Οι δικονομικές διατάξεις του άρθρου 42 Ν. 4557/2018 για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος

Γράφει η Άννα-Μαρία Χ. Ανυφαντή, Δικηγόρος Κέρκυρας ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ *

Με το αρ. 42 του Νόμου 4557/2018, ρυθμίζεται η διαδικασία για τη δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων, τα οποία είναι ενδεχόμενο να συνδέονται με την διάπραξη ενός ερευνώμενου βασικού αδικήματος ή πράξης νομιμοποίησης εσόδων. Τα δικονομικά αυτά μέτρα επιβάλλονται σε βάρος του υπόπτου, κατηγορούμενο ή τρίτου. Στην ουσία, επαναλαμβάνονται οι ρυθμίσεις του αρ. 48 του προγενέστερου Ν. 3691/2008.

Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου δίδεται η δυνατότητα στον ανακριτή, στο πλαίσιο διεξαγόμενης τακτικής ανάκρισης για αδίκημα ξεπλύματος, να απαγορεύσει με την σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Εισαγγελέα την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή εν γένει σε χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και αν κάποιο από όλα τα ανωτέρω είναι κοινά με άλλο πρόσωπο. Αυτά δύνανται να συμβούν, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι εντός των ανωτέρω βρίσκονται χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από την τέλεση της ανακρινόμενης πράξης ξεπλύματος.

Τα ανωτέρω δύνανται να εφαρμοσθούν και στο πλαίσιο διεξαγόμενης ανάκρισης για βασικό αδίκημα, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες εμπεριέχουν περιουσιακά αντικείμενα που προέρχονται από το βασικό αδίκημα ή που υπόκεινται σε δήμευση σύμφωνα με το αρ. 40 του Νόμου. Στο πλαίσιο διεξαγόμενης προκαταρκτικής εξέτασης, προς διακρίβωση διάπραξης βασικού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων, το εν λόγω δικονομικό μέτρο μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο.

Σημειωτέον δε ότι ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύσουν συγκεκριμένα στοιχεία λογαριασμών, τίτλων κλπ. του κατηγορουμένου, αλλά δύναται να εκδοθεί διάταξη δέσμευσης ή αντίστοιχο βούλευμα και να επιδοθεί προς οιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, όπου μπορεί να ευρεθεί κάποιος λογαριασμός, τίτλος, θυρίδα. Τόσο η διάταξη όσο και το βούλευμα επέχουν θέση κατάσχεσης και εκδίδονται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου. Απεναντίας, στον κατηγορούμενο επιδίδονται μετά την έκδοση τους. Σε περίπτωση που ένας λογαριασμός είναι κοινός με άλλον συνδικαιούχο, ή κάποιος τίτλος ή χρηματοπιστωτικό προϊόν, τότε η διάταξη ή το βούλευμα επιδίδεται και σε αυτόν[1].

Οι έννομες συνέπειες που επέρχονται με την επίδοση της ανακριτικής διάταξης ή του βουλεύματος που επιβάλλουν το εν λόγω δικονομικό μέτρο περιγράφονται στην παρ. 2. Ειδικότερα, από την χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στον  χρηματοπιστωτικό οργανισμό, αυτά αποκτάνε την ιδιότητα του φύλακα (μεσεγγυούχου).  Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα ή ο οργανισμός δεν έχουν εξουσία ή δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τους λογαριασμούς, τους τίτλους, τις θυρίδες κλπ, αλλά αντίθετα έχουν υποχρέωση να τα παραδώσουν μόλις τους ζητηθούν. Παράλληλα με το πιστωτικό ίδρυμα και ο δικαιούχος του λογαριασμού έχει απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης ή διάθεσης του. Η νομική αυτή αδυναμία εξυπηρετεί διττό σκοπό, δηλαδή τόσο την διευκόλυνση του ανακριτικού έργου, όσο και την δυνατότητα εφαρμογής της ειδικής δήμευσης του αρ. 42 του Νόμου[2]. Τυχόν εκταμίευση χρημάτων, εκποίηση τίτλων, άνοιγμα θυρίδων κλπ απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του Δημοσίου. Η τιθέμενη αυτή ρήτρα συνάδει απόλυτα με την ρήτρα του γενικού συμφέροντος, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αποσπώνται από τον δράστη εγκληματικής δραστηριότητας τα οφέλη που αποκόμισε από αυτήν. Περαιτέρω, από τον όρο «εκταμίευση» προκύπτει εξ’ αντιδιαστολής ότι δεν απαγορεύεται και συνεπώς δεν είναι άκυρη η κατάθεση νόμιμων χρημάτων από τον ίδιο τον δικαιούχο ή από τρίτοι που γίνεται στον επίμαχο ή στους επίμαχους λογαριασμούς[3].

Η παρ. 3 προβλέπει την λήψη του συγκεκριμένου δικονομικού μέτρου και για την περίπτωση απαγόρευσης εκποίησης ακινήτου. Η σχετική διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου επέχει ομοίως θέση έκθεσης κατάσχεσης και εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου, στον οποίον αυτά επιδίδονται μετά την έκδοση. Ωστόσο, απαιτούνται και κάποια ακόμα τυπικά στοιχεία αυξημένης δημοσιότητας, αφού πρέπει η ανακριτική διάταξη ή το βούλευμα να επιδοθεί περαιτέρω στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή στον προϊστάμενο κτηματολογικού γραφείου ή νηολογίου ή άλλης αρμόδιας υπηρεσίας, οι οποίοι πρέπει να προβούν αυθημερόν σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία. Σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην παρ. 1, εν προκειμένη η διάταξη ή το βούλευμα πρέπει να αφορούν συγκεκριμένο ακίνητο του κατηγορουμένου[4].

Με την παρ. 4 παρέχεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο, στον ύποπτο τέλεσης βασικού αδικήματος ή πράξης νομιμοποίησης εσόδων και στον τρίτο να καταθέσει αίτηση στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα, η οποία να απευθύνεται στο δικαστικό συμβούλιο, ζητώντας την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος αντίστοιχα. Η εν λόγω αίτηση πρέπει να κατατεθεί μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την επίδοση της διάταξης ή του βουλεύματος. Κατά του νέου βουλεύματος που θα εκδοθεί επί της αιτήσεως δεν παρέχεται πλέον με το Ν. 4557/2018 δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή της αίτησης και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος.

Στην παρ. 5 ρυθμίζεται το ζήτημα λήψης αντίστοιχων δικονομικών μέτρων, όταν διεξάγεται έρευνα από την Αρχή του άρθρου 47. Σε μία τέτοια περίπτωση, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθεί σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3. Τα σχετικά, με τη δέσμευση, στοιχεία και αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης διαβιβάζονται στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 4, μπορούν δηλαδή να υποβάλουν αίτηση άρσης του ληφθέντος δικονομικού μέτρου.

Στην παρ. 6 προβλέπεται η δυνατότητα για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, σε βάρος των οποίων διετάχθη από την Αρχή η δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, να υποβάλλουν αίτηση απευθυνομένης στην αρχή ή  να προσφύγουν σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 5, ζητώντας την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων ως άνω στοιχείων.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η δυνατότητα που παρέχεται στον Πρόεδρο της Αρχής να διατάσσει σε επείγουσες περιπτώσεις την δήμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων επικρίθηκε έντονα και υπό το προγενέστερο καθεστώς, καθόσον με τον τρόπο αυτό παρέχονται δικαιοδοτικές εξουσίες, χωρίς να συντρέχουν οι εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας για την λήψη σοβαρών μέτρων κατά της περιουσίας και της ιδιοκτησίας[5].

Σύμφωνα, τέλος, με την παρ. 7 οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται όχι μόνο επί πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αλλά και στα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα που αναφέρονται στο αρ. 5 του Νόμου.

⁕ Άννα-Μαρία Χ. Ανυφαντή, Δικηγόρος Κέρκυρας
ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ
Επικοινωνία : Τηλ. 2661049170, 6987014774
e-mail am.anyfanti@gmail.com

_____________________________________________________________________________________

[1] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 286

[2] Βλ. Δημήτραινα, Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες : Οι ανακριτικές διατάξεις δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου υπό το πρίσμα των διατάξεων για την κατάσχεση και ειδική δήμευση των κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων, ΠοινΧρ 2008, 943επ.

[3] Βλ. Δημήτραινα, ακριβώς ό.π., ΠοινΧρ 2008, 943επ.

[4] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 287

[5] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 289