Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΚΑΤΣΕΛΗ (ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Ν. 4346/2015)

Του Σωκράτη Βρυσόπουλου, δικηγόρου Πειραιά

Α. Γενικά περί της νομικής έννοιας της εμπορικής ιδιότητας

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, ορίζεται ότι πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

 Οι εμπορικές πράξεις, ανάλογα με τον λόγο που θεωρούνται ως εμπορικές, διακρίνονται σε πρωτότυπες εμπορικές πράξεις και σε παράγωγες εμπορικές πράξεις. Πρωτότυπες εμπορικές πράξεις είναι όσες πράξεις θεωρούνται ως εμπορικές επειδή περιλαμβάνονται στον νόμο, δηλαδή ο ίδιος ο νόμος αναφέρει ποιες πράξεις είναι εμπορικές σε κάθε περίπτωση, ασχέτως αν γίνονται από έμπορο ή όχι (αντικειμενικό σύστημα). Ουσιώδες και κοινό στοιχείο των πράξεων που προβλέπει ο νόμος ως πρωτότυπες εμπορικές είναι η διαμεσολάβηση με σκοπό το κέρδος. Οι πράξεις αυτές θα πρέπει να είναι γνωστές στον πολίτη, καθώς η τέλεσή τους σημαίνει τέλεση εμπορικών πράξεων, γεγονός που έχει διάφορες επιπτώσεις, τις οποίες επίσης θα αναφέρουμε στη συνέχεια.

Παράγωγες εμπορικές πράξεις είναι πράξεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον νόμο, αλλά παρόλα αυτά θεωρούνται ως εμπορικές είτε επειδή γίνονται από έμπορο για χάρη της εμπορίας του (παράγωγες εξ υποκειμένου εμπορικές πράξεις – υποκειμενικό σύστημα), είτε επειδή συνδέονται στενά με άλλη εμπορική πράξη (παράγωγες εξ αντικειμένου εμπορικές πράξεις).

Α.1. Πρωτότυπες εμπορικές πράξεις.

Η κύρια πηγή από την οποία προκύπτουν οι πρωτότυπες εμπορικές πράξεις είναι ο Εμπορικός Νόμος (Β.Δ. 1835 περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων). Σύμφωνα με τον εμπορικό νόμο, θεωρούνται πάντα ως εμπορικές οι παρακάτω πράξεις :

Α. Η αγορά προς μεταπώληση ή μίσθωση προϊόντων γης ή τέχνης.

Όταν ο νόμος αναφέρει «αγορά», εννοεί (με διασταλτική τελολογική ερμηνεία) την απόκτηση των αγαθών με οποιαδήποτε επαχθή σύμβαση. Δηλαδή ως «αγορά» δεν νοείται μόνο η απόκτηση κάποιου αγαθού με χρηματικό αντάλλαγμα,  αλλά οποιαδήποτε απόκτηση κάποιου αγαθού με οποιοδήποτε αντάλλαγμα, ακόμα και αν αυτό δεν είναι χρηματικό Π.χ. ακόμα και η ανταλλαγή θεωρείται ως «αγορά», καθώς με την ανταλλαγή τα μέρη αποκτούν κάποιο αγαθό παρέχοντας ως αντάλλαγμα άλλο αγαθό. Αντίθετα, η δωρεά ή η γονική παροχή δεν αποτελούν «αγορά» κατά την έννοια του νόμου, αφού για την απόκτηση του αγαθού δεν δίδεται κάποιο αντάλλαγμα, η απόκτηση γίνεται χαριστικά. Επίσης, για να θεωρείται ως εμπορική η δικαιοπραξία της «αγοράς» θα πρέπει κατά τον χρόνο αυτής να υπάρχει ο σκοπός της μεταγενέστερης μεταπώλησης ή μίσθωσής του αγαθού. Δεν απασχολεί αν, για κάποιον λόγο ο σκοπός αυτός άλλαξε μετά την «αγορά», κρίσιμο χρονικό σημείο για την ύπαρξη του σκοπού (επομένως και για τον χαρακτηρισμό της πράξης ως εμπορικής)  είναι ο χρόνος της «αγοράς».  Αν κατά τον χρόνο αυτής ο σκοπός ήταν η μεταπώληση (ή η εκμίσθωση) τότε η «αγορά» θεωρείται εμπορική πράξη, αν όχι τότε δεν αποτελεί εμπορική πράξη, ακόμα και αν στην συνέχεια άλλαξε ο αρχικώς σκοπός του αγοραστή. Π.χ. Έμπορος αυτοκινήτων αγοράζει ένα αυτοκίνητο για να το πουλήσει αργότερα. Διαπιστώνει όμως ότι το αυτοκίνητο είναι πολύ καλό και αποφασίζει να το κρατήσει για τον εαυτό του. Η αγορά του αυτοκινήτου είναι εμπορική πράξη γιατί κατά τον χρόνο αυτής υπήρχε ο σκοπός της μεταπώλησης. Αντίθετα, αν κάποιος αγοράσει ένα αυτοκίνητο για τον εαυτό του, αλλά στην συνέχεια αποφασίζει, επειδή π.χ. δεν του αρέσει, να το πουλήσει, η αγορά του αυτοκινήτου δεν αποτελεί εμπορική πράξη, γιατί κατά τον χρόνο αυτής δεν υπήρχε ο σκοπός της μεταπώλησης.

Τέλος, η εμπορική πράξη της «αγοράς προς μεταπώληση» πρέπει να αφορά σε προϊόντα γης ή τέχνης, δηλαδή ακατέργαστα προϊόντα (ξύλο, χόρτο, καρποί κ.ο.κ.- προϊόντα γης) ή προϊόντα κατεργασμένα (π.χ. αυτοκίνητο, ηλεκτρονικός υπολογιστής, ζωγραφικός πίνακας κλπ – προϊόντα τέχνης, προσοχή, όχι μόνο προϊόντα καλλιτεχνίας αλλά προϊόντα οποιασδήποτε τέχνης) δηλαδή σε κάθε περίπτωση κινητά πράγματα ( ή ακόμα και δικαιώματα με διασταλτική ερμηνεία του νόμου). Η αγορά προς μεταπώληση ακινήτων (δηλαδή διαμερισμάτων, σπιτιών, οικοπέδων, χωραφιών κλπ) δεν αποτελεί εμπορική πράξη, καθώς δεν ρυθμίζεται από τον εμπορικό νόμο.

Β. Η επιχείρηση χειροτεχνίας.  Δηλαδή η επεξεργασία, με αμοιβή, ξένης πρώτης ύλης (ραφείο, βαφείο, πλυντήριο, καθαριστήριο, συνεργείο αυτοκινήτων κ.ο.κ.). Ουσιαστικό στοιχείο της επιχείρησης χειροτεχνίας είναι η ύλη που υπόκειται σε επεξεργασία να μην ανήκει στον τεχνίτη, αλλά αυτός απλά να προσφέρει την υπηρεσία της επεξεργασίας της ύλης αυτής.

Γ. Η επιχείρηση παραγγελίας, δηλαδή η μίσθωση έργου στην οποία το οφειλόμενο έργο είναι η σύναψη σύμβασης με τρίτο στο όνομα του εργολάβου αλλά με έξοδα και ωφέλεια του εργοδότη, έναντι αμοιβής του εργολάβου. Δηλαδή, στην επιχείρηση παραγγελίας, ο παραγγελιοδόχος έχει σαν έργο, για το οποίο αμείβεται εφόσον το φέρει εις πέρας, να συνάπτει συμφωνίες για λογαριασμό άλλων, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα, τις γνώσεις, τις επαφές, τον χρόνο κλπ για να συνάψουν τις συμφωνίες αυτές. Ο παραγγελιοδόχος δεν συνάπτει τις συμφωνίες στο όνομα των εργοδοτών του (σε αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι απλώς πληρεξούσιός τους ή να εκτελεί επιχείρηση πρακτορείας, βλ. παρακάτω ), αλλά στο δικό του όνομα. Και η χρηματιστηριακή παραγγελία είναι παραγγελία με την έννοια του εμπορικού νόμου. Άλλες περιπτώσεις παραγγελίας μπορεί να είναι η παραγγελία αγοράς, η παραγγελία μεταφοράς, η παραγγελία δημοσίων θεαμάτων κ.α.

Δ. Η επιχείρηση μετακόμισης

Δηλαδή η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων με αμοιβή.

Τα πρόσωπα ή οι ιδιοκτήτες των πραγμάτων που μεταφέρονται δεν έχουν από μόνα τους της δυνατότητα (η δεν το επιθυμούν) της μεταφοράς γι’ αυτό και αναθέτουν αυτή στον μεταφορέα. Ο μεταφορέας των προσώπων ή των πραγμάτων δικαιούται αμοιβή για την μεταφορά και παράδοση αυτών στον προορισμό τους, η μεταφορά δεν αυτή είναι η «μετακόμιση» και θεωρείται ως εμπορική πράξη.

Ε. Η επιχείρηση προμήθειας. Δηλαδή η ανάληψη υποχρέωσης παροχής αντικειμένου που θα αποκτηθεί αργότερα. Αυτή η περίπτωση είναι η χρονικά αντίστροφη της αγοράς προς μεταπώληση. Ενώ στην αγορά προς μεταπώληση κάποιος αγοράζει κάτι για να το πουλήσει αργότερα, στην προμήθεια κάποιος «πουλάει» κάτι το οποίο θα αγοράσει αργότερα. Ο προμηθευτής λοιπόν αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλήσει κάτι το οποίο δεν έχει ακόμα στην κατοχή του. Αν τελικά δεν καταφέρει να το αποκτήσει, τότε θα είναι υπεύθυνος απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του.

Στ. Η επιχείρηση πρακτορείας.

Δηλαδή η διενέργεια υλικών πράξεων ή δικαιοπραξιών προς τρίτο στο όνομα του εντολέα - πρακτορευόμενου. Στην επιχείρηση πρακτορείας, ο πράκτορας μεσολαβεί και εκτελεί υποχρεώσεις του πρακτορευόμενου προς τρίτους ή συνάπτει συμβάσεις με τρίτους ως πληρεξούσιος του πρακτορευόμενου ή γενικά παρέχει υπηρεσίες προς τον εντολέα - πρακτορευόμενο. Η κύρια διαφορά με την επιχείρηση παραγγελίας είναι ότι ο πράκτορας ενεργεί στο όνομα του πρακτορευόμενου και όχι στο δικό του όνομα. Π.χ. είναι επιχείρηση πρακτορείας η είσπραξη από τον πράκτορα μιας απαίτησης του πρακτορευόμενου εις βάρος ενός τρίτου –οφειλέτη. Επίσης είναι επιχείρηση πρακτορείας και η σύναψη συμφωνίας ενός ταξιδιωτικού πράκτορα για λογαριασμό του πρακτορευόμενου – ταξιδιώτη με αεροπορικές εταιρείες, ξενοδοχεία κλπ.

Ζ. Η επιχείρηση πλειστηρίασης.

Δηλαδή η πώληση ξένων κινητών πραγμάτων με ιδιωτικό πλειστηριασμό έναντι αμοιβής. Για κάποιον ιδιώτη είναι εξαιρετικά δύσκολο να διενεργήσει έναν οργανωμένο πλειστηριασμό προκειμένου να πωλήσει κάποιο αντικείμενο. Προς τούτο υπάρχουν ειδικοί οίκοι πλειστηριασμών, οι οποίοι αναλαμβάνουν την πώληση αντικειμένων έναντι αμοιβής.

Η. Η επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων.

Δηλαδή η παροχή προς το κοινό δημόσιας ψυχαγωγίας από τρίτο (όχι δηλαδή από τον παραγωγό), έναντι αμοιβής. Στην επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων, αυτός που ασκεί την επιχείρηση προσφέρει στο κοινό το θέαμα, χωρίς να είναι ο ίδιος που το παράγει. Π.χ. Ένας κινηματογράφος δεν έχει δημιουργήσει τα έργα που προβάλλει. Αντίθετα αν το έργο το προσφέρει ο ίδιος ο παραγωγός του, π.χ. ένας ταχυδακτυλουργός σε ένα πάρτι, τότε δεν πρόκειται για επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων αλλά για παροχή ελεύθερων υπηρεσιών ή για μίσθωση έργου.

Θ. Οι κολλυβιστικές εργασίες.

Δηλαδή οι έναντι αμοιβής ανταλλαγές νομισμάτων. Π.χ. τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος ενεργούν κολλυβιστικές εργασίες και ως εκ τούτου θεωρείται ότι ενεργούν εμπορικές πράξεις.

Ι. Οι τραπεζικές εργασίες.

Δηλαδή η διαμεσολάβηση από τράπεζες στην παροχή οικονομικής πίστης. Κάθε φύλαξη χρημάτων με την νομική μορφή του έντοκου δανείου ή της αμειβόμενης παρακαταθήκης (νομική μορφή της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζα) αποτελεί τραπεζική εργασία και επομένως εμπορική πράξη.

Ια.  Οι μεσιτικές εργασίες.

 Δηλαδή η μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη σύμβασης έναντι αμοιβής. Οι μεσίτες ακινήτων θεωρείται ότι εκτελούν εμπορικές πράξεις όταν μεσολαβούν στην αγοραπωλησία ακινήτων. Αντίθετα, όταν οι ίδιοι αγοράζουν κάποιο ακίνητο σε τιμή ευκαιρίας με σκοπό να το μεταπωλήσουν, τούτο δεν θεωρείται ως εμπορική πράξη, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν υπάρχει ως εμπορική πράξη η αγορά προς μεταπώληση ακινήτων.

Ιβ. Οι συναλλαγματικές.

Οποιαδήποτε υποχρέωση αναλαμβάνεται λόγω υπογραφής (με οποιαδήποτε ιδιότητα) συναλλαγματικής, γραμματίου σε διαταγή, ή επιταγής, είναι εμπορική υποχρέωση - πράξη. Όπως θα αναφερθεί αργότερα, η υπογραφή σε κάποιο από τα παραπάνω αξιόγραφα γεννάει υποχρεώσεις, η ανάληψη δε υποχρεώσεων από τα αξιόγραφα αυτά αποτελεί εμπορική πράξη εκ του νόμου.

Ιγ. Η διατόπια αποστολή χρημάτων.

Δηλαδή η καταβολή χρηματικού ποσού σε τόπο διαφορετικό από αυτόν που βρίσκεται αυτός που έδωσε την εντολή.  Αντίθετα,  η μετακίνηση αυτούσιου χρήματος (π.χ. με τις χρηματαποστολές) αποτελεί μεταφορά – μετακόμιση.

Πέρα από τις παραπάνω περιπτώσεις πρωτοτύπων εμπορικών πράξεων που προβλέπονται από τον εμπορικό νόμο, υπάρχουν και άλλες πράξεις ή υποθέσεις που θεωρούνται ως πρωτότυπα εμπορικές από άλλα νομοθετήματα, όπως π.χ. οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (ν.3632/1928), οι αξιώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού (Ν. 146/14) ή μπορούν να δημιουργηθούν ακόμα και εθιμικές εμπορικές πράξεις.

Η παραπάνω ρύθμιση των πρωτοτύπων εμπορικών πράξεων από το ΒΔ 1835 είναι περιοριστική, δηλαδή τούτο σημαίνει ότι οι παραπάνω πράξεις δεν αναφέρονται σαν παραδείγματα– κύριες περιπτώσεις, αλλά μόνο αυτές αποτελούν εμπορικές πράξεις σύμφωνα με το νομοθέτημα αυτό. Αντίθετα στο θαλάσσιο εμπόριο το ΒΔ 1835 περιλαμβάνει ενδεικτική απαρίθμηση πρωτοτύπων εμπορικών πράξεων, γεγονός που σημαίνει ότι οι πράξεις που αναφέρονται είναι οι κύριες περιπτώσεις, χωρίς να αποκλείεται και η ύπαρξη άλλων πράξεων θαλασσίου εμπορίου, οι οποίες να θεωρούνται εμπορικές ακόμα και αν δεν αναφέρονται στον νόμο. Πρακτικά, στο θαλάσσιο εμπόριο, οποιαδήποτε πράξη περιέχει το στοιχείο της διαμεσολάβησης έναντι αμοιβής θεωρείται ως πρωτότυπα εμπορική.

Α.2. Παράγωγες εμπορικές πράξεις.

Οι παράγωγες εμπορικές πράξεις, σε αντίθεση με τις πρωτότυπες, δεν είναι από μόνες τους εμπορικές πράξεις, δεν θεωρούνται εξ αρχής εμπορικές πράξεις. Οι πράξεις γίνονται εμπορικές για τους παρακάτω λόγους.

Α. Παράγωγες εξ υποκειμένου εμπορικές πράξεις.

Σε αυτήν την περίπτωση, μια πράξη γίνεται εμπορική επειδή την πράττει έμπορος για χάρη της εμπορίας του. Έτσι λοιπόν, οποιαδήποτε πράξη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εμπορική, μόνο και μόνο επειδή την κάνει έμπορος, αρκεί να είναι για την εμπορία του. Π.χ. η απλή αγορά, που δεν έχει σκοπό την μεταπώληση, όταν δηλαδή κάποιος αγοράζει κάτι για τον εαυτό του, δεν είναι εμπορική πράξη κατ’ αρχήν. Αν κάποιος ιδιώτης αγοράσει έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, η αγορά αυτή δεν αποτελεί εμπορική πράξη, γιατί ο αγοραστής προφανώς δεν έχει σκοπό να μεταπωλήσει τον υπολογιστή που αγόρασε. Αν όμως τον υπολογιστή τον αγόρασε ένας έμπορος για να τον χρησιμοποιήσει στο κατάστημά του, προκειμένου να έχει μηχανογράφηση, πελατολόγιο κλπ, δηλαδή προκειμένου να εξυπηρετήσει την εμπορία του, τότε η αγορά αυτή «γίνεται» εμπορική πράξη, μόνο και μόνο επειδή την έκανε έμπορος για αυτόν τον λόγο. Αντίθετα, αν ο έμπορος αγοράσει τον υπολογιστή για να τον χρησιμοποιήσει για ιδιωτική του χρήση, π.χ. στο σπίτι του, τότε επειδή η αγορά δεν γίνεται για χάρη της εμπορίας του, δεν θεωρείται εμπορική πράξη. Τίθεται το ερώτημα, πως θα γνωρίζουμε κάθε φορά αν κάποια αγορά γίνεται για χάρη της εμπορίας του εμπόρου ή γίνεται για ιδιωτική χρήση; Ο νόμος, προς τούτο θέτει τεκμήριο εμπορικότητας των πράξεων του εμπόρου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πράξη που κάνει ένας έμπορος θεωρείται κατ’ αρχήν ότι η γίνεται για την εμπορία του, επομένως θεωρείται εμπορική. Αν δεν είναι για χάρη της εμπορίας του, όπως στο παράδειγμα που ο έμπορος αγοράζει τον υπολογιστή για ιδιωτική του χρήση, τότε ο έμπορος οφείλει ο ίδιος να αποδείξει το γεγονός αυτό. Αν το αποδείξει και μόνο τότε, η πράξη δεν θεωρείται εμπορική. Με το τεκμήριο της εμπορικότητας όλες οι πράξεις των εμπόρων θεωρούνται ως εμπορικές εκτός αν αποδειχθεί από όποιον έχει έννομο συμφέρον ότι εν τέλει η πράξη του εμπόρου δεν έγινε για χάρη της εμπορίας του αλλά για ιδιωτικούς σκοπούς. Η απόδειξη αυτή μπορεί να είναι πολύ δύσκολη ή και πολύ εύκολη και θα εξαρτάται κάθε φορά από την εμπορική πράξη και το είδος της εμπορίας του εμπόρου. Αν π.χ. κάποιος έμπορος γεωργικών μηχανημάτων αγοράσει έναν γεωργικό ελκυστήρα, θα είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί ότι τον αγόρασε για ιδιωτική χρήση και όχι για χάρη της εμπορίας του. Αντιθέτως, αν ο παραπάνω έμπορος αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια, τότε θα είναι σχεδόν αυταπόδεικτο ότι τα αγόρασε για ιδιωτική χρήση και όχι για χάρη της εμπορίας του, ανατρεπομένου του τεκμηρίου εμπορικότητας της συγκεκριμένης πράξης. Αντίθετα αν ο έμπορος είναι έμπορος παπουτσιών, θα ισχύει το αντίθετο. Είναι αυτονόητο ότι το τεκμήριο της εμπορικότητας ισχύει μόνο για τις πράξεις των εμπόρων και όχι για τις πράξεις των ιδιωτών – μη εμπόρων. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι στις εταιρείες οι οποίες εκ του νόμου χαρακτηρίζονται ως εμπορικές (Α.Ε., Ε.Π.Ε.) το τεκμήριο εμπορικότητας των πράξεών τους είναι αμάχητο, δηλαδή δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι μια πράξη εμπορικής εκ του νόμου εταιρείας δεν αφορά στην εμπορία της και επομένως δεν είναι εμπορική.

Β. Παράγωγες εξ αντικειμένου εμπορικές πράξεις.

Σε αυτήν την περίπτωση μια πράξη θεωρείται εμπορική επειδή εξαρτάται από κάποια άλλη εμπορική πράξη. Δηλαδή πράξεις που από μόνες τους δεν είναι εμπορικές, «γίνονται» εμπορικές επειδή έχουν στενή σύνδεση - εξάρτηση με άλλες εμπορικές πράξεις. Π.χ. ένας ιδιώτης, βρίσκει μια ευκαιρία να αγοράσει μια παρτίδα φθηνών επώνυμων ρούχων, τα οποία στη συνέχεια θα μπορέσει να μεταπωλήσει σε πολύ καλή τιμή και προκειμένου να βρει τα χρήματα για να τα αγοράσει και να μην χάσει την ευκαιρία, δανείζεται το ποσό που του χρειάζεται. Η πράξη του δανείου δεν είναι από μόνη της εμπορική πράξη, καθώς δεν προβλέπεται στις πρωτότυπες εμπορικές πράξεις. Επίσης η πράξη του δανείου σε αυτό το παράδειγμα γίνεται από ιδιώτη και όχι από έμπορο, οπότε δεν θεωρείται ως παράγωγη εξ υποκειμένου εμπορική πράξη. Όμως, ο ιδιώτης παίρνει το δάνειο προκειμένου να προβεί σε αγορά πραγμάτων τέχνης προς μεταπώληση. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η αγορά προς μεταπώληση είναι πρωτότυπη εμπορική πράξη.  Επομένως,  επειδή το δάνειο εξυπηρετεί την πράξη αυτή, δηλαδή την αγορά προς μεταπώληση και επειδή το δάνειο γίνεται για τον λόγο αυτό και μόνο, επειδή λοιπόν εξαρτάται από την εμπορική πράξη, θεωρείται σε αυτήν την περίπτωση και το δάνειο ως εμπορική πράξη (παράγωγη εξ αντικειμένου εμπορική πράξη). Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι παράγωγες εξ αντικειμένου εμπορικές πράξεις μπορούν να συναρτώνται τόσο με εμπορικές πράξεις εμπόρων όσο και με εμπορικές πράξεις ιδιωτών.

Κατά την ελληνική νομολογία, η νομική έννοια του εμπόρου απαιτεί την άσκηση των εμπορικών πράξεων κατά σύνηθες επάγγελμα, δηλαδή με σειρά ομοειδών πράξεων με σκοπό τον βιοπορισμό. Έχει κριθεί από τα ελληνικά δικαστήρια ότι, δεν θεωρείται έμπορος όποιος ασκεί μεν εμπορικές πράξεις, αλλά σε «μικρή κλίμακα (ΑΠ 625/1962 ΕΕμπΔ 1963 σελ. 178), σε «περιορισμένη έκταση» (ΜΠρΤρικ 15/2011 ΧρηΔικ2010, σελ. 389), με «διακεκομμένη δραστηριότητα και σε μακρά χρονικά διαστήματα» (ΕιρΣπαρτ280/1972 ΕλλΔνη 1973 σελ. 333) και δεν αποφέρουν αξιόλογο αποτέλεσμα (μικρέμπορος).

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν παίζει κανέναν ρόλο ο χαρακτηρισμός προσώπου ως εμπόρου από το γεγονός ότι είναι εγγεγραμμένος στον ΟΑΕΕ, σε κάποιο εμπορικό επιμελητήριο ή σύλλογο (ΑΠ 708/1986, ΑΠ947/1995, ΕφΘες 1865/1987).

Πρέπει να τονισθεί ότι, κάθε περίπτωση αξιολογείται ξεχωριστά, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και κριτήρια του κάθε οφειλέτη, το πεδίο δράσης του, τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της δραστηριότητας του, προκειμένου να του αποδοθεί η εμπορική ή μη ιδιότητα.

Σε κάθε περίπτωση, στις δίκες των αιτήσεων του Νόμου Κατσέλη (N.3869/2010, με τις τροποποίησεις του έως και τον Ν.4346/2015), λόγω του ανακριτικού συστήματος της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας με την οποία εκδικάζονται οι εν λόγω υποθέσεις, η εμπορική ή μη ιδιότητα ενός προσώπου αποδεικνύεται με κάθε μέσο, και με μάρτυρες (ΕφΑθ 7933/2006, ΕφΠειρ 408/2001, ΕφΘεσ 3409/1987, ΕφΘες 1951/1993, ΕφΑθ 9302/1991, ΕφΘες 2423/1994, βλ. επίσης Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, Βενιέρης, 3η έκδοση, σελ. 101).

Β. Ο Μικρέμπορος

 Μικρέμποροι μπορούν να χαρακτηρισθούν όσοι ασκούν δραστηριότητα  με σωματική καταπόνηση, χωρίς προσωπικό και επενδύσεις σε εξοπλισμό, εφόσον στηρίζεται η δραστηριότητά τους στην προσωπική σωματική τους εργασία. Δηλαδή ασκούν ένα βιοποριστικό επάγγελμα με τη καταβολή της προσωπικής τους εργασίας από την οποία κερδίζουν τα αναγκαία για τη ζωή  (ΕιρΘερμ 7/2000).  Δηλαδή μικρέμπορος είναι όποιος δεν διαθέτει μια οργανωμένη επιχείρηση (ενδεικτικά στοιχεία η έλλειψη καταστήματος, έλλειψη προσωπικού με εξαίρεση μέλη οικογένειας που υποβοηθούν ή ένα βοηθός ή μαθητευόμενος, η έλλειψη επενδυτικού κεφαλαίου ή μικρής έκτασης επενδυτικό κεφάλαιο, έλλειψη αποθηκευτικών χώρων,  η έλλειψη μηχανημάτων και λοιπών εξοπλισμών αξίας), έχει μικρό κύκλο εργασιών* και μικρής χρονικής διάρκειας δραστηριότητα. * Αναφορικά με τον μικρό κύκλο εργασιών, η νομολογία έχει κατά καιρούς  κρίνει διάφορα ποσά ετησίων τζίρων ότι αποτελούν μικρό κύκλο εργασιών, όπως λ.χ.: 35.000 ευρώ (ΕιρΠεριστ 16/2013), 17.000 ευρώ (ΕιρΧαλαν 18/2013), 75.000 ευρώ (ΕιρΚουφαλ 22/2014), 46.000 ευρώ (ΕιρΠατρ 16/2012), 20.000 ευρώ (ΕιρΠεριστ 27/2013)

Γ. Πρόσωπα που θεωρούνται ότι δεν ενεργούν εμπορικές πράξεις

Πέραν της κατηγορίας των μικρεμπόρων παραπάνω, δεν είναι έμποροι οι παρακάτω κατηγορίες επαγγελματιών:

1)Αγρότες (κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι, δασοκόμοι, γεωργοί, αλιείς) ακόμη και αν οι ίδιοι πωλούν τα προϊόντα τους

2) Ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι (π.χ. δικηγόροι, ιατροί, μηχανικοί, συμβολαιογράφοι, λογιστές, αρχιτέκτονες, δημοσιογράφοι)

3) Καλλιτέχνες (π.χ. ζωγράφοι, γραφίστες, κατασκευαστές κοσμημάτων, ηθοποιοί)

4) Μέτοχοι ΑΕ, εταίροι ΕΠΕ, διαχειριστής ΕΠΕ, μέλη Δ.Σ. ΑΕ, διοικητικά όργανα, με την προϋπόθεση ότι δεν διενεργούν στο όνομά τους και για λογαριασμό τους εμπορικές πράξεις

  Δ. Ο εγγυητής σε δάνεια εμπόρου

Γενικά ο εγγυητής δεν χαρακτηρίζεται ότι φέρει και ο ίδιος την εμπορική ιδιότητα  σε δάνεια που έχει λάβει έμπορος ή εμπορική επιχείρηση ως πρωτοφειλέτης, παρά μόνον εάν έδωσε τη παροχή εγγύησης προσδοκώντας ή λαμβάνοντας κάποιο έμμεσο ή άμεσο οικονομικό όφελος. Για παράδειγμα σε πολλές περιπτώσεις όπου εγγυήθηκε ένα δάνειο σε έμπορο, συγγενικό πρόσωπο αυτού (σύζυγος τέκνα, γονείς), δεν του προσδίδεται η ιδιότητα του εμπόρου, ακόμη και αν ως εγγυητής απέκτησε έμμεσο όφελος από την επαύξηση της συμμετοχής του στη κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, καθώς η παροχή εγγύησης δεν θεωρείται σε αυτές τις περιπτώσεις ότι γίνεται συστηματικά και κατά σύνηθες επάγγελμα (ΜΠρΘες 17753/2012, ΜΠρΘες 38/2014, ΕιρΜαραθ 176/2013, ΕιρΗρακλ 611/2011, ΕιρΧαν 393/2012, ΕφΘρακ 104/1992, ΕιρΑθ 182/2012). Σημαντικό κριτήριο συνεπώς για τον εγγυητή για να μην κριθεί ότι η παροχή της εγγύησής του της προσδίδει την εμπορική ιδιότητα σε δάνεια πρωτοφειλέτη εμπόρου, είναι να μην «βιοπορίζεται» συστηματικά και κατ΄ επάγγελμα με σκοπό την κερδοσκοπία από αυτήν την παροχή.