Η ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΩΣ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΡΑΓΔΑΙΑΣ ΑΥΞΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Δικηγόρου, MSc Business Law & Administration

Το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε συνδυασμό με τη γενικότερη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο (λχ. εφορία) και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει οδηγήσει μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας σε κατάσταση ασφυκτικής υπερχρέωσης. Μάλιστα, παρά την ύπαρξη πληθώρας νομικών εργαλείων για την ρύθμιση των πάσης φύσεως οφειλών (ιδίως Κώδικας Δεοντολογίας της ΤΕ, ν. 3869/2010, ν. 4307/2014, διαδικασία εξυγίανσης και διαδικασία αναδιοργάνωσης του ΠτΚ και σύντομα εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων), το μείζον κοινωνικό πρόβλημα της αφερεγγυότητας δεν έχει επιλυθεί αποτελεσματικά.

Ως γενική παρατήρηση, δέον ν’ αναφερθεί ότι η φυσική πορεία των ανθρώπων - ακόμα και των υπερχρεωμένων - είναι ο θάνατος, με αποτέλεσμα, μετά την επέλευσή του, να ενεργοποιούνται οι διατάξεις του κληρονομικού δικαίου. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 1710 ΑΚ, «κατά το θάνατο του προσώπου, η περιουσία του, ως σύνολο (κληρονομιά) περιέχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)». Ως περιουσία θεωρείται τόσο το ενεργητικό (λχ. ακίνητα, χρηματικές καταθέσεις κα), όσο και το παθητικό (λχ. χρέη προς πιστωτικά ιδρύματα, Δημόσιο κα), η οποία εν όλω περιέχεται στους εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος. Δεν προβλέπεται μερική αποδοχή ή μερική αποποίηση της κληρονομιάς, με την έννοια ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσανος δεν δύναται να αποδεχθούν μόνο το ενεργητικό και ν’ αποποιηθούν το παθητικό. Η ως άνω διαπίστωση ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846 και 1847 ΑΚ.

Λόγω της ανωτέρω ολιστικής επαγωγής της κληρονομιάς, παρατηρείται το τελευταίο χρονικό διάστημα ραγδαία αύξηση των αποποιήσεων, λόγω της συχνής ύπαρξης παθητικού στην κληρονομιά των αποβιώσαντων προσώπων. Για την αποποίηση κληρονομίας προβλέπεται προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών, που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Επομένως, ο κληρονόμος, σε περίπτωση που δεν θέλει να κληρονομήσει τα χρέη του κληρονομούμενου πρέπει να προβεί στην απαιτούμενη δήλωση αποποίησης, η οποία γίνεται στο δικαστήριο της κληρονομίας (Ειρηνοδικείο της τελευταίας κατοικίας του κληρονομούμενου - τεκμαίρεται ως τέτοια η αναφερόμενη στην ληξιαρχική πράξη θανάτου), είτε αυτοπροσωπως με συμπλήρωση σχετικής έκθεσης αποποίησης, είτε δια αντιπροσώπου (λχ. δικηγόρου), ο οποίος πάντως πρέπει να είναι εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα που έχει περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 1848 ΑΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1856 ΑΚ «αν ο κληρονόμος αποποιηθεί την κληρονομιά, η επαγωγή προς εκείνο που αποποιήθηκε θεωρείται ότι δεν έγινε».

Επομένως, η δήλωση αποποίησης μπορεί να γίνει από τον «υποψήφιο» κληρονόμο χωρίς να χρειάζεται να συμπράξει υποχρεωτικά δικηγόρος, πλην όμως για λόγους  πλήρους διασφάλισης και ορθής ενημέρωσης η συμβολή του δικηγόρου - τουλάχιστον συμβουλευτικά - κρίνεται σκόπιμη. Ναι μεν η αποποίηση κληρονομιάς είναι μία σχεδόν ανέξοδη διαδικασία, αλλά απαιτείται προσοχή σε ορισμένα σημεία της όπως στην διαδοχή των τάξεων, στην δήλωση αποποίησης από ανήλικο, όπου απαιτείται άδεια από το δικαστήριο, στην ύπαρξη κληρονομικού δικαιώματος και σε αυτόν που έχει συλληφθεί πλην ομως δεν έχει ακόμα γεννηθεί κλπ.

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.