Η ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΦΥΛΗΣ ΒΙΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΕΝΟΠΛΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ & ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΟΥΣ, ΩΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΤΖΕΝΤΑΣ ΤΩΝ ΗΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ,ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ & ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Της Στέλλας Κουργιαντάκη, Υπολοχαγού του Νομικού Σώματος των Ενόπων Δυνάμεων και νομικής συμβούλου στο Γραφείο Ισότητας των Φύλων του ΥΠΕΘΑ

Η βία κατά των γυναικών σε όλες τις μορφές της, συνιστά τον σκληρό πυρήνα των έμφυλων ανισοτήτων και ένα αναπαραγωγικό μοτίβο των σχέσεων εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Πρόκειται για ένα φαινόμενο παγκόσμιας εμβέλειας,  ιδιαίτερα περίπλοκο, και πολυδιάστατο το οποίο συνιστά μέχρι και σήμερα μία από τις μεγαλύτερες και πιο κατάφορες μορφές παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τι έιναι όμως η «έμφυλη βία» (gender-based violence-gbs) κατά των γυναικών, ποια η σύνδεση της με θέματα ισότητας των φύλων αλλά και γιατί οι εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού εντείνονται ιδιαιτέρα τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το πέρας των ενόπλων συγκρούσεων;

 Για να κατανοήσουμε τι είναι η έμφυλη βία αλλά και να απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα οφείλουμε πρώτα να εξετάσουμε στοιχεία σχετικά με τον ορισμό της. Σύμφωνα με τη Διακήρυξη του ΟΗΕ για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών του 1994, ως έμφυλη βία νοείται οποιαδήποτε ενέργεια βίας εξαιτίας του φύλου, η οποία καταλήγει, ή είναι πιθανόν να καταλήξει, σε πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχολογικής βλάβης ή πόνου στις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων των απειλών για τέτοιες ενέργειες, του εξαναγκασμού, ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας των γυναικών, είτε τα φαινόμενα αυτά λαμβάνουν χώρα στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό βίο. Πρόκειται για έναν ορισμό για την διαμόρφωση του οποίου χρειάστηκαν αρκετά χρόνια, αρκετή προσπάθεια και αργά βήματα μέσα από μια διόλου ρόδινη ατραπό προς τη δημιουργία του.

Η πηγή της δυσκολίας αυτής μπορεί να εντοπιστεί στις ίδιες τις ρίζες της εμφυλης βίας που συνδέονται άρρηκτα με τις φυλετικές ανισότητες και διακρίσεις. Για το λόγο αυτό οι εκδηλώσεις αυτού του είδους της βίας ποικίλουν, επηρεάζονται και διαφοροποιούνται ανάλογα με το κοινωνικό-οικονομικό, το πολιτισμικό και το πολιτικό υπόβαθρο μιας κοινωνίας και το μέτρο στο οποίο αυτή είναι ανεκτική απέναντι σε τέτοιου είδους ανισότητες και διακρίσεις. Η έμφυλη βία συγκαταλέγεται στις πιο κατάφορες μορφές παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και συμπεριλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται σε, μορφές σωματικής, σεξουαλικής και ψυχολογικής βίας (α) που προκύπτουν εντός της οικογένειας συμπεριλαμβανομένης της προγεννετικής επιλογής που βασίζεται στο φύλο του εμβρίου-εκτός των περιπτώσεων που απαιτείται ιατρικά και τη συστηματική παραμέληση των κοριτσιών-νεογνών, του εξαναγκασμένου ή πρόωρου γάμου, της  βία που διαπράττεται από συζύγους, όπως οι επιθέσεις με οξύ, τις  δολοφονίες «τιμής», τις βίαιες και εξαναγκασμένες αυτοκτονίες, ξυλοδαρμούς, σεξουαλική εκμετάλλευση που υφίστανται τα κορίτσια μέσα στο σπίτι, συμπεριλαμβανομένης της αιμομιξίας, τους βιασμούς από άτομα του κλειστού ή ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος, τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων και άλλες παραδοσιακές πρακτικές επιβλαβείς για τις γυναίκες (β) που εμφανίζονται μέσα στην κοινωνία ή τον στενό κοινωνικό περίγυρο (συμπεριλαμβάνουν βιασμούς, σεξουαλική εκμετάλλευση, σεξουαλική κακοποίηση, προσβολές κατά του ήθους ή υποβάθμιση  στην εργασία, ή στην εκπαίδευση) (γ) διακίνηση γυναικών με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση και άλλες μορφές εκμετάλλευσης -σωματεμπορία και εξαναγκασμένη πορνεία, (δ) σύγχρονες μορφές δουλείας,  όπως σεξουαλική δουλεία, (ε) γυναικοκτονία (femicide) , (στ) βία κατά των γυναικών σε περιόδους ενόπλων συγκρούσεων εσωτερικού ή διεθνούς χαρακτήρα και μετασυγκρουσιακές περιόδους κ.α. Η τελευταία αυτή περίπτωση της έμφυλης βίας κατά τις ένοπλες συγκρούσεις και στο μετά τις συγκρούσεις δημιουργούμενο καθεστώς θα μας απασχολήσει σε αυτό το άρθρο.

Όσο και αν με βάση τα σημερινά δεδομένα μία τέτοια παρατήρηση μπορεί να ξαφνιάζει, οι συζητήσεις γύρω από την εμφυλη βία και οι προσπάθειες ένταξής της στις πιο σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι σχετικά πρόσφατες, καθώς η ασφάλεια των γυναικών και η προστασία της ζωής, της αξιοπρέπειας, της γενετήσιας ελευθερίας τους  σε μία κοινωνία που αναγνωρίζει ή έστω αποδέχεται σιωπηρά τον κατώτερο κοινωνικοπολιτικό ρόλο και προορισμό τους, σαφώς και δεν συγκαταλέγονταν στην προστασία των θεμελιωδών, «εκ των ων ουκ ανευ» ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Πιο συγκεκριμένα μέχρι και τα τέλη της δεκαετία του 1980 το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν συμπεριελάμβανε στου κόλπους προστασίας του τα θύματα της έμφυλης βίας καθώς θεωρούταν ένα θέμα προσωπικό, εσωτερικών δομικών αιτιών και πολλές φορές το πολιτισμικό ή και θρησκευτικό του υπόβαθρο, άφηνε τη διεθνή κοινότητα στωικά παθητική. Ακόμα και η Σύμβαση των ΗΕ για την Εξάλειψη όλων των μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών (UN Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination against Women- CEDAW) που υιοθετήθηκε το 1979, η μεγαλύτερη σύμβαση για τα δικαιώματα των γυναικών δεν περιέχει συγκεκριμένη διάταξη για την βία κατά των γυναικών. Αυτό το κενό συμπληρώθηκε μόλις το 1992, όταν η Επιτροπή της Σύμβασης, αρμόδια για την εποπτεία της εφαρμογής της, υιοθέτησε την Γενική Σύσταση No. 19  (General Recommendation No. 19- GR 19) σχετικά με τη βία κατά των γυναικών. Η έμφυλη βία ορίζεται εδώ ως η βία, η οποία στρέφεται εναντίον μίας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα, ή που πλήττει τις γυναίκες δυσανάλογα. Με αυτόν τον τρόπο υπογραμμίζεται ότι η εμφυλη βία δεν είναι κάτι που πλήττει τις γυναίκες τυχαία, αλλά πολύ περισσότερο ένα γεγονός, το οποίο βασίζεται στο κοινωνικά προσδιορισμένο φύλο τους (gender), σε αυτήν την ίδια τη φύση τους ως γυναίκες. Σε αυτό το κείμενο λοιπόν, η Επιτροπή τονίζει για πρώτη φορά ότι η έμφυλη βία κατά των γυναικών αποτελεί μορφή διάκρισης, η οποία ουσιωδώς εμποδίζει την δυνατότητα των γυναικών  να απολαύσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες σε ισότιμη βάση με τους άντρες και ως τέτοια καλύπτεται από το πλέγμα προστατευτικών διατάξεων της CEDAW. Αυτά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες περιλαμβάνουν : το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα να μην υπόκεινται σε βασανισμό ή σκληρή απάνθρωπη ή απαξιωτική συμπεριφορά ή τιμωρία, το δικαίωμα σε ίση προστασία σύμφωνα με τους κανόνες του ανθρωπιστικού δικαίου εν καιρώ διεθνών ή εσωτερικών ένοπλων συγκρούσεων, το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, το δικαίωμα ίσης προστασίας υπό του νόμου (ισονομία),  το δικαίωμα ισότητας μέσα στην οικογένεια, το δικαίωμα να απολαμβάνουν υψηλές υπηρεσίας φυσικής και πνευματικής υγείας, το δικαίωμα σε δίκαιες και ευνοϊκές συνθήκες εργασίας.

Τα τελευταία χρόνια η διεθνής κοινότητα έχει στρέψει ιδιαιτέρως την προσοχή της στο θέμα της προστασίας διασφάλισης των δικαιωμάτων των  γυναικών σε περιόδους ενόπλων συγκρούσεων αλλά και μετά το πέρας αυτών, συνειδητοποιώντας και αναγνωρίζοντας τον ιδιαίτερο και δυσανάλογο κίνδυνο που διατρέχουν γυναίκες και κορίτσια σε περιόδους κρίσεων. Το γεγονός αυτό δικαιολογείται τόσο από την ίδια την παραδοσιακή φύση του πολέμου και ενισχύεται από νέα στοιχεία που προσδιορίζουν το σύγχρονο χαρακτήρα του. Πλέον ο «πόλεμος μεταξύ ανθρώπων» (war amongst the people)  γίνεται ο κανόνας. Με αυτά τα δεδομένα, οι ένοπλες συγκρούσεις επηρεάζουν τους άντρες, τις γυναίκες, τα κορίτσια και τα αγόρια με διαφορετικό τρόπο καθώς οι διεξαγωγή των ένοπλων επιχειρήσεων δεν λαμβάνει χώρα σε απομακρυσμένα θέατρα επιχειρήσεων αλλά μέσα στις ίδιες τις πόλεις, σε περιοχές με διαφορετικούς πολιτισμούς και ρόλους των φύλων, κυρίως όπου υπάρχουν υψηλά επίπεδα σεξουαλικής βίας ή άλλες μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης.  Ενώ κατά τον Β’ ΠΠ οι στρατιώτες αποτελούσαν περίπου το 95% των θυμάτων πολέμου, στις πιο πρόσφατες ένοπλες συγκρούσεις αυτή η αναλογία αντιστράφηκε, ώστε πλέον ο άμαχος πληθυσμός, κυρίως γυναίκες και παιδιά, αποτελεί την μεγάλη πλειοψηφία των θυμάτων, των εκτοπισμένων, εξόριστων, θυμάτων επιθέσεων και βασανισμού, δολοφονιών ή και εξαφάνισης. Εξετάζοντας θέματα φύλου σε αυτό το πλαίσιο το Peace Reasearch Institute του Oslo διαπίστωσε ότι ενώ περισσότεροι άντρες απ’ ότι γυναίκες πεθαίνουν κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων ενώ, περισσότερες γυναίκες απ’ ότι άντρες πεθαίνουν στις μεταπολεμικές καταστάσεις.

Ακόμα, παραδοσιακά ο πόλεμος θεωρείται μια εγγενώς πατριαρχική δραστηριότητα και η έμφυλη βία είναι μία από τις πιο ακραίες εκφράσεις του πατριαρχικού δόγματος που κινείται προς την αρσενική κυριαρχία πάνω στην γυναίκα. Αυτή η πατριαρχική ιδεολογία ενισχύεται περεταίρω από τον επιθετικό χαρακτήρα του ίδιου του πολέμου, δηλαδή την υπεροχή ενός κράτους έναντι ενός άλλου. Στο πλαίσιο αυτό, η εμφυλη βία γίνεται αποδεκτή σαν παράπλευρη, «παραδοσιακή» και συνεπώς αμετάβλητη συνέπια του πολέμου. Το κλίμα φόβου, η έξαρση της βίας, οι ένοπλες συγκρούσεις αυτές καθαυτές, η πολιτική αστάθεια, η διαταραχή των κοινωνικής νόρμας και των κοινωνικών ρόλων των φύλων, η συχνή συμμετοχή γυναικών και κοριτσιών στις συγκρούσεις κυρίως σε παραστρατιωτικές οργανώσεις, εντείνουν τα φαινόμενα έμφυλης βίας κατά την περίοδο των ενόπλων συγκρίσεων. Συχνά ακόμα η έμφυλη βία χρησιμοποιείται σαν μέθοδος αντιποίνων και αποτελεί έμμεση επίθεση, πλήττοντας το ηθικό των αντίπαλων στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες έχουν το χρέος να προστατέψουν τον άμαχο πληθυσμό από τις επιθέσεις. Όλα τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα η βία εναντίον των γυναικών να θεωρείται μία εσωτερική όψη της στρατιωτικοποίησης, ένα «εργαλείο πολέμου» και οι σχετικές πράξεις να  θεωρούνται τυχαία περιστατικά αναταραχών και βίας που προκαλούνταν από μεμονωμένα πρόσωπα εναντίον μεμονωμένων προσώπων και όχι εγκλήματα πολέμου.

Ακόμα και μετά το περάς των συγκρούσεων το κλίμα της βίας παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα καθώς η εμπειρία των ένοπλων συγκρούσεων, οδηγεί συχνά σε αύξηση των επιπέδων κοινωνικής ανεκτικότητας και αποδοχής φαινομένων βίας, τα οποία σε συνδυασμό με  τη μαζική απελευθέρωση των όπλων, τα φαινόμενα αναγκαστικού εκτοπισμού λόγω απώλειας εστιών ή εκτοπισμού από τις εχθρικές δυνάμεις, αυξάνουν τα επίπεδα έμφυλης βίας ακόμα και έξω από το πεδίο των συγκρούσεων. Αυτό συνεπάγεται ότι όσο πιο βίαια είναι μια κοινωνία, όσο μεγαλύτερη είναι η προδιάθεσή της προς την βία εν καιρό ειρήνης, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες υπάρχουν να επιδεινωθεί  η κατάσταση αυτή κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τις ένοπλες συγκρούσεις. Τα αυξημένα επίπεδα ατιμωρησίας κατά τη διάρκεια των ενόπλων συγκρούσεων είναι ένας ακόμα παράγοντας που συντελεί στην εκκόλαψη του φαινομένου.

Άλλοι παράγοντες επίσης μπορεί να καθιστούν τα θύματα πιο ευάλωτα σαν αποτέλεσμα των πολυκατευθυνόμενων διακρίσεων που δέχονται , οι οποίες σχετίζονται τόσο με το φύλο τους όσο και με το ότι ανήκουν σε συγκεκριμένη ομάδα μειοψηφίας ή φυλής, σχετικά με την θρησκεία ή τη γλώσσα τους , το καθεστώς τους ως ιθαγενών γυναικών , ή το καθεστώς του μετανάστη, πρόσφυγα ή εκτοπισμένου, την ηλικία τους κ.α.

Οι μορφές με τις οποίες εντοπίζεται η εμφυλη βία σε περιόδους συγκρούσεων και μετασυγκρουσιακές καταστάσεις συμπεριλαμβάνουν ενδεικτικά βιασμό, σεξουαλική κακοποίηση δουλεία, εξαναγκασμένη εγκυμοσύνη/αποβολές, απαγωγές/σωματεμπορία, καταναγκαστικό γυμνό,  και μεταδόσεις νόσων, με τον βιασμό και την σεξουαλική κακοποίηση να είναι μεταξύ των πιο κοινών. Συχνά μάλιστα οι τακτικές αυτές είναι μέρος μιας στρατηγικής πολέμου, με απώτερο σκοπό που την αποσταθεροποίηση του αστικού πληθυσμού και την βεβήλωση της τιμής και του ηθικού της αντίπαλης δύναμης. Συνηθισμένα είναι επίσης τα φαινόμενα απαγωγής και δουλείας μετά από επιδρομές στρατιωτικών ή παραστρατιωτικών ομάδων στα αστικά πεδία συγκρούσεων με σκοπό τα θύματα, στην πλειοψηφία τους γυναίκες και κορίτσια, να μεταφερθούν σε αντίπαλα στρατόπεδα προς παροχή υπηρεσιών σεξουαλικής αλλά και οικιακής  φύσης. Τέτοιες ενέργειες πολλές φορές καλύπτονται κοινωνικά με τον μανδύα του «γάμου» παρά τους διεθνείς ορισμούς σύμφωνα με τους οποίους τέτοιοι γάμοι πρέπει να θεωρούνται ως εγκλήματα υποδούλωσης για αυτό και συχνά οι συγκεκριμένες γυναίκες-σύζυγοι αναφέρονται με τον όρο “bush wives”. Επίσης γυναίκες και κορίτσια μπορεί να  ανταλλάσσονται μεταξύ των στρατιωτικών μονάδων, να διακινούνται στα διεθνή σύνορα για να πωληθούν η να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια συμμαχική στρατιωτική μονάδα. Αυτές οι πρακτικές απαγωγών και διακίνησης λαμβάνουν χώρα όχι μόνο στα πεδία των συγκρούσεων αλλά σε περιορισμένο βαθμό, σε στρατόπεδα προσφύγων ή και ειρηνευτικών αποστολών υπονομεύοντας έτσι τις προσπάθειες οικοδόμησης της ειρήνης.

Οι επιπτώσεις της έμφυλης βίας μέσω των μορφών που μπορεί να λάβει κατά τη διάρκεια των ενόπλων συγκρούσεων και μετά το πέρας αυτών, είναι πολυάριθμες και σοβαρότατες και  επηρεάζουν τόσο το άτομο που υφίσταται την κακοποίηση όσο και την κοινωνία. Οι σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες και τα τραύματα που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρότατες μολύνσεις στον οργανισμό του θύματος, μέχρι και θάνατο είναι κάποιες από αυτές. Συχνά μάλιστα η μετάδοση ασθενειών γίνεται σκόπιμα, κυρίως από άνδρες που γνωρίζουν ότι είναι φορείς ασθενειών, κυρίως HIV/AIDS, οι οποίοι ενθαρρύνονται να βιάσουν ντόπιες γυναίκες σε περιοχές που θεωρούνται αντίπαλα στρατόπεδα, εξυπηρετώντας μια προσπάθεια εξόντωσης του ντόπιου πληθυσμού. Σοβαροί τραυματισμοί, ακρωτηριασμοί, σωματικές βλάβες, όπως βλάβες στα γεννητικά όργανα, αμβλώσεις λόγω ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης που προέκυψε από βιασμό αλλά και αποβολές εγκύων κατά τα στιγμή της επίθεσης γυναικών είναι μερικές ακόμα από τις επιπτώσεις της έμφυλης βίας στο άτομο. Οι επιπτώσεις αυτές δεν εξαντλούνται στο επίπεδο της σωματικής υγείας του ατόμου αλλά επεκτείνονται σε αυτό της ψυχικής.  Οι ψυχικές επιπτώσεις της έμφυλης βίας περιλαμβάνουν την πρόκληση κατάθλιψης, άγχους, την διαταραχή του μετατραυματικού στρές , το σοκ, την απώλεια μνήμης κ.α. Το σύνδρομο του τραύματος του βιασμού είναι ένα σύνδρομο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις συναισθηματικές αντιδράσεις στην σεξουαλική επίθεση της απώλειας ελέγχου, θυμού, ενοχής και φοβιών. Επίσης, η εκδήλωση αυτοκτονικών τάσεων από τα θύματα και οι διατροφικές διαταραχές συγκαταλέγονται στις συνήθεις επιπτώσεις.  Ο φόβος που βιώνουν μερικές γυναίκες ως προς την επανάληψη του φαινομένου μπορεί να οδηγήσει σε τάσεις κοινωνικού απομονωτισμού καθώς συχνά αποσύρονται από της κανονικές καθημερινές τους δραστηριότητες. Ανάλογα με την κοινωνική «ωριμότητα» ενός πληθυσμού και την ανοχή της τοπικής κοινωνίας σε φαινόμενα έμφυλης βίας, τα θύματα μπορεί επιπλέον να βιώσουν κοινωνικό ρατσισμό ή και αποκλεισμό.

Ποια είναι λοιπόν, σήμερα η στάση της διεθνούς κοινωνίας απέναντι σε όλα αυτά;

Η Διακήρυξη των ΗΕ για την Εξάλειψη της βίας εναντίον των γυναικών, του 1994 αναγνωρίζει πλέον ότι οι γυναίκες στο πεδίο συγκρούσεων αποτελούν μια ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα και ενσωματώνει την εμφυλη βία στον ορισμό της βίας εναντίον των γυναικών του άρθρου 2 αυτής. Η πλατφόρμα Δράσης του Πεκινο το 1995 (1995 Beijing Platform of Action) συμπεριέλαβε τις γυναίκες και τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των δώδεκα περιοχών δράσης του και συγκεκριμενοποίησε μορφές σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών που αποτελούν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών  σε καταστάσεις ένοπλης σύγκρουσης, όπως η δολοφονία, ο συστηματικός βιασμός, η σεξουαλική δουλεία και η εξαναγκασμένη εγκυμοσύνη.

Επεκτείνοντας περεταίρω τα διεθνή πρότυπα που έχουν διαμορφωθεί από τις διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις, άλλα διεθνή όργανα έχουν προσπαθήσει να διασφαλίσουν περισσότερο την προστασία των γυναικών μέσω της διεύρυνσης όρων, όπως ο βιασμός , ώστε να συμπεριλάβουν περισσότερες σχετικές συμπεριφορές, όπως ο βιασμός με ξένο αντικείμενο, που ήταν εκτός των παραδοσιακών ορισμών.  Ακολουθώντας τις κατευθύνσεις των διεθνών οργανισμών αρκετά διεθνή δικαστήρια, μεταξύ των οποίων το Διεθνές  Ποινικό Δικαστήριο για τα Εγκλήματα στην Πρώην Γιουγκοσλαβία (International Criminal Tribunal for the Former Yugoslavia- ICTY), το  Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα (International Criminal Tribunal for Rwanda- ICTR), το  Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρα Λεόνε (Special Court for Sierra Leone- SCSL), το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (International Criminal Court- ICC) και τα Έκτακτα Δικαστικά Επιμελητήρια στην Καμπότζη (The Extraordinary Court Chambers in Cambodia- ECCC), ξεκίνησαν να επαναδιαπραγματεύονται τους παραδοσιακούς ορισμούς και την μεταχείριση φαινομένων έμφυλης βίας. Μάλιστα στα καταστατικά τους κείμενα το ICTY και το  ICTR επιφύλαξαν εαυτόν την αρμοδιότητα να εκδικάζουν εγκλήματα έμφυλης βίας. Σε ότι αφορά τους βιασμούς διευρυμένης κλίμακας που διαπράττονται σε περιόδους ενόπλων συγκρούσεων το ICC προχώρησε σε διεύρυνση της έννοιας του βιασμού και συγκεκριμένα έκρινε ότι  ο βιασμός συνιστά α) γενοκτονία όταν « διαπράττεται με πρόσθεση να καταστρέψει εν όλω ή εν μέρει, μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα», β) έγκλημα κατά της ανθρωπότητας όταν «διαπράττεται ως μέρος ευρείας ή συστηματικής επίθεσης που στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε άμαχου πληθυσμού, με γνώση της επίθεσης» και γ) έγκλημα πολέμου «όταν διαπράττεται ως μέρος σχεδίου ή πολιτικής ή ως μέρος μια μεγάλης κλίμακας ανάλογων πράξεων».

Αργότερα, το Συμβούλιο Ασφαλείας (ΣΑ) των ΗΕ έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την εξύψωση των δικαιωμάτων των γυναικών και των διεθνών συνθηκών που τις αφορούν, από την κοινωνικοοικονομική Ατζέντα (social economic agenda) στην Ατζέντα για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια (International peace and security agenda). Τον Οκτώβριο του 2000 το ΣΑ των ΗΕ προχώρησε στην ομόφωνη έγκριση του  Ψηφίσματος 1325/2000  για τις Γυναίκες, την Ειρήνη και την Ασφάλεια εισάγοντας μια ιστορική αλλαγή στην κρατούσα αντίληψη περί παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας. Πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο της Ατζέντας των ΗΕ για τις Γυναίκες, την Ειρήνης και την Ασφάλεια (Women Peace and Security Agenda) την οποία συναπαρτίζουν, μεταξύ άλλων 7 ακόμη μεταγενέστερα θεμελιώδη Ψηφίσματα του ΣΑ 1820/2008, 1888/2009 ,1889/2009 ,1960/2010 ,2106/2013 ,2122/2013 και 2422/2015, υπογραμμίζοντας την αφοσίωση της διεθνούς κοινότητας στην τήρηση και εφαρμογή της Ατζέντας. Το πρώτο θεμελιώδες Ψήφισμα 1325/2000 αναγνώρισε τη δυσανάλογη επίπτωση που έχουν οι ένοπλες διεθνείς και εσωτερικές συγκρούσεις στις γυναίκες και τα παιδιά υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους εφαρμογής του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το πέρας των ενόπλων συγκρούσεων. Μέσω της Ατζέντας για τις Γυναίκες την Ειρήνη και την Ασφάλεια τα ΣΑ καλεί τα κράτη μέλη των ΗΕ  να αναλάβουν δράση για την εξασφάλιση της πλήρους και ίσης συμμετοχής των γυναικών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα ιεραρχίας, από την πρόληψη των συγκρούσεων έως την μεταπολεμική ανακατασκευή των εμπόλεμων ζωνών και τις επιχειρήσεις οικοδόμησης και διατήρησης της ειρήνης (peace building/ peacekeeping operations) για την ενίσχυση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Καλεί επίσης τα κράτη να λάβουν μέτρα για την πρόληψη της έμφυλης και σεξουαλικής βίας και για την βελτίωση των συστημάτων και μηχανισμών λογοδοσίας και απόδοσης ευθυνών, ώστε να εξαλειφτούν τα φαινόμενα ατιμωρησίας για πράξεις έμφυλης σεξουαλικής βίας που αναπτύσσονται σε περιόδους συγκρούσεων και μετά από αυτές.

Σίγουρα ο δρόμος που έχει διανυθεί μέχρι στιγμής στην προσπάθεια εξάλειψης της εμφυλης βίας  κατά των γυναικών και των κοριτσιών κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων και μετά το πέρα αυτών είναι σημαντικός αλλά χρειάζεται ακόμα πολύ προσπάθεια. Η κατάρτιση θεσμικών καταστατικών κειμένων, στρατηγικών σχεδίων δράσης και πολιτικών που καταδικάζουν τα φαινόμενα εμφυλης βίας, η διεθνής δραστηριοποίηση των κρατών και η αφύπνιση της κοινωνικής συνείδησης είναι δεόντως ενθαρρυντικά αλλά δεν αρκούν. Η έμφυλη βία όπως έγινε αντιληπτό αποτελεί ένα φαινόμενο πολύπλοκο, πολυδιάστατο και πολυκατευθυνόμενο. Λόγω της φύσης του λοιπόν πιθανές μέθοδοι  αντιμετώπισης πρέπει να  βασίζονται σε μία ολιστική προσέγγιση σε επίπεδο πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών. Η σύνδεση του φαινομένου άλλωστε με θέματα ισότητας των φύλων και καταπολέμησης των φυλετικών διακρίσεων σε βάρος των γυναικών είναι σαφής, ξεκάθαρη και αρκούντως διαφωτιστική ως προς τα αίτια ανάπτυξης αλλά και τις μεθόδους καταπολέμησης του φαινομένου. Στο πλαίσιο αυτό, η επίτευξη της ισότητας των φύλων μπορεί να αποτελέσει τόσο τον στόχο (the right thing to do) όσο και το μέσον (doing things right) για την εξασφάλιση  μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από φαινόμενα έμφυλης βίας τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και εν καιρώ ενόπλων συγκρούσεων.

Μια ολιστική προσέγγιση του φαινομένου συνεπάγεται λήψη μέτρων σε διεθνές, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο για την ενδυνάμωση του ρόλου των γυναικών σε όλα τα επίπεδα και τομείς της καθημερινότητας. Η ισότητα των φύλων πρέπει να διαπνέει και να διαχέει κάθετα θέματα νομοθεσίας, εκπαίδευσης, διοίκησης, λήψης αποφάσεων, εκπροσώπησης, συμμετοχής σε εκλογικές διαδικασίες, στρατολόγησης, υγειονομικής περίθαλψης , δικαιοσύνης, προστασίας της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, διασφάλισης των εργασιακών δικαιωμάτων κ.α. Απαιτείται  όχι μόνο «καταστατικοποίηση» του φαινομένου σε μακροσκελή κείμενα-ευχολόγια, αλλά χρειάζεται πρωτίστως πολιτική βούληση, ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας και ανάληψη δράσεων προώθησης, εδραίωσης και διασφάλισης των δικαιωμάτων των γυναικών όχι μόνο σε περίοδο συγκρούσεων, αλλά πρωτίστως σε περίοδο ειρήνης, όπου η κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να ανθίσουν και μπορούν να στηρίξουν όποιες προσπάθειες αλλαγής νοοτροπίας της κοινωνίας και των μελών της.

Αν και η επαναδιαπραγμάτευση των παραδοσιακών, εγγενών  και σύμφυτων στην ανδρική φύση προνομίων  και των κοινωνικών δομών εξουσίας στην διακυβέρνηση, την εκπαίδευση και την εργασία-  που έχουν διαμορφωθεί εδώ και αιώνες κοινωνικής προόδου και έχουν εδραιωθεί γερά στη συλλογική κοινωνική ιστορική μνήμη, δεν αποτελεί εύκολο εγχείρημα.

Παρόλα αυτά, αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή είναι αδύνατη ή δεν μας αφορά εξίσου όλους σε οποιοδήποτε μήκος και πλάτος του πλανήτη ζούμε.  Κάθε αλλαγή, όσο μικρή, περιορισμένη γεωγραφικά ή τομεακά και αν είναι αποτελεί κέρδος και μας φέρνει ένα βήμα εγγύτερα στο στόχο’  την εξάλειψη των φαινομένων έμφυλης βίας, μέσω της δημιουργίας μιας κοινωνικής πραγματικότητας χωρίς φυλετικές διακρίσεις, μιας κοινωνίας δίκαιης αναπτυσσόμενης και  ασφαλούς, ενός κόσμου βιώσιμου και ειρηνικού’ ενός κόσμου καλύτερου για όλους μας.