη αναλογίας ανάμεσα στην απειλούμενη βλάβη και την επικινδυνότητα της απειλής που υφίσταται ο αστυνομικός. Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι ακόμα και αν στην κρινόμενη περίπτωση όλα τα ηπιότερα μέσα που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι ατελέσφορα, ο αστυνομικός δεν αποκτά αυτομάτως και κατ ανάγκη το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το όπλο του. Αντιθέτως, αν το επαπειλούμενο κακό, το οποίο κατ αρχήν έχει υποχρέωση υπηρεσιακή ο αστυνομικός να αποτρέψει, είναι δυσανάλογο με την βλάβη που θα προκληθεί από την χρήση του όπλου, τότε η τελευταία απαγορεύεται. Κλασσικό παράδειγμα θα μπορούσε εδώ να χωρήσει η περίπτωση του «κλεφτοκοτά» ο οποίος καταλαμβάνεται από τον αστυνομικό εν τω πράττεσθαι. Ο τελευταίος δεν δύναται να μετέλθει του πυροβόλου όπλου του για να αποτρέψει το έγκλημα, διότι τούτο θα ερχόταν σε πλήρη και καταφανή αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας ( της τελευταίας ως απότοκης της προηγούμενης). Αναμένεται, σε τέτοιες περιπτώσεις, από τον νομοθέτη, να υποχωρήσει ο αστυνομικό σε ήπια μέσα, ή ακόμη και να ανεχτεί την αποπεράτωση του τελούμενου εγκλήματος.

Δ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του αρ.3 παρ8 Ν3169/2003 σύμφωνα με την οποία «Όταν οι αστυνομικοί ενεργούν ως ομάδα, για τη χρήση πυροβόλου όπλου, απαιτείται προσταγή του επικεφαλής αυτής, εκτός αν ο αστυνομικός δέχεται επίθεση, από την οποία απειλείται βαριά σωματική βλάβη ή θανάτωσή του».  Σε αυτήν ακριβώς την περίπτωση παρατηρούμε ότι ο νομοθέτης, θέτει μια αυστηρή προϋπόθεση όσον αφορά την χρήση όπλου όταν ο αστυνομικός τελεί ως μέρος ομάδας. Σε αυτή την περίπτωση η μονάδα αστυνομικού υπαλλήλου δεν μπορεί να λάβει αυτοβούλως απόφαση χρήσης του όπλου. Αντιθέτως τούτο μπορεί να γίνει μόνο κατόπιν διαταγής του επικεφαλής της ομάδος και εμπειρότερου αστυνομικού.  Ωστόσο, όπως ορίζεται ρητώς στο άρθρο 9 του Ν3169/2003, καθίσταται σαφές ότι η διαταγή ιεραρχικώς προϊστάμενου αστυνομικού ή επικεφαλής της ομάδας, δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του υφιστάμενου αστυνομικού ( ώστε με το σχήμα της έμμεσης αυτουργίας να τιμωρηθεί ο διατάξας ) λόγω ενεργοποίησης του αρ.21 ΠΚ, όταν η εντολή είναι προφανώς παράνομη ή αντισυνταγματική. Σε εκείνη την περίπτωση όπως είναι γνωστό[3], θα τιμωρηθούν ο εκτελέσας ως φυσικός αυτουργός του εγκλήματος και ο προστάξας ως ηθικός αυτουργός. Για την πληρότητα των σκέψεων υπενθυμίζεται ότι αν η διαταγή είναι τυπικά νόμιμη αλλά ουσιαστικά παράνομη και το εκτελεστικό όργανο αδυνατεί να ελέγξει το ουσιαστικά παράνομο αυτής, τότε αίρεται το άδικο της πράξης του κατ άρθρον 21 ΠΚ και θα τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός ο προστάξας. Αν η πράξη είναι τυπικά και ουσιαστικά νόμιμη, τότε δεν τιμωρείται το εκτελεστικό όργανο λόγω ενεργοποίησης του άρθρου 20 ΠΚ (εκπλήρωση καθήκοντος), και με δεδομένο ότι δεν είναι καν άδικη η πράξη του άμεσου αυτουργού, σαφώς δεν μπορεί να τιμωρηθεί ο προστάξας ως ηθικός αυτουργός.

Ε.  Πέραν των προηγουμένων ουσιωδών διευκρινήσεων πρέπει να σταθούμε σε κάποιες συγκεκριμένες παρατηρήσεις που προκύπτουν άμεσα και έμμεσα από το αρ. 3 παρ.2β του Ν3169/2003. Πρώτον, οφείλει ο αστυνομικός να δηλώσει την ιδιότητά του σε αυτόν κατά του οποίου στρέφεται. Δεύτερον, απαιτείται ρητά από τη διάταξη του νόμου, ο αστυνομικός να δηλώσει με σαφήνεια και σε γλώσσα που κατανοεί ο δέκτης της προειδοποίησης ότι προτίθεται άμεσα να χρησιμοποιήσει το πυροβόλο όπλο του. Στην έσχατη περίπτωση αν ο τρίτος δεν καταλαβαίνει την γλώσσα, μπορεί να επιχειρήσει  και μια προειδοποιητική βολή στον αέρα. Τρίτο και εξαιρετικά σπουδαίο: κατόπιν των προηγούμενων απαραίτητων προπαρασκευαστικών –της χρήσης του όπλου- ενεργειών απαιτείται να παρασχεθεί εύλογος χρόνος στον τρίτο να συμμορφωθεί. Εξυπακούεται ότι η έννοια του «ευλόγου» κρίνεται κατά περίπτωση διαφορετικά.

Μόλις που χρειάζεται να τονισθεί ότι η ευλαβική τήρηση των ανωτέρω βηματισμών από τον αστυνομικό επιβάλλεται να παρακαμφθούν αν ο τρίτος καταφανώς από την συμπεριφορά που επιδεικνύει δεν προτίθεται να συμμορφωθεί (λ.χ άρχισε να πυροβολεί ήδη). Σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπου διογκώνεται εκθετικά ο κίνδυνος βλάβης της υγείας ή και ζωής ανθρώπου ( τρίτου ή του ιδίου του αστυνομικού), επιβάλλεται ο τελευταίος να χρησιμοποιήσει αυτό, ασκώντας το υπηρεσιακό καθήκον του προς εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών.

ΣΤ.  Συντρεχουσών όλων των προηγούμενων θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων, για να μην καθίσταται παράνομη η χρήση του πυροβόλου όπλου από έναν αστυνομικό, απαιτείται επιπροσθέτως και η συνδρομή ορισμένων ειδικότερων προϋποθέσεων που θα αναλυθούν ακολούθως. Κατ αρχάς πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο αστυνομικός,  εφ όσον τελικώς αναγκαστεί να καταφύγει στο έσχατο μέσον της χρήσης του όπλου του, θα πρέπει να υπακούσει σε μια λογική αναλογικότητας και αναγκαιότητας. Με άλλα λόγια και η χρήση του όπλου διέπεται από τις προηγούμενες κατευθυντήριες αρχές που επιβάλλουν κλιμακωτή βαθμηδόν χρήση του πυροβόλου όπλου, από την ηπιότερη στην επαχθέστερη.  Έτσι το είδος του πυροβολισμού εις το οποίον θα καταφύγει ο αστυνομικός, θα πρέπει να είναι εκείνο που θα βλάψει ή διακινδυνεύσει κατά το δυνατόν τα μικρότερης σημασίας έννομα αγαθά.  Εξάλλου αυθεντικά ο νομοθέτης ορίζει ότι ηπιότερη είναι εκείνη η χρήση του όπλου, όταν  έχουμε την «τη μικρότερη δυνατή και αναγκαία προσβολή[4]».

Έτσι, εφ όσον ο αστυνομικός είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει το όπλο του, θα πρέπει αυτό να γίνει με τον ηπιότερο και παράλληλα αποτελεσματικότερο τρόπο: με άλλα λόγια, αν αρκεί η ρίψη εκφοβιστικού πυροβολισμού στον αέρα έναντι του πυροβολισμού κατά πραγμάτων θα προηγηθεί η πρώτη. Επιπλέον, ακόμη και στα καθ εαυτά είδη πυροβολισμού, ενυπάρχει ένα είδος εσωτερικής λειτουργίας της αρχής της αναλογίας-αναγκαιότητας, εις την οποία πρέπει απαρέγκλιτα να υπακούει ο αστυνομικός: λόγου χάρη, στο πυροβολισμό ακινητοποίησης, θα πρέπει αυτός να γίνεται σε σημείο του σώματος που θα προκαλέσει την μικρότερη δυνατή βλάβη. Το ίδιο ισχύει και επί βολής κατά πραγμάτων: προτιμάται ο πυροβολισμός να γίνει προς το λάστιχο, φερειπείν, του αυτοκινήτου, παρά στον κινητήρα του. Η επιλογή ηπιότερης δυνατής χρήσης του πυροβόλου όπλου, σύμφωνα με τον καθηγητή Μπέκα[5], περιλαμβάνει δύο στάδια: ένα πρώτο με κριτήριο το είδος του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού που οδηγεί στην επιλογή του είδους του πυροβολισμού και ένα δεύτερο με κριτήριο την σπουδαιότητα της βλάβης του ίδιου εννόμου αγαθού που οδηγεί σε επιλογή συγκεκριμένου σημείου ή αντικειμένου.

 

Από την αυθεντική ερμηνεία του ιδίου του νομοθέτη που «οικοδόμησε» τον Ν3169/2003, προκύπτουν σαφώς τέσσερα είδη πυροβολισμών: ο εκφοβιστικός πυροβολισμός, ο πυροβολισμός κατά πραγμάτων, ο πυροβολισμός ακινητοποιήσεως και ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης, ήτοι ο επαχθέστερος εκ των τεσσάρων. Στον πρώτο βλάπτεται το έννομο αγαθό της ατομικής ελευθερίας, στο δεύτερο βλάπτεται η ιδιοκτησία, στον τρίτο με βλάβη ή διακινδύνευση θίγεται το έννομο αγαθό της ατομικής ελευθερίας ή ενδεχομένως και της υγείας και τέλος στον πυροβολισμό εξουδετέρωσης προσβάλλεται με διακινδύνευση ή βλάβη η ζωή και με βλάβη η σωματική ακεραιότητα/υγεία. Στην τελευταία περίπτωση συμπροσβάλλεται με βλάβη και η ατομική ελευθερία. Κατά τον καθηγητή Μπέκα, αδιαπραγμάτευτο κριτήριο για την ένταξη ενός πυροβολισμού σε κάποια από τις τέσσερις διακρινόμενες κατηγορίες αποτελούν όχι τα υποκειμενικά στοιχεία της πράξης του αστυνομικού ( δόλος κλπ) αλλά τα αντικειμενικά στοιχεία, και συγκεκριμένα η στόχευση του όπλου, το πού δηλαδή αντικειμενικά κατευθύνεται η βολή.

 

 

Ειδικές προϋποθέσεις νομιμότητας στα καθ έκαστον είδη πυροβολισμών

  1. Ο εκφοβιστικός πυροβολισμός: είναι το συνηθέστερο είδος πυροβολισμού από αστυνομικό. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει σαφής στόχος του αστυνομικού προς πράγμα ή άνθρωπο, αλλά αντιθέτως ο αστυνομικός προκειμένου να προειδοποιήσει τον τρίτο ώστε να συμμορφωθεί ( αν λ.χ αυτός αδυνατεί να αντιληφθεί ότι εξαγγέλεται άμεση χρήση εναντίον του ή αν προειδοποιείται τρίτος να μην εκφράσει βίαιη συμπεριφορά προς τον αστυνομικό), ρίχνει στον αέρα ή στο έδαφος μια βολή. Σε αυτή την περίπτωση για να είναι νόμιμος ο πυροβολισμός και προφανώς εφόσον συντρέχουν οι προηγούμενες γενικές προϋποθέσεις, απαιτείται ο αστυνομικός να έχει λάβει ειδικά μέτρα για να μην πληγεί άνθρωπος έστω και από εποστρακισμό του βλήματος[6], διότι τότε θα είναι παράνομος ο εκφοβιστικός πυροβολισμός. Αν δηλαδή από αμέλεια του αστυνομικού σχετικά με την στόχευση, προκληθεί κίνδυνος ή επλήγη άνθρωπος , τότε δεν πρόκειται για νόμιμο, αλλά για παράνομο εκφοβιστικό πυροβολισμό. Να σημειωθεί ωστόσο ότι αν προκληθεί κίνδυνος βλάβης πράγματος, από αμέλεια του αστυνομικού τότε δεν είναι παράνομος ο πυροβολισμός.
  1. Πυροβολισμός κατά πραγμάτων: σε αυτή την κατηγορία πυροβολισμού εντάσσονται οι περιπτώσεις εκείνες εις τις οποίες ο αστυνομικός, στοχεύει πράγματα με σκοπό είτε να ακινητοποιήσει κάποιο όχημα, είτε να αποκτήσει πρόσβαση σε αποκλεισμένο (με κλειδαριά ή άλλο μέσο) χώρο, είτε για να καταστρέψει λόγου χάρη το όπλο ενός τρίτου προσώπου είτε για να εξουδετερώσει ένα ζώο που επιτίθεται κατά του ιδίου ή τρίτου προσώπου ή κατά πράγματος . Μόλις που χρειάζεται να τονιστεί ότι και σε αυτή την περίπτωση αστυνομικός πρέπει να έχει λάβει ειδικά μέτρα για να μην πληγεί άνθρωπος έστω και από αστοχία δική του ή εποστρακισμό του βλήματος[7], διότι τότε θα είναι παράνομος ο πυροβολισμός. Ωστόσο αν εποστρακιστεί το βλήμα και αντί να πλήξει το τροχό του αυτοκινήτου του Α, πλήττει το φανάρι της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του Β, τότε δεν κάνει παράνομο πυροβολισμό. Αν όμως ρίξει αμελώς κατά του Χ αυτοκινήτου και η σφαίρα περνώντας μέσα από την λαμαρίνα πλήξει τον οδηγό του αμαξιού, τότε είναι παράνομος ο πυροβολισμός. Ειδικά για τις περιπτώσεις όπου στοχεύει ο αστυνομικός όχημα,  θα πρέπει να έχει σιγουρευτεί ότι από την ενέργειά του αυτή δεν θα προκληθεί τραυματισμός  στους . Στην περίπτωση που ο πυροβολισμός κατά αυτοκινήτου ενέχει κίνδυνο τραυματισμού επιβαίνοντος, τότε πρέπει κατά τον Γ. Μπεκα, να ειδωθεί υπό το πρίσμα του πυροβολισμού ακινητοποίησης και των εκεί υφισταμένων προϋποθέσεων. Σύμφωνα πάντα με τον καθηγητή, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ακινητοποίησης στην τελευταία περίπτωση, τότε ο αστυνομικός θα τιμωρηθεί ως τελέσας παράνομο πυροβολισμό κατά πράγματος και όχι παράνομο πυροβολισμό ακινητοποίησης.
  • Πυροβολισμός ακινητοποίησης: Πρόκειται ,μαζί με την περίπτωση του πυροβολισμού ακινητοποίησης, για μια εξαιρετικά σοβαρή ρωγμή στον πυρήνα του πλέγματος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά τυγχάνουν προστασίας από συνταγματικής περιωπής διατάξεις. Στον πυροβολισμό ακινητοποιήσεως , ο αστυνομικός σκοπεύει μεν σε άνθρωπο, πλην όμως σε σημεία των οποίων η πλήξη δεν μπορεί να επιφέρει θάνατο: τέτοια είναι τα πέλματα, τα γόνατα, τα χέρια πιθανόν και τα οπίσθια. Πρέπει να ξεκαθαριστεί ευθέως εξ αρχής ότι ο πυροβολισμός ακινητοποίησης πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε σε καμία περίπτωση να μην υφίσταται αντικειμενικά πιθανότητα πρόκλησης θανάτου. Επιπλέον οι εν λόγω πυροβολισμοί επιτρέπονται μόνο σε ανάλογης βαρύτητας προσβολές που χρήζουν αντιμετώπισης: δεν επιτρέπεται συνεπώς η χρήση πυροβολισμού ακινητοποίησης σε προσβολές της τιμής ή ηπιότερης βαρύτητας εννόμων αγαθών. Σκοπός του αστυνομικού που μετέρχεται αυτής της μεθόδου, είναι η πρόκληση σωματικής βλάβης στον τρίτο ώστε να πάψει αυτός την εγκληματική του συμπεριφορά.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αυθεντικά ο ίδιος ο νομοθέτης απαγορεύει τον πυροβολισμό ακινητοποίησης (ή εξουδετέρωσης) στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγεί τρίτος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος: σοβαρός κίνδυνος υφίσταται όταν αντικειμενικά και εξατομικευμένα είναι εξίσου πιθανό από την βολή του αστυνομικού να πληγεί ή ο εγκληματίας ή τρίτο πρόσωπο. Ακόμη και αν ο αστυνομικός, παρόντος του παραπάνω κινδύνου ρίξει στον κακοποιό και δεν τραυματισθεί ο τρίτος, τότε υπάρχει παράνομος πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης.
  • εναντίον ενόπλου πλήθους, εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγούν άοπλοι: πρόκειται για την περίπτωση εκείνη εις την οποία ανάμεσα στον οπλισμένο εγκληματία υπάρχει άμαχο πλήθος. Τότε ο αστυνομικός απαγορεύεται να ρίξει με το όπλο του, εκτός αν το πλήθος είναι συλλήβδην ένοπλο! Εννοείται δε, ότι αν ο αστυνομικός ρίξει κατά τρίτου που βρίσκεται εντός αμάχου πλήθους και δεν τραυματιστεί κανένας, υπάρχει κανονικά παράνομος πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης.
  • εναντίον ανηλίκου, εκτός αν αποτελεί το μοναδικό μέσο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου θανάτου: ανήλικος κατά τον νομοθέτη είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του.  Καθίσταται ωστόσο επιτρεπτός ο πυροβολισμός κατά ανηλίκου αν είναι το μόνο επιτρεπτό πρόσφορο μέσο για να αποτραπεί ο ανήλικος από το να τελέσει ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη με κίνδυνο θανάτου ή θανατηφόρα έκθεση ή κάποιο από τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα.
  • εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο. Η συγκεκριμένη, τέταρτη στην σειρά, περίπτωση που απαγορεύεται η πραγματοποίηση βολής ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης, καθιστά πρόδηλο το ότι δεν επιτρέπεται η τελευταία όταν ο κακοποιός τρέπεται σε φυγή: είτε για να αποφύγει την σύλληψη, είτε για να αποφύγει τον έλεγχο, είτε διότι έτσι τελεί το έγκλημα ή ολοκληρώνει την ουσιαστική αποπεράτωση αυτού.  Αρκεί και απαιτείται συνάμα αυτός απλώς να φεύγει και πάντως να μην εχθρεύεται τους αστυνομικούς. Με αυτό λοιπόν το σκεπτικό, μόλις που χρειάζεται να αναφερθεί ότι σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται η άσκηση πυροβολισμού, θα πρέπει αυτή να λαμβάνει χώρα μόνο κατά την διάρκεια που τελείται το έγκλημα και όχι μετά την τέλεση αυτού.

Πότε λοιπόν επιτρέπεται ο πυροβολισμός ακινητοποίησης; Σύμφωνα με τον νομοθέτη τούτο επιτρέπεται :

  • Για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης, εφόσον η επίθεση άρχισε ή επίκειται, ώστε κάθε καθυστέρηση αντίδρασης να καθιστά αναποτελεσματική την άμυνα. Πρέπει να σημειωθεί και ότι σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 3 Ν3169/2003που ρυθμίζει τη χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, ως ένοπλη επίθεση θεωρείται και η απειλή με πειστική απομίμηση όπλου ή με ανενεργό όπλο[8]. Επ αυτού σημαντική είναι η άποψη του καθηγητή Μπέκα[9], σύμφωνα με την οποία «είναι ένοπλη επίθεση η απειλή με ένα ψεύτικο μεν, αλλά πιστό εξωτερικά αντίγραφο πιστολιού, ενώ δεν είναι η απειλή με ένα νεροπίστολο, έστω και αν ο απειλούμενος λόγω του σκοταδιού πίστεψε ότι πρόκειται για αληθινό όπλο». Παρότι στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υπάρχει προσφορότητα του ψεύτικου όπλου να προκαλέσει σωματική βλάβη, η αδυναμία του απειλούμενου να αντιληφθεί το κίβδηλο, το κάλπικο στοιχείο του όπλου, οδηγείται αναγκαστικά σε κάμψη της βούλησής του,
  • Για την αποτροπή επικείμενης τέλεσης ή εξακολούθησης κοινώς επικίνδυνου κακουργήματος ή κακουργήματος που τελείται με χρήση ή απειλή σωματικής βίας. Σε αυτή την περίπτωση ιδιαίτερη σημασία έχει να καταστεί σαφές ότι δεν απαιτείται ο κακοποιός να είναι οπλισμένος. Επιπλέον πρέπει ο αστυνομικός να είναι αντιμέτωπος με κακούργημα και όχι πλημμέλημα.

 

  • Για τη σύλληψη καταδικασθέντος ή υποδίκου ή καταδιωκομένου που καταλαμβάνεται να τελεί επ` αυτοφώρω κακούργημα ή πλημμέλημα, εφόσον αντιδρά στη σύλληψή του και υπάρχει άμεσος κίνδυνος να κάνει χρήση όπλου. Αυτή η πρόβλεψη του νομοθέτη καταγράφει μάλλον εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες ο αστυνομικός καταδιώκει να συλλάβει κάποιον που κατελήφθη επ αυτοφώρω ή κάποιον υπόδικο ή καταδικασμένο. Η επιδιωκόμενη σύλληψη πρέπει να είναι να είναι νόμιμη και ο διαφεύγων όχι μόνο να τρέπεται σε φυγή ΑΛΛΑ να αντιστέκεται με κίνδυνο να χρησιμοποιήσει όπλο κατά του αστυνομικού ή κατά τρίτου. Ο κίνδυνος πρέπει να είναι άμεσος. Άρα δεν θα είναι νόμιμος ο πυροβολισμός αν ο κακοποιός ήταν άοπλος!

 

  • Για την αποτροπή παράνομης εισόδου στη χώρα ή εξόδου από αυτή προσώπων που επιχειρούν παράνομη διακίνηση ανθρώπων ή πραγμάτων και φέρουν όπλα του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 2168/1993. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει κατ αρχάς να καταγραφεί ότι είναι επιτρεπτός ο πυροβολισμός κατά του διακινητή και όχι κατά των λαθρομεταναστών. Ο πυροβολισμός του αστυνομικού πρέπει να γίνεται με σκοπό της αποτροπής της εισόδου ή εξόδου του κακοποιού από την χώρα. Άρα αν ο λαθρέμπορος προσπαθεί να διαφύγει άοπλος εντός της χώρας δεν επιτρέπεται τέτοιου είδους πυροβολισμός. Προσοχή η έννοια του όπλου που αναφέρεται εδώ αφορά σε πυροβόλα όπλα, όπλα με την στενή έννοια κλπ. Άρα αν ο λαθρέμπορος προσπαθεί να διαφύγει στο εξωτερικό φέρων μαχαίρι, ρόπαλο κλπ τότε δεν επιτρέπεται αυτού του είδους ο πυροβολισμός.

 

  • Για την προστασία εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας ή χώρων, στους οποίους φυλάσσονται αντικείμενα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία ή τη δημόσια τάξη ή πειστήρια εγκλήματος, εφόσον η φύλαξή τους έχει ανατεθεί ειδικά στον αστυνομικό και επιχειρείται βίαιη είσοδος, προσβολή ή αφαίρεση των φυλασσομένων από ένοπλο.

 

  • Για την αποτροπή απόδρασης ή ελευθέρωσης κρατουμένου που επιχειρείται με ένοπλη επίθεση. Πρόκειται για τις περιπτώσεις των εγκλημάτων του αρ. 172-174 του ΠΚ, που πραγματοποιούνται με την χρήση όπλων, οιονδήποτε όπλων!

 

  • Για την αποτροπή αφοπλισμού αστυνομικού κατά την υπηρεσία του. Να σημειωθεί εδώ ότι η εν λόγω διάταξη αφορά απαιτεί ο αφοπλισμός να γίνεται με χρήση βίας. Επίσης έχει τεθεί για την προστασία αποκλειστικά των πυροβόλων όπλων του αστυνομικού. Επίσης καταγράφεται ότι αν ο δράστης αφοπλίσει τον αστυνομικό και στην συνέχεια φύγει χωρίς να αντιδρά στην καταδίωξή του τότε δεν επιτρέπεται ο πυροβολισμός ακινητοποίησης εναντίον του.
  1. Πυροβολισμός εξουδετέρωσης .Η εν λόγω περίπτωση αφορά τον πυροβολισμό στον οποίον στοχεύεται η πλήξη ανθρώπου με τέτοιο modus operandi ώστε να πιθανολογείται ακόμη και η θανάτωσή του. Αυτός ο πυροβολισμός γίνεται αδιακρίτως σε σημεία του σημεία του σώματος του κακοποιού που ενδεχομένως να επιφέρουν και τον θάνατό του. Σε αυτή τη περίπτωση, δηλαδή, φαίνεται μάλλον ότι ο αστυνομικός αποσκοπεί είτε στην πρόκληση σωματικής βλάβης είτε ακόμα και στον θάνατο, και τούτο διότι αυτός είναι ο μόνος αποτελεσματικός και έσχατος –βέβαια- τρόπος να προστατευτεί έτερη ανθρώπινη ζωή. Σημειωτέον ότι τέτοιου είδους πυροβολισμός μπορεί να νοηθεί μονάχα για την αποτροπή ενός εγκλήματος κατά της ζωής ή μια βαριά σωματική βλάβη που θα τελούσε ο εξουδετερούμενος κακοποιός.

Σύμφωνα με τον νομοθέτη οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύονται οι πυροβολισμοί εξουδετέρωσης, είναι πανομοιότυπες με εκείνες που απαγορεύεται πυροβολισμός ακινητοποίησης, οπότε χάριν οικονομίας χώρου και χρόνου γίνεται παραπομπή στην ενότητα iii. Αλλιώς, όμως, έχει το πράγμα για τις περιπτώσεις του επιτρεπτού του πυροβολισμού εξουδετέρωσης. Έτσι ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης επιτρέπεται στις κατωτέρω περιπτώσεις εφ όσον βέβαια συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις και δεν συντρέχει κάποια από τις απαγορευτικές ή αρνητικές προϋποθέσεις πυροβολισμού εξουδετέρωσης:

  • για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου. Σε αυτήν ακριβώς την περίπτωση υπάγεται από τον νομοθέτη δυνατότητα πυροβολισμού εξουδετέρωσης που εγκολπώνει στοιχεία αμυντικής πράξης. Τούτη όμως για να είναι σύννομη θα πρέπει κατ αρχάς ο δράστης να επιχειρεί ανθρωποκτονία ή επικίνδυνη ή βαριά σωματική βλάβη. Επιπλέον γίνεται δεκτό ότι είναι επιτρεπτός τέτοιου είδους πυροβολισμός αν επιχειρεί κανείς έγκλημα με δόλο, από την τέλεση του οποίου όμως υφίσταται κίνδυνος να προκληθεί παραπέρα αποτέλεσμα από αμέλεια του δράστη, όπως λ.χ σε ένα θανατηφόρο βιασμό ή ληστεία κ.ο.κ. Ωστόσο αν ο επιτιθέμενος τελεί μια απλή ληστεία ή έναν βιασμό, με άλλα λόγια δίχως κίνδυνο πρόκλησης θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης, τότε δεν επιτρέπεται πυροβολισμός εξουδετέρωσης. Ο κίνδυνος –που ζητά εδώ ο νομοθέτης- πρέπει να είναι επικείμενος, άμεσος και υπαρκτός. Άρα σε αντίθεση με την περίπτωση της ένοπλης επίθεσης, εδώ δεν θα επιτρεπόταν πυροβολισμός εξουδετέρωσης αν το όπλο του απειλούντος ήταν ψεύτικο.

 

  • για τη διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης. Σε αυτή την ιδιαίτερη –κινηματογραφική, θα λέγαμε- περίπτωση, ο νομοθέτης επιτρέπει την πραγματοποίηση πυροβολισμού εξουδετέρωσης όταν υπάρχει κατάσταση ομηρείας-βλ. αρπαγής-, η οποία μπορεί να λυθεί μονάχα με τον ανωτέρω πυροβολισμό και εφ όσον βέβαια οι όμηροι βρίσκονται σε κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης. Έτσι απαιτείται κατ αρχάς ενδεικτικά να έχουμε μια κατάσταση αρπαγής, στην οποία υπάρχει (όχι άμεσος και επικείμενος) κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης των ομήρων. Πρέπει δηλαδή –με άλλα λόγια- ο κακοποιός να απειλεί ότι θα σκοτώσει ή θα προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη στους ομήρους. Ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης μπορεί να γίνει από τη στιγμή που επιχειρείται από τον δράστη η αρπαγή των θυμάτων μέχρι να ελευθερωθούν αυτά ή μέχρι να ξεφύγουν. Επιπλέον για να μην είναι παράνομος ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης, δεν θα πρέπει ο δράστης να είναι ανάμεσα σε άμαχους ομήρους, διότι τότε απαγορεύεται. Το αυτό ισχύει και αν ο δράστης είναι ανήλικος, εκτός αν ο τελευταίος απειλεί την ζωή των αρπαγέντων και ο κίνδυνος θανάτωσής τους είναι όχι υπαρκτός αλλά ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΣ.

 

Οι ποινικές κυρώσεις επί παράνομου πυροβολισμού.

  • Παράνομος Εκφοβιστικός πυροβολισμός: Η πραγματοποίηση από αστυνομικό παράνομου εκφοβιστικού πυροβολισμού τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως πέντε ετών ανεξαρτήτως του αν ο προς εκφοβισμό τρίτος πειθάρχησε ή όχι στις εντολές του αστυνομικού
  • Παράνομος Πυροβολισμός κατά πραγμάτων: Η πραγματοποίηση από αστυνομικό παράνομου πυροβολισμού κατά πραγμάτων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως πέντε ετών ανεξαρτήτως από το αν ο αστυνομικός ευστόχησε και έβλαψε το πράγμα ή όχι.
  • Παράνομος Πυροβολισμός ακινητοποίησης: Η πραγματοποίηση από αστυνομικό παράνομου πυροβολισμού ακινητοποίησης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών έως πέντε ετών ανεξαρτήτως από την ποινή του αστυνομικού για την σωματική βλάβη που προκάλεσε στο τρίτο πρόσωπο. Η συρροή του εγκλήματος του αρ 6 Ν3169/2003 και της πιθανής σωματικής βλάβης θα είναι αληθής.
  • Παράνομος Πυροβολισμός εξουδετέρωσης: Η πραγματοποίηση από αστυνομικό παράνομου πυροβολισμού εξουδετέρωσης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών έως πέντε ετών ανεξαρτήτως από την ποινή του αστυνομικού για την σωματική βλάβη ή την ανθρωποκτονία που προκάλεσε στο τρίτο πρόσωπο. Η συρροή σε αυτή περίπτωση θα είναι αληθής.

[1] Αθ. Αναγνωστόπουλος, Σκέψεις για την υπέρβαση αμύνης από αστυνομικό υπάλληλο, Ποιν. ΔΙκ. 4/2011. Σελ 438 επ.

[2] Αθ. Αναγνωστόπουλος, Σκέψεις για την υπέρβαση αμύνης από αστυνομικό υπάλληλο, Ποιν. ΔΙκ. 4/2011. Σελ 438 επ.

[3] Γιάννης Μπέκας, Πρακτική Διδασκαλία Ποινικού Δικαίου, Δίκαιο και Οικονομία Σακκουλας 2005, σελ 80

[4] Αρθρο 3.3β Ν3169/2003

[5] Γιάννης Μπέκας Οπλοφορία και χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, Δίκαιο και Οικονομία Σάκκουλας, 2003, σελ 94

[6] Οράτε σχετικά Κ. Βαθιώτης, Εποστρακισμός βλήματος και απόκλιση αιτιώδους διαδρομής, Ποιν ΔΙκ 8-9/2009 σελ 900.

[7] Οράτε σχετικά Κ. Βαθιώτης, Εποστρακισμός βλήματος και απόκλιση αιτιώδους διαδρομής, Ποιν ΔΙκ 8-9/2009 σελ 900.

[8] Έτσι και η  ΜΟΔΡοδοπ 15/2009ΠοινΔικ 4/2011 σελ 450 επ με σχολιασμό Μπέκα/Βαθιώτη

[9] Γιάννης Μπέκας Οπλοφορία και χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, Δίκαιο και Οικονομία Σάκκουλας, 2003, σελ 80

2 comments

  1. PYRFOROS Απάντηση

    Ο νόμος για την χρήση των όπλων από τους αστυνομικούς χρειάζεται αναθεώρηση, διότι είναι διαμορφωμένος πάνω σε θεωρητικό υπόβαθρο, το οποίο δεν είναι εφαρμόσιμο σε πραγματικές συνθήκες. Δεν είναι δυνατόν να ορίζονται πρακτικά θέματα, από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τις πραγματικές συνθήκες εμπλοκής, διότι είναι νομικοί, καθηγητές ή πολιτικοί. Ακόμα και οι επιτελείς αξιωματικοί που συμμετείχαν στην σχεδίαση του νόμου (αν συμμετείχαν), το πιθανότερο είναι ότι δεν έχουν γνώσεις, εκπαίδευση και εμπειρία συμπλοκών, ώστε να είναι σε θέση να γνωμοδοτήσουν ορθά.
    Δεν μπορεί για παράδειγμα να παραβλέπεται το γεγονός της ταχύτητας αντίδρασης, όταν απαγορεύεται η πρόταξη του υπηρεσιακού όπλου σε κάποιον ο οποίος κρατά όπλο, αλλά δεν στοχεύει σε πρόσωπο! Ο χρόνος που απαιτείται από τον δράστη να στρέψει το όπλο του από το αντικείμενο σε ένα πρόσωπο, είναι δέκατο του δευτερολέπτου. Ο αστυνομικός αν δεν έχει ήδη προτείνει το όπλο του, δεν δύναται να προλάβει να πυροβολήσει πριν δεχθεί την βολίδα του δράστη.
    Επίσης, ο “πυροβολισμός ακινητοποίησης”, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την απειλή από έναν ένοπλο, μόνο και μόνο επειδή ακινητοποιήθηκε! Ακόμα και ακινητοποιημένος ο δράστης, μπορεί ανεμπόδιστα να πυροβολήσει και να φονεύσει κάποιο πρόσωπο. Ακόμα και η έννοια της “ακινητοποίησης” δεν έχει ρεαλιστική υπόσταση, διότι δεν ορίζεται επαρκώς. Αν θεωρήσουμε ως ακινητοποίηση, την αδυναμία του δράστη να κινηθεί (π.χ. πυροβολισμός στο ένα πόδι), αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συνεχίσει την επίθεσή του με το όπλο που κρατά στα χέρια ή ότι δεν θα συνεχίσει να κινείται με το άλλο πόδι (σέρνοντας το χτυπημένο). Δεδομένου ότι πολλοί δράστες τελούν σε κατάσταση έντασης (αδρεναλίνη, ντοπαμίνη), επήρειας τοξικών ουσιών ή παράνοιας, ένας τραυματισμός δεν καθίσταται συνήθως ανασχετικός της επίθεσής τους (υπάρχουν χιλιάδες καταγεγραμμένα περιστατικά που το αποδεικνύουν).
    Επίσης ο διαχωρισμός των πυροβολισμών ακινητοποίησης και εξουδετέρωσης, δεν έχει ξεκάθαρη πρακτική εφαρμογή, διότι αφενός δεν υπάρχει η δυνατότητα να σκοπεύσει ο αστυνομικός με ακρίβεια (στο πόδι) σε συνθήκες πραγματικής συμπλοκής, και αφετέρου δεν εξασφαλίζεται ότι ακόμα και με μια εύστοχη βολή στο πόδι, δεν θα επέλθει η “εξουδετέρωση”, δηλαδή ο θάνατος του δράστη (π.χ. τρώση της μηριαίας αρτηρίας και θάνατος μέσα σε 5 λεπτά).
    Απόδειξη όλων των ανωτέρω, είναι ότι δεν υπάρχει αστυνομική εκπαίδευση (στην Ελλάδα και το εξωτερικό), που να προβλέπει πυροβολισμό στα πόδια, διότι προφανώς αυτό είναι εκπαιδευτικά ανέφικτο! Αντιθέτως η εκπαίδευση διεθνώς, εστιάζει στον πυροβολισμό στον λαιμό και το κεφάλι, ακριβώς διότι εκτιμάται ότι από τα συχνά περιστατικά χρήσης αλεξίσφαιρων γιλέκων από κακοποιούς, καθίσταται ατελέσφορη η στόχευση στο στήθος.
    Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και αν κάποιος χτυπηθεί θανάσιμα, μπορεί να πυροβολήσει αρκετές φορές πριν τελικά πεθάνει.
    Αυτός είναι ο λόγος που επιδιώκεται η πλήξη ζωτικών σημείων, ώστε να αχρηστευτεί ακαριαία ο επιτιθέμενος, πριν φονεύσει άλλα πρόσωπα.
    Τέλος, ο νόμος προβλέπει την συντηρητική εκπαίδευση όλων των αστυνομικών σε ετήσια (τουλάχιστον) βάση, πράγμα που στην πράξη ουδέποτε εφαρμόστηκε. Αντίθετα η υπηρεσία δεν διαθέτει πλέον εδώ και πολύ καιρό, φυσίγγια για την εκπαίδευση των αστυνομικών! Οι ποινικές ευθύνες για παράβαση του νόμου από την ηγεσία, πρέπει να αναζητηθούν λοιπόν και μάλιστα αναδρομικά.
    ΠΥΡΦΟΡΟΣ

  2. PYRFOROS Απάντηση

    Εν κατακλείδι, δεν είναι δυνατόν να εφαρμόζεται ένας νόμος, ο οποίος είναι δομημένος πάνω σε σύνθετες νομικές απαιτήσεις, από μέτρια εκπαιδευμένους αστυνομικούς, οι οποίοι θα πρέπει σε κρίσιμη στιγμή να συνυπολογίσουν αστάθμιτους και νομικούς παράγοντες προκειμένου να επιβιώσουν σε μια μάχη! Σε αυτές τις συνθήκες, ο ελάχιστος χρόνος αντίδρασης δεν αφήνει περιθώρια νομικίστικης σκέψης. Ο νόμος πρέπει να είναι ΑΠΛΟΣ και ΣΑΦΗΣ, χωρίς αμφισημίες (π.χ. είναι κατ΄αρχήν νόμιμος πυροβολισμός, αλλά εκ του αποτελέσματος της βολής, μετατρέπεται σε παράνομος), οι οποίες προκαλούν σύγχυση και οδηγούν στην αναστολή της αντίδρασης του αστυνομικού.
    Δεν επιτρέπεται ο νόμος και η πολιτεία να καθιστούν την ζωή του αστυνομικού, σε κατώτερη μοίρα από αυτή του εγκληματία.
    Νόμος ο οποίος αντί να διευκολύνει την επιβίωση ενός αστυνομικού σε μια ένοπλη συμπλοκή, την δυσκολεύει, είναι νόμος που στρέφεται κατά της πολιτείας και της έννομης τάξης.
    Έτσι όπως συνετάχθη ο νόμος αυτός, αποτελεί ένα σπουδαίο πεδίο νομικών διεκδικήσεων στις ακροαματικές διαδικασίες, υπέρ κακοποιών και ποτέ υπέρ των αστυνομικών. Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι “φτιάχτηκε για να ωφεληθούν οι συνήγοροι των εγκληματιών και να αποθαρρυνθούν οι αστυνομικοί από το να εκτίθενται σε κινδύνους συμπλοκής”…
    Πρόκειται για μια de facto “νίκη” του νομικού συστήματος σε βάρος των αστυνομικών, αφού η νόμιμη ή παράνομη χρήση των όπλων από αστυνομικούς, θα κρίνεται στις δικαστικές αίθουσες μετά από νομικές αναλύσεις σε βάθος άπειρου χρόνου , για ενέργειες και αποφάσεις που καλείται να κρίνει να εκτελέσει ένας αστυνομικός (που δεν είναι καν νομικός) μέσα σε δευτερόλεπτα!
    Ας αντιγράψουμε την νομολογία που διέπει τους Αμερικανούς αστυνομικούς και ας εκπαιδευτούν οι αστυνομικοί όπως πρέπει. Ο αστυνομικός δεν πρέπει να φονεύεται εξ αιτίας νομικών εμποδίων, στο όνομα του “ανθρώπινου δικαιώματος και της ελευθερίας” των κακοποιών. Είναι προτιμότερο να συμβαίνει το αντίθετο, αν ομιλούμε για κράτος δικαίου και για δημοκρατία.
    ΠΥΡΦΟΡΟΣ