Η δικονομική μεταχείριση της ένστασης συμψηφισμού.

 *του Ιωάννη Χατζηδημητρίου, Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ΜΔΕ Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού δικαίου Νομικής Α.Π.Θ. και ΜΔΕ Εμπορικού & Οικονομικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.

            Από τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ προκύπτει ότι ο συμψηφισμός συνιστά τρόπο απόσβεσης της οφειλής και ειδικότερα με αυτόν επέρχεται η απόσβεση των αμοιβαίων και ομοειδών απαιτήσεων στο μέτρο που αυτές αλληλοκαλύπτονται. Η καθιέρωση του συμψηφισμού ως αποσβεστικού λόγου της ενοχής οφείλεται τόσο σε λόγους δικαιοσύνης όσο και σε λόγους πρακτικής σκοπιμότητας, στο μέτρο που επέρχεται απλούστευση των συναλλαγών με την αποφυγή της άσκοπης μετακίνησης των αγαθών[1].

Πέρα από τη ρύθμιση του συμψηφισμού σε επίπεδο ουσιαστικού δικαίου στις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ, η ένσταση συμψηφισμού, εν αντιθέσει με λοιπές ενστάσεις, απολαμβάνει μίας ειδικής δικονομικής μεταχείρισης, η οποία μάλιστα εκκινεί από την εκδίκαση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και φτάνει μέχρι την αναγκαστική εκτέλεση της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης. Ειδικότερα, οι κυριότερες δικονομικές προεκτάσεις της ένστασης συμψηφισμού έχουν εν συντομία ως εξής:

             Αρχικά, η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ). Πρόταση συμψηφισμού που γίνεται πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκειά της με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο του συμψηφίζοντος επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Μεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ομώνυμης ένστασης αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεσθεί. Ουσιαστικώς πρόκειται περί ένστασης εξόφλησης της επίδικης απαίτησης που επήλθε με το συμψηφισμό[2].

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ[3] συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, ήτοι πρέπει να αναφέρεται[4]: α) Περιγραφή, χρόνος γέννησης και το ποσό των αμοιβαίων απαιτήσεων που προτείνονται σε συμψηφισμό, γ) ότι οι απαιτήσεις είναι ομοειδείς, γ) ότι οι απαιτήσεις είναι υποστατές και έγκυρες και δ) ότι οι αξιώσεις είναι ληξιπρόθεσμες και αγώγιμες[5]. Διαφορετικά, σε περίπτωση μη εξειδίκευσης των παραγωγικών της ανταπαίτησης πραγματικών περιστατικών ή μη επακριβώς καθορισμού των επιμέρους χρηματικών κονδυλίων που απαρτίζουν την ανταπαίτηση κατά του δανειστή, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, χωρίς μάλιστα να υφίσταται δυνατότητα θεραπείας της αοριστίας με αναφορά σε άλλα έγγραφα στα οποία αναφέρονται τα ως άνω κρίσιμα περιστατικά.

Περαιτέρω, η προβολή από τον διάδικο της ένστασης συμψηφισμού επιφέρει εκκρεμοδικία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 ΚΠολΔ[6] όσον αφορά την προβαλλόμενη σε συμψηφισμό απαίτηση. Έννομη συνέπεια της επέλευσης εκκρεμοδικίας ως προς την απαίτηση που προβλήθηκε σε συμψηφισμό είναι η αναστολή της μεταγενέστερης δεύτερης δίκης που ανοιχθεί ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους και με αντικείμενο την ίδια απαίτηση μέχρι την περάτωση της χρονικά πρώτης δίκης (εκείνης δηλαδή στο πλαίσιο της οποίας προβλήθηκε η ένσταση συμψηφισμού) με την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 222 ΚΠολΔ[7]). Επιπροσθέτως, η ένσταση συμψηφισμού, ως γνήσια μη αυτοτελής ένσταση, εντάσσεται στην εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 330 ΚΠολΔ[8], και επομένως εφόσον δεν προτάθηκε μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης δύναται να προταθεί σε μεταγενέστερη δίκη ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, ακόμη και κατά το στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης[9]. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 2 ΚΠολΔ αν προβλήθηκε ένσταση συμψηφισμού η απόφαση που αποφάνθηκε για την ύπαρξη ή όχι της ανταπαίτησης η οποία προτάθηκε σε συμψηφισμό, αποτελεί δεδικασμένο μόνο ως προς το ποσό για το οποίο προβλήθηκε η ένσταση αυτή, εκτός αν κρίθηκε ολόκληρο το ποσό της ανταπαίτησης, οπότε το δεδικασμένο εκτείνεται και σ' αυτό. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 321 και 324 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση που αποφαίνεται επί της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί δεδικασμένο και μάλιστα όχι μόνο όταν κρίνεται από το δικαστήριο και γίνεται δεκτή η ένσταση, αλλά και όταν απορρίπτεται αυτή ως αβάσιμη[10].

            Αναφορικά με τον χρόνο προβολής της ένστασης συμψηφισμού κρίσιμη αποβαίνει η διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «Ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και κατά την εκτέλεση». Το αληθές νόημα της διάταξης αυτής είναι ότι σε περίπτωση που η ένσταση συμψηφισμού προτείνεται πρωτοδίκως, τότε αυτή, όπως και κάθε άλλη ένσταση, προτείνεται παραδεκτά μέχρι το τέλος της πρώτης συζήτησης[11], χωρίς η ανταπαίτηση να χρειάζεται να είναι εκκαθαρισμένη ή να αποδεικνύεται παραχρήμα[12]. Ωστόσο, από το συνδυασμό της ίδιας ως άνω διάταξης με εκείνης του άρθρου 527 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη[13] επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον αυτές μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση συμψηφισμού, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η ανταπαίτηση αποδεικνύεται άμεσα[14]. Εάν μάλιστα η ένσταση συμψηφισμού προτείνεται από τον εκκαλούντα, η πρότασή της είναι επιτρεπτή μόνο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου εφέσεως[15].

            Επιπροσθέτως, ο συμψηφισμός, πέρα από λόγο απόρριψης της αγωγής του δανειστή δύναται να προταθεί και ως λόγος ανακοπής[16] (άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ) με αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής που εξέδωσε για τη χρηματική του απαίτηση ο δανειστής σε βάρος του οφειλέτη[17]. Πιο συγκεκριμένα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, η ανταπαίτηση του οφειλέτη – ανακόπτοντος[18] μπορεί να προταθεί και με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αυτής ως εκτελεστού τίτλου, καθόσον συνιστά ένσταση που αναφέρεται στην αμφισβήτηση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε αυτή· δηλαδή πρόκειται για αποσβεστική ένσταση, εξαιτίας της οποίας δεν ίσχυσε η οφειλή κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής[19]. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για το παραδεκτό της προβολής ως λόγου ανακοπής της ένστασης συμψηφισμού είναι οι προϋποθέσεις γέννησης αυτής να έλαβαν χώρα σε χρόνο προ της έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Και τούτο διότι ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής χρόνο δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο ανακοπής κατ’ αυτής, ούτε να προταθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού αυτοί δεν υπήρχαν κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής και συνεπώς δεν δύνανται να επιδράσουν στο έγκυρο της έκδοσής της[20].

            Εάν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συντρέξουν μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, τότε αυτός δύναται να προταθεί ως λόγος ανακοπής (άρθρο 933 ΚΠολΔ) κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του οφειλέτη αναγκαστικής εκτέλεσης[21]. Σε αυτή την περίπτωση όμως θα πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία, διαφορετικά ο σχετικός λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 933 παρ. 5 ΚΠολΔ[22]). Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται στους αποσβεστικούς της απαίτησης λόγους. Στους ισχυρισμούς (λόγους ανακοπής) που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης περιλαμβάνεται κάθε αποσβεστικός λόγος των ενοχών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416-454 ΑΚ και επομένως και ο συμψηφισμός[23], για το παραδεκτό του οποίου θα πρέπει να πληρούται η παραχρήμα απόδειξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ. Στη δικαστική ομολογία για την οποία κάνει λόγο η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ δεν υπάγεται και η έμμεση ομολογία, δηλαδή εκείνη που συνάγει κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ ο δικαστής από τη μη αμφισβήτηση ειδικώς ισχυρισμού, η οποία απόκειται στη διακριτική ευχέρεια αυτού[24].

______________________________________________________________________________________________

[1] Γεωργιάδης Απ., Ενοχικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος, 1999, σελ. 492· Γεωργιάδης Αστ., Ενοχικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος ΙΙ, 2003, σελ. 277.

[2] ΑΠ 486/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης.

[3] «Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Ο ενιστάμενος μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά».

[4] ΕφΛαρ 390/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΜΠρΘεσ 1106/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΜΠρΘεσ 1846/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης.

[5] Ειδικά μάλιστα στην περίπτωση που η ανταπαίτηση προέρχεται από τίμημα διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, για το ορισμένο της ένστασης συμψηφισμού πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος κατάρτισης κάθε μίας σύμβασης πώλησης, οι πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες των εμπορευμάτων, το είδος αυτών και στην περίπτωση που πρόκειται για πώληση διαφορετικών ειδών η τιμή μονάδας πώλησης καθενός, διαφορετικά αρκεί η αναφορά του συνολικού τιμήματος αυτών, καθώς και ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής του επιμέρους ή συνολικού τιμήματος για να κριθεί το ληξιπρόθεσμο αυτού (ΑΠ 636/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης).

[6] «Εκκρεμοδικία συνεπάγεται και η υποβολή, ενόσω διαρκεί η δίκη, αίτησης με την οποία επιδιώκεται η καταψήφιση, αναγνώριση ή διάπλαση, καθώς και η πρόταση ένστασης συμψηφισμού».

[7] «1. Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. 2. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη». Από νομολογία βλ. ενδεικτικά ΕφΛαρ 307/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης.   

[8] «Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή». Η διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ συνδέεται άμεσα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία «Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παράγραφος 2 εδάφιο γ’ αντίστοιχα».

[9] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1506/2004 ΕλλΔνη 2005 σελ. 773.

[10] ΕφΑθ 11734/1986 ΑρχΝ 1987 σελ. 518.

[11] Στην περίπτωση βέβαια της τακτικής διαδικασίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το Ν. 4335/2015, η ένσταση συμψηφισμού θα πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία προκατάθεσης των προτάσεων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όσον αφορά στις ειδικές διαδικασίες, η παραδεκτή προβολή της ένστασης συμψηφισμού προϋποθέτει κατ’ άρθρο 591 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ την προφορική προβολή αυτής και την καταχώρισή της στα πρακτικά συζήτησης. Για την εν γένει παραδεκτή προβολή των αμυντικών ισχυρισμών στις ειδικές διαδικασίες βλ. ενδεικτικά ΑΠ 536/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΑΠ 206/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης.

[12] Βαθρακοκοίλης Β., Η έφεση, 2015, άρθρο 527, σελ. 489, όπου επισημαίνεται ότι «Η λεκτική διατύπωση της ΑΚ 442 υποδηλώνει τη βούληση του νομοθέτη, ο οποίος σκοπεί τον ορισμό των προϋποθέσεων προβολής της ένστασης συμψηφισμού στις μετά την πρώτη συζήτηση στάσεις της δίκης και τούτο γιατί κατά την επεξεργασία του ΑΚ το άρθρο 160 ΚΠολΔ δεν αναφερόταν στη δυνατότητα προβολής ενστάσεων και μετά την πρώτη συζήτηση σε περίπτωση παραχρήμα απόδειξης, αλλ’ αυτή προστέθηκε με τον α.ν. της 22 Φεβρουαρίου 1946»· Μπεχλιβάνης σε Α. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ Ι, 2010, άρθρο 442, σελ. 907.

[13] Δυνατότητα προβολής της ένστασης συμψηφισμού το πρώτον στον Άρειο Πάγο δεν υπάρχει. Βλ. Βαθρακοκοίλη Β., Η έφεση, 2015, άρθρο 527, σελ. 500.

[14] ΑΠ 636/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΑΠ 1281/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης. Ως ανταπαίτηση που αποδεικνύεται αμέσως θεωρείται αυτή που προκύπτει από έγγραφα ή δικαστική ομολογία (βλ. ΑΠ 844/1999 ΕλλΔνη 2000 σελ. 444· ΑΠ 16/1995 ΝοΒ 1996 σελ. 192· ΕφΑθ 3060/2007 ΕλλΔνη 2007 σελ. 1711· ΕφΔωδ 128/2004 Α’ Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

[15] ΑΠ 636/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΑΠ 1205/2013 ΝοΒ 2014 σελ. 90· ΑΠ 1765/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΑΠ 181/1995 ΕλλΔνη 1996 σελ. 1344. Από θεωρία βλ. Βαθρακοκοίλη Β., Η έφεση, 2015, σελ. 508.

[16] Με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αυτής ως εκτελεστού τίτλου, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοσή της είτε κατά της ύπαρξης της με αυτήν επιδικαζόμενης απαίτησης (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 38 σελ. 768, ΑΠ 925/2002 ΕλλΔνη 44 σελ. 1298). Επομένως, μπορεί αυτή (η ανακοπή) να περιλαμβάνει ενστάσεις που αναφέρονται στην αμφισβήτηση της απαίτησης για την οποία η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί, δηλαδή δικαιοκωλυτικές ή αποσβεστικές ενστάσεις εξαιτίας των οποίων δεν ίσχυε η οφειλή κατά το χρόνο που αυτή εκδόθηκε (ΕφΠατρ 57/2011 ΑχΝομ 2012 σελ. 353).

[17] Βλ. Πανταζόπουλο Στ., Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, 2013, σελ. 143.

[18] Τέτοια ανταπαίτηση όμως, στην περίπτωση που η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν συνιστά η μεμονωμένη απαίτηση του οφειλέτη από την κίνηση του τελευταίου, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει κατά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένως οι απαιτήσεις αυτών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει (ΑΠ 1235/2012 ΝοΒ 2013 σελ. 738).

[19] ΑΠ 294/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΑΠ 1235/2012 ΝοΒ 2013 σελ. 738· ΕφΛαρ 222/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης. Βλ. και τη διατύπωση της ΕφΠατρ 57/2011 ΑχΝομ 2012 σελ. 353 «Τέτοια αποσβεστική της απαίτησης ένσταση που μπορεί να προβάλει ο ανακόπτων κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής, αποτελεί και η εξόφληση της απαίτησης (ΑΚ 416) στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση της διαταγής πληρωμής, δια συμψηφισμού, είτε πρόκειται για μονομερή ή ακούσιο είτε για συμβατικό ή εκούσιο».

[20] ΑΠ 1366/2008 Α’ Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1538/2007 Α’ Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 667/2007 ΕλλΔνη 2007 σελ. 789, ΕφΑθ 5483/2008 ΕλλΔνη 2009 σελ. 834· ΕφΠατρ 834/2008 ΑχΝομ 2009 σελ. 468, ΜΠρΘεσ 1846/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης.

[21] Δεδομένου ότι ο συμψηφισμός ως λόγος ανακοπής αφορά ελάττωμα της εκτελούμενης χρηματικής απαίτησης αυτός προτείνεται παραδεκτά με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ, ήτοι εντός 45 ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης.

[22] «Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία». Στον περιορισμό μάλιστα της παραχρήμα αποδείξεως υπόκειται ο αποσβεστικός λόγος σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή αυτός ανάγεται σε χρόνο πριν είτε μετά από την έκδοση του εκτελούμενου τίτλου (Νίκας Ν., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως – Γενικό Μέρος, 2010, σελ. 610)

[23] ΑΠ 253/2002 ΕλλΔνη 44 σελ. 148· ΕφΛαρ 69/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης· ΜΠρΘεσ 51/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης. Από θεωρία βλ. Γέσιου – Φαλτσή Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως – Γενικό Μέρος, 1998, σελ. 634· Νίκας Ν., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως – Γενικό Μέρος, 2010, σελ. 611-612.

[24] ΑΠ 412/2005 Α’ Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΕφΛαρ 69/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης.