Η εφαρμογή της ρητορικής στην ποινική δίκη.

 

*του Ευάγγελου Κ. Νασίου

Μια από τις πολλές τέχνες που ασχολήθηκε ο ελληνικός πολιτισμός από την αρχαιότητα είναι αυτή της ρητορικής. Η ρητορική ως τέχνη είναι εναγκαλίζει πολλούς τομείς στην ζωή μας. Από την πολιτική της οποίας λαμπρό παράδειγμα αποτελούν οι αναφερθείσες αγορεύσεις των πολιτικών της Αθήνας στην Εκκλησία του Δήμου εκ του Θουκυδίδου, ο οποίος κατέγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, ως και τις διαφημίσεις προϊόντων που βλέπουμε στις οθόνες μας.

Είναι όμως η ποινική δίκη ένας τομέας που έχει εφαρμογή η ρητορική  ή όχι ;. Σ' αυτό το ερώτημα θα απαντήσουμε στις ακόλουθες παραγράφους.

Αρχικά θα μπορούσε κανείς να πει πως από την ώρα που υπάρχουν συγκεκριμένοι νόμοι η ρητορική δεν έχει κάποιο έδαφος εφαρμογής. Π.χ αν υπάρχει θέμα αμφιβολίας ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου μπορούμε κάλλιστα  να πούμε ότι κατ' άρθρο 6 παρ 2 της ΕΣΔΑ το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ “ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι την νόμιμη απόδειξη της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο”. Στην πραγματικότητα όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι και τούτο θα εξηγηθεί αναλυτικότερα κατωτέρω.

Η ρητορική ως τέχνη είναι η τέχνη της ομιλίας, ώστε να κρατεί το ενδιαφέρον των ακροατών του ο κάθε ομιλητής, αλλά και της θέσης με σωστό τρόπο των επιχειρημάτων αυτού, ώστε να πείσει τον ακροατή του, γι' αυτό και ονομάζεται από πολλούς ως τέχνη της πειθούς.  Για να πραγματοποιήσει τους στόχους της αυτούς η ρητορική βασίζεται σε πέντε βασικές αρχές τις οποίες θα θέσουμε αυτίκα :

 

  • Έρευνα
  • Τάξη
  • Λέξη
  • Μνήμη
  • Υπόκριση

Για να ορίσουμε τις αρχές αυτές αρκεί να λάβουμε υπόψιν μας τις ακόλουθες σκέψεις : Όταν θες να μιλήσεις για ένα θέμα και να πεις κάτι το ουσιώδες πρέπει να ξέρεις γιατί θα μιλήσεις κάνοντας μια 1) έρευνα. Από αυτήν θα εξάγεις κάποια επιχειρήματα τα οποία για να έχει μια συνέχεια και ένα νόημα ο λόγος σου θα πρέπει να τα βάλεις σε μια 2) τάξη. Επίσης σε μια ομιλία σου ( αλλά και σε ένα γραπτό κείμενο να προσθέσω ) θα πρέπει για το κάθε επιχείρημα που βρήκες με την 1) έρευνά σου και το έβαλες σε μια 2) τάξη, να το διατυπώσεις, έχοντας ως κύριο μέλημά σου, η κάθε 3) λέξη που θα χρησιμοποιήσεις να είναι η σωστή, ώστε να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Επίσης η κάθε 3) λέξη σου θα πρέπει να έχει την σωστή φόρτιση για την κάθε περίσταση. Ειδικότερα η κάθε λέξη έχει ένα είδους φόρτισης είτε αυτή είναι θετική όπως η λέξη “θαυμάσιος” είτε αρνητική όπως η λέξη “αισχρός”. Κατά συνέπεια δεν μπορείς να πεις σε μια ομιλία ας πούμε πολιτική ότι π.χ η Νέα Δημοκρατία θα προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στις αγορές αν είσαι πολιτευτής με την Νέα Δημοκρατία, αλλά επιβάλλεται να το πεις (εφόσον μπορείς να το υποστηρίξεις) αν είσαι πολιτευτής με αντίπαλο της ΝΔ κόμμα. Σημαντικό τώρα είναι αυτό που θα πεις το οποίο ερεύνησες, το έβαλες σε μια σειρά και διάλεξες τις κατάλληλες λέξεις για να το πεις, να μην το ξεχάσεις. Δηλαδή θα πρέπει να έχεις καλή 4) μνήμη.  Ως μεγάλη βοήθεια για την μνήμη σου μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις σημειώσεις σου ή τις διάφορες λέξεις που θες να πεις. Π.χ στο ανωτέρω παράδειγμά μας να θυμάσαι “ΝΔ, ταραχή στις αγορές”.  Εκτός βέβαια από εσένα καλό είναι και οι ακροατές σου να θυμούνται τι είπες γιατί αλλιώς η ομιλία σου θα περάσει απαρατήρητη. Άρα θα πρέπει να πεις τέτοιες λέξεις που δεν θα είναι εύκολο να ξεχαστούν απ' τους ακροατές σου. Τέτοιες είναι οι λέξεις που έχουν είτε μεγάλη αρνητική, είτε μεγάλη θετική φόρτιση, όπως π.χ αυτές που χρησιμοποιεί ο Σ.Α. Γεωργιάδης κάθε φορά που αναφέρεται στον ΣυΡιζΑ (άχρηστοι)  ή όπως αυτές που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστές όταν αναφέρονται στους αντιπάλους τους (φασίστες).  Τέλος ( και αυτό ισχύει μόνο στον προφορικό λόγο ) για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι λέξεις που θα πεις παράγοντας στο μέγιστο βαθμό την φόρτιση τους ( είτε αρνητική είτε θετική) και να μπορεί το ακροατήριό σου να τις θυμάται,  θα πρέπει η ομιλία σου να μην είναι μια στατική ομιλία, αλλά να έχει μια ζωντάνια. Θα πρέπει ως ομιλητής να κάνεις την ομιλία σου δική και να εκφράζεις να συναισθήματα θες να βγουν απ' τα επιχειρήματά σου έχοντας δηλαδή μια 5) υπόκριση στον λόγο σου. Για να γίνει κατανοητή η εν λόγω κάνε ένα πείραμα. Σου παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα σε εισαγωγικά : “Ό Ευάγγελος Νασίου είναι πολύ κακός δικηγόρος γιατί προσπαθεί σώνει και καλά να με πείσει να εφαρμόζω στο ποινικό δίκαιο ρητορική κάτι που ξέρω πολύ καλά ότι δεν ισχύει ”. Κάνε δυο ηχογραφήσεις αυτού του αποσπάσματος. Στην πρώτη διάβασε του όπως διαβάζει ένα κείμενο και στην δεύτερη κάνε το επιχείρημα δικό σου σαν να το παρουσιάζεις σε έναν φίλο ή μια φίλη σου. Άκου μετά τις δυο αυτές ηχογραφήσεις και σκέψου με ποια νιώθεις ως ακροατής/ακροάτρια καλύτερα ;. Αν το απόσπασμα αυτό ήταν μέρος από μια ομιλία η οποία ήταν ακριβώς όπως το απόσπασμα, ποια ομιλία θα ήθελες να ακούσεις, εκείνη που είναι σαν ανάγνωση κειμένου ή εκείνη που την έκανες δική σου και έβγαλες συναισθήματα λέγοντάς την ;.

Συνοψίζοντας : Είπαμε πιο πάνω ότι σύμφωνα με τις πέντε αναπτυχθείσες αρχές της ρητορικής για να πεις κάτι χρειάζεται πρώτα να κάνεις μια έρευνα για να βρεις επιχειρήματα τα οποία έπειτα θα τα βάλεις σε μια τάξη, διαλέγοντας τις κατάλληλες λέξεις για να τα πεις, τις οποίες λόγω τις φορτίσεώς τους ο κόσμος θα τις θυμάται και κατά συνέπεια θα θυμάται την ομιλία σου την οποία δεν πρέπει ούτε εσύ να ξεχάσεις ( γι' αυτό θα χρησιμοποιήσεις στα αρχικά στάδια κάποια σχέδια αλλά και τις λέξεις που διάλεξες να πεις ως βοήθημα ) και τέλος, για να δουλέψει η φόρτιση αυτή των λέξεων και να θυμάται το κοινό την ομιλία σου, αφού θα έχει συνδεθεί με αυτή, θα προσπαθήσεις να κάνεις μια ζωντανή ομιλία με υπόκριση και όχι μια στατική ομιλία  ως ανάγνωση.

Το ερώτημα όμως είναι εάν όλα αυτά τα ωραία δουλεύουν στην ποινική δίκη. Η πρώτη μας λογική απάντηση είναι πως όχι αφού δεν έχουμε να κάνουμε πολλές ρητορείες εκεί. Τα επιχειρήματα μας είναι του τύπου “Υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 6 παρ 2 της ΕΣΔΑ ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με τον νόμο” άρα.... Δεν υπάρχει χώρος για ρητορική. Αν δούμε όμως λίγο προσεκτικότερα τον ισχυρισμό μας θα διαπιστώσουμε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ερώτηση : Πως ήρθαμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και πως γνωρίζουμε το άρθρο 6 παρ 2 της ΕΣΔΑ ;. Πολύ απλά κάνοντας μια έρευνα στο φάκελο της δικογραφίας και διαπιστώνοντας τις αμφιβολίες και στην συνέχεια διαβάζοντας για το ζήτημα αυτό. Δεύτερη ερώτηση αν έχουμε και άλλα επιχειρήματα θα τα πούμε μαζί με το επιχείρημα περί ΕΣΔΑ ανακατεμένα ή θα τα βάλουμε σε μια τάξη ;. Αν έχουμε δηλαδή και το επιχείρημα της αναρμοδιότητας του δικαστηρίου θα πούμε “ο κατηγορούμενος πρέπει να απαλλαχθεί λόγω αμφιβολιών θα πρέπει να γνωρίζετε ότι  το δικαστήριό σας είναι αναρμόδιο, οι αμφιβολίες στηρίζονται σ' αυτούς τους λόγους, κλπ” ή  θα πρέπει να τα βάλουμε σε μια τάξη λέγοντας πρώτο το επιχείρημα της αναρμοδιότητας και μετά το επιχείρημα των αμφιβολιών;. Η απάντηση είναι απλή. Ακόμα και ένα να είναι το επιχείρημά μας ( αυτό των αμφιβολιών ) θα πρέπει να το βάλουμε σε τάξη. Ειδικότερα στην περίπτωση που έχουμε ένα και μόνο επιχείρημα θα ταξινομήσουμε την δομή του, δηλαδή μπορεί πρώτα θα θέσουμε το νομικό επιχείρημα καθ' εαυτό και μετά  θα διαφωτίσουμε το δικαστήριο ως προς τα στοιχεία στα οποία το στηρίζουμε ειδικότερα ή τ' ανάπαλιν. Ως προς το γεγονός της μνήμης νομίζω δεν χρειάζεται να κάνω ειδική νύξη. Ως προς την τρίτη και την πέμπτη αρχή όμως ; τι σχέση έχουν αυτές οι δυο αρχές ; με το επιχείρημά μας ;. Ερώτηση : Ας υποθέσουμε πως είσαι δικαστής και είναι δυο η ώρα το μεσημέρι κατακαλόκαιρο, έχει χαλάσει ο κλιματισμός και ακούς δυο αγορεύσεις . Μια στην οποία ο τύπος είναι αυτός της ανάγνωσης λέγοντας πως σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ 2 ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί νομίμως η ενοχή του. Η άλλη δε, έχει υπόκριση στο ύφος της λέγει ότι δεν είναι δυνατόν να μείνει ατιμώρητος ένας σεσημασμένος κακοποιός σκεφθείτε τα θύματα παρόντα και απόντα τα στοιχεία είναι βέβαια χωρίς καμία αμφιβολία σε βάρος του κατηγορουμένου. Με ποια άραγε εσείς θα νιώθατε ποιο οικείος, ποια θα ακούγατε με περισσότερο ενδιαφέρον ;. Μα φυσικά με την δεύτερη γιατί πολύ απλά η πρώτη όπως γίνεται κατανοητό απ' την ανάλυση των αρχών της λέξης και της υπόκρισης είναι πολύ δύσκολο να ακουστεί και να γίνει κατανοητή. Στο λογικό ερώτημα τώρα γιατί ο δικαστής ως ουδέτερος στην υπόθεση να μην ακούσει το πρώτο επιχείρημα, η απάντηση είναι, διότι ΠΑΝΤΑ !!!! ο έχων αντίθετο επιχείρημα απ' το δικό σου θα προσπαθεί να  αποδομήσει το επιχείρημά σου. Π.χ τις αμφιβολίες που βλέπεις θα τις αποσβέσει με άλλα στοιχεία που εμμέσως ή αμέσως οδηγούν στην βεβαιότητα.  Άρα πέραν της καλής έρευνας, της σωστής τάξης και της καλής μνήμης χρειάζεσαι δυνατές λέξεις τις οποίες θα εκφέρεις με υπόκριση, δίνοντας έμφαση στα σωστά σημεία των επιχειρημάτων σου ώστε πέραν από εσένα και το δικαστήριο όχι μόνο να θυμάται τα επιχειρήματά σου, αλλά και να τα ακούσει ευχάριστα ( χωρίς να χάσει την προσοχή του δηλαδή ).

Εν κατακλείδι :

Η ρητορική εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα της ζωής έχει να κάνει με την ομιλία, ακόμα και αν η δραστηριότητα αυτή μας φαίνεται κατ' αρχήν πως δεν έχει κάποια σχέση με την ρητορική.

* Ο Ευάγγελος Κ. Νασίου είναι Δικηγόρος - Διαμεσολαβητής ( https://artofius.wordpress.com/)