Οι κυριότερες αλλαγές που επιφέρει ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας

Οι κυριότερες αλλαγές που εισάγονται με το ψηφισθέν νομοσχέδιο στο βιβλίο πρώτο του ΚΠολΔ («Γενικές Διατάξεις») είναι οι ακόλουθες:

  • Προστίθενται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου οι διαφο­ρές μεταξύ των ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της ορο­φοκτησίας και οι διαφορές μεταξύ των διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ’ ορό­φους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων που αφορούν κοινό­χρηστες δαπάνες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ (άρθρο πρώτο παρ. 3 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 14 παρ. 1 ΚΠολΔ).
  • Καταργούνται οι ρυθμίσεις του ΚΠολΔ περί δικολάβων (άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 16 ΚΠολΔ) ·
  • Καταργείται η δυνατότητα άσκησης κύριας παρέμβασης σε στάδια του δεύτερου βαθμού (άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρ­θρο 79 παρ. 1 ΚΠολΔ) ·
  • Καταργείται η υποχρέωση παράστασης με πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τηνκατάρτιση έγγραφης συμφωνίας επί συναινετικού διαζυγίου (άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ) ·
  • Καταργείται η δυνατότητα δικαστικής παράστασης διαδίκου χωρίς πλη­ρεξούσιο δικηγόρο στα ασφαλιστικά μέτρα συλλήβδην, και διατηρείται μό­νον εφόσον εκτιμάται ότι είναι αναγκαία «για να αποτραπεί επικείμενος κίν­δυνος (άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 94 παρ. 2 ΚΠολΔ) ·
  • Καθίσταται υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων στο Ειρηνοδικείο, εξαι­ρουμένων των υποθέσεων μικροδιαφορών, όπου διατηρείται ως δυνητική (άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) ·
  • Καθίσταται υποχρεωτική η αναγραφή επί κάθε δικογράφου που υποβάλ­λεται σε δικαστήριο ή επιδίδεται σε διάδικο, του Αριθμού Φορολογικού Μη­τρώου (ΑΦΜ) του υποβάλλοντος ή επιδίδοντος διαδίκου (άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 118 ΚΠολΔ) · [σ.σ. η διάταξη γεννά ζητήματα προσβολής του φορολογικού απορρήτου καθώς και προσωπικών δεδομένων, που έχουν πρόδηλο συνταγματικό αντίκρισμα]
  • Παρατείνεται κατ’ αρχήν έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης η ι­διότητα του δικαστικού πληρεξουσίου ως αντικλήτου για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος (άρθρο πρώτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ).

β. Οι κυριότερες αλλαγές που εισάγονται με το νομοσχέδιο στο βιβλίο δεύτερο του ΚΠολΔ («Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια») είναι οι ακόλουθες:

  • Καταργείται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της απόπειρας συμβιβασμού των διαδίκων εκ μέρους του ειρηνοδίκη πριν από κάθε συζήτηση (άρθρο δεύτερο παρ. 1 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – προτεινόμενο να καταργη­θεί άρθρο 208 ΚΠολΔ) · [σ.σ. η ενθάρρυνση της εξωδικαστικής και συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών θα έπρεπε να αποτελεί δικονομικό πρόταγμα προκειμένου να επιτυγχάνεται ο στόχος της επιτάχυνσης]
  • Η διαδικασία της πολιτικής δίκης διεξάγεται, κατ’ αρχήν, δι’ εγγράφων, και λαμβάνει χώρα βάσει συγκεκριμένων προθεσμιών (άρθρο δεύτερο παρ. 1 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ) · [σ.σ. η πρόταξη των ενόρκων βεβαιώσεων έναντι της εξέτασης και αντεξέτασης μαρτύρων προδήλως υπονομεύει την επιδίωξη της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας]
  • Λαμβάνονται υπ’ όψιν – σωρευτικώς με τα αποδεικτικά μέσα που πλη­ρούν τους όρους του νόμου – και εκείνα που δεν τους πληρούν, υπό την επι­φύλαξη των άρθρων 393 και 394 (άρθρο δεύτερο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ) ·
  • Αυξάνεται σε 30.000 ευρώ το όριο του μη επιτρεπτού της εμμαρτύρου α­πόδειξης (άρθρο δεύτερο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ) ·
  • Παρέχεται η δυνατότητα να εξετασθούν ως μάρτυρες και πρόσωπα που έχουν συμφέρον από τη δίκη (άρθρο δεύτερο παρ. 2 του άρθρου 1 του νο­μοσχεδίου – άρθρο 400 ΚΠολΔ) ·
  • Τροποποιείται το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο δεύτερο παρ. 3 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρα 421-424 ΚΠολΔ).

γ. Οι κυριότερες αλλαγές που εισάγονται με το νομοσχέδιο στο βιβλίο τρίτο του ΚΠολΔ («Ένδικα μέσα και ανακοπές») είναι οι ακόλου­θες:

  • Καταργείται η δυνατότητα προφορικής άσκησης ενδίκων μέσων κατά α­ποφάσεων ειρηνοδικείων (άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρ­θρο 498 παρ. 2 ΚΠολΔ) ·
  • Συντέμνεται η προθεσμία κλήτευσης διαδίκου πριν από τη συζήτηση εν­δίκου μέσου, καθώς και άσκησης έφεσης ή αναίρεσης (άρθρο τρίτο του άρ­θρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρα 518 παρ. 2, 564 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, αντι­στοίχως) ·
  • Τροποποιούνται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προβολής οψιγενών πραγματικών ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρο τρίτο του άρ­θρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 527 ΚΠολΔ) ·
  • Προστίθενται δύο λόγοι αναίρεσης απόφασης ειρηνοδικείου (άρθρο τρί­το του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 560 ΚΠολΔ) ·
  • Καταργείται η υποχρέωση του εισηγητή υπόθεσης αρεοπαγίτη να συ­ντάσσει και να καταθέτει στη γραμματεία του δικαστηρίου συνοπτική έκθεση επί της υπόθεσης, επανέρχεται δε η δυνατότητα ομόφωνης αποδοχής, από τριμελές συμβούλιο, προφορικής, ενώπιόν του, πρότασης του εισηγητή να απορριφθεί αναίρεση απαράδεκτη ή αβάσιμη (άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νομοσχεδίου -άρθρο 571 ΚΠολΔ).

δ. Οι κυριότερες αλλαγές που εισάγονται με το νομοσχέδιο στο βιβλίο τέταρτο του ΚΠολΔ («Ειδικές διαδικασίες») είναι οι ακόλουθες:

  • Η έκδοση διαταγής πληρωμής προϋποθέτει ιδιωτικού δικαίου διαφορά (άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 623 ΚΠολΔ) · [σ.σ. Προφανώς ενόψει και του νέου ν. 4329/2015, «Έκδοση διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητική σύμβαση που έχει συναφθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α΄53) με τον οποίο προστίθεται, μετά το άρθρο 272 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας [Ν. 2717/1999 (Α’ 97)], τρίτο τμήμα με τίτλο «Έκδοση Διαταγής Πληρωμής» για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητικές συμβάσεις, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής].
  • Παρέχεται η δυνατότητα για έκδοση διαταγής πληρωμής για πρόσωπα ά­γνωστης διαμονής που έχουν νομίμως διορισμένο αντίκλητο (άρθρο τέταρ­το του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 624 παρ. 2 ΚΠολΔ) ·
  • Ορίζεται ότι η αναστολή της εκτελεστότητας διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή ή με διαμονή ή έδρα στο ε­ξωτερικό όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής συμφώνως προς το άρθρο 632 ΚΠολΔ, δεν αποκλείει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων συμφώνως προς το άρθρο 724 ΚΠολΔ (άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του νο­μοσχεδίου – άρθρο 631 ΚΠολΔ) ·
  • Παρέχεται η δικονομική δυνατότητα σώρευσης της ανακοπής κατά δια­ταγής πληρωμής στο ίδιο δικόγραφο με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 632 παρ. 6 ΚΠολΔ) · [σ.σ. Κατά παγία νομολογία από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 218 παρ. 1 και 585 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή (άρθρο 933 του Κ.Πολ.Δ.), εάν οι δύο ως άνω ανακοπές υπάγονται στο ίδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο, δικάζονται με το ίδιο είδος διαδικασίας και η σύγχρονη εκδίκαση τους δεν επιφέρει σύγχυση (ΑΠ 337/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 547/2008 ΕλλΔνη 2008/842, ΕφΑΘ 2809/2007 ΕΦΑΔ 2008/715, ΕφΠατ 50/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4711/2002 ΕλλΔνη 2003/528, αντίθετη ΕφΠειρ 285/1998 ΕλλΔνη 39,894]
  • Ορίζεται ότι, αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δι­καστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή (άρ­θρο τέταρτο του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 632 παρ. 7 ΚΠολΔ).

ε. Οι κυριότερες αλλαγές που εισάγονται με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο στο βιβλίο πέμπτο του ΚΠολΔ («Ασφαλιστικά μέτρα») είναι οι ακόλουθες:

  • Το δικαίωμα για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του οποίου δύνανται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα, μπορεί να αφορά και μέλλουσες απαιτήσεις (άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 682 ΚΠολΔ) ·
  • Η προηγούμενη άδεια του υπουργού Δικαιοσύνης αφορά μόνο την εκτέ­λεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων κατά αλλοδαπού δημοσίου (άρ­θρο πέμπτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 689 ΚΠολΔ) ·
  • Η άσκηση αγωγής για την κύρια υπόθεση καθώς και η προθεσμία άσκησής της ανήκει στην κρίση του δικαστηρίου που εκδικάζει την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 693 ΚΠολΔ) ·
  • Το δικαστήριο της κύριας δίκης έχει την ευχέρεια να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει την απόφαση επί της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 697 ΚΠολΔ) ·
  • Ορίζεται ότι ο δανειστής μπορεί, βάσει οριστικής δικαστικής απόφασης, να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και επιβολή συντηρητικής κα­τάσχεσης (άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 724 ΚΠολΔ) ·
  • Οι διατάξεις της συντηρητικής κατάσχεσης εφαρμόζονται και στη δικα­στική μεσεγγύηση (άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 727 ΚΠολΔ) ·
  • Για την ικανοποίηση της αξίωσης προς απόδοση των προσωρινώς κατα­βληθέντων μπορεί να επιτραπεί και η κατάσχεση ακατάσχετων απαιτήσεων, στο μέτρο που αφορούν απαιτήσεις διατροφής συζύγου (άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 730 ΚΠολΔ).

στ. Η κυριότερη αλλαγή που προτείνεται με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο στο βιβλίο έκτο του ΚΠολΔ («Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας») είναι η α­κόλουθη:

  • Ο καθορισμός γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικεί­ου (άρθρο έκτο παρ. 2 του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρο 740 παρ. 1).

ζ. Η κυριότερη αλλαγή που προτείνεται με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο στο βιβλίο έβδομο του ΚΠολΔ («Διαιτησία») είναι η ακόλουθη:

  • Η θέσπιση γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου ως προς τον ορισμό διαιτητών και τα συναφή ζητήματα (άρθρο έβδομο του άρθρου 1 του νομοσχεδίου – άρθρα 878 επ.).

η. Το βιβλίο όγδοο του ΚΠολΔ («Αναγκαστική εκτέλεση») τροποποιείται προς τον σκοπό, ιδίως, του περιορισμού αφενός του αριθμού των ένδικων βοηθημάτων που μπορούν να ασκηθούν κατά τη διενέργεια των πράξεων της διαδικασίας εκτέλεσης, αφετέρου του χρόνου που απαιτείται για να ο­λοκληρωθεί η υλοποίηση των εκτελεστών τίτλων, διά της σύντμησης, κυ­ρίως, των σχετικών προθεσμιών (λ.χ., τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του άρ­θρου 995 ΚΠολΔ).

Οι κυριότερες αλλαγές που προτείνονται εν προκειμένω είναι οι ακόλου­θες:

  • Ενώ το ισχύον σύστημα προβλέπει πλήθος ανακοπών και αναστολών, προτείνεται, εφεξής, τα παράπονα που αφορούν σε πλημμέλειες της διαδι­κασίας εκτέλεσης να ασκούνται αποκλειστικώς σε δύο διακριτά χρονικά ση­μεία, ένα πριν από τον πλειστηριασμό και ένα μετά τη διενέργεια του πλει­στηριασμού. Έτσι, με τα εισαγόμενα άρθρα 933, 934 και 937 ΚΠολΔ ορίζε­ται, μεταξύ άλλων, ότι όλες οι ανακοπές που αφορούν ενδεχόμενες πλημ­μέλειες από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσί­ευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, πρέπει να ασκούνται μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία της κατά­σχεσης. Μέσα στην ίδια προθεσμία προβάλλονται και οι αντιρρήσεις που α­φορούν την απαίτηση. Όταν επισπεύδεται κατάσχεση στα χέρια τρίτου, στην οποία επίσης ακολουθείται η προδικασία της σύνταξης και επίδοσης ε­πιταγής προς εκτέλεση, το ανωτέρω χρονικό πλαίσιο επεκτείνεται μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ’ ου. Για όλες τις ενδε­χόμενες πλημμέλειες που αφορούν την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες, αφότου η πράξη αυτή ε­νεργηθεί, ενώ αν πρόκειται περί εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστη­ριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. Στην ίδια προθεσμία των τριάντα ημερών ασκείται, σε περίπτω­ση άμεσης εκτέλεσης, και η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση.
  • Προβλέπεται ρητώς ότι η άσκηση ένδικων μέσων δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν, μετά από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο, που μπορεί να υποβληθεί και αυτοτελώς, το δικαστήριο του ένδικου μέσου διατάξει την αναστολή εκτέλεσης, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγ­γύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προ­ξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμη­ση του ένδικου αυτού μέσου. Στην περίπτωση αυτή, προβλέπεται η δυνατό­τητα άσκησης αίτησης αναστολής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκ­κρεμεί η ανακοπή.
  • Επανακαθορίζεται η σειρά κατάταξης των δανειστών στον πίνακα των γενικών προνομίων (άρθρο 975) και ορίζεται ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από τον φόρο προστιθέμενης αξίας και τους λοιπούς παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους με τις κάθε φύσεως προσαυξήσεις, τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμής καταβολής που τις επιβαρύνουν, κατατάσσονται, ε­φεξής, στην τρίτη σειρά, αντί για τη δεύτερη σειρά του άρθρου 975 του ΚΠολΔ, και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 (ειδι­κά προνόμια), όπως προβλέπεται σήμερα, συμφώνως προς το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ.
  • Με την εν λόγω διάταξη περιορίζεται επίσης το προνόμιο των δικηγόρων στον πίνακα κατάταξης μόνο στις αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης όταν αυτοί (δικηγόροι) αμείβονται με πάγια περιοδική αμοιβή, θέτοντας έτσι εκποδών (σε αντίθεση με την ισχύουσα διάταξη «κατά υπόθεση») το σύνολο των αμοιβών που προέρχονται από την λοιπή δικηγορική ύλη της πλειοψηφίας των δικηγόρων που δεν παρέχουν έμμισθες υπηρεσίες.
  • Καταργείται η ρύθμιση κατά την οποία η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, συμφώνως προς το άρθρο 977 (συρροή γενικών και ειδικών προνομίων), διενεργείται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τρίτης τάξης του άρθρου 975 [σ.σ. άρθρο 31 εδ. τελ. ν. 1545/1985], στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοι­νωνικών Ασφαλίσεων, και προβλέπεται ότι στη διαίρεση του πλειστηριάσμα­τος, κατά το νέο άρθρο 977, ποσοστό 10% διατίθεται για την ικανοποίηση μη προνομιούχων απαιτήσεων, με μείωση, αντιστοίχως, των ποσοστών των ει­δικών προνομίων σε 65% (από 66,6%) και των γενικών προνομίων σε 25% (από 33,33%), στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν μη προνομιούχες απαι­τήσεις, η διαίρεση του πλειστηριάσματος μεταξύ γενικών και ειδικών προνο­μίων εξακολουθεί να έχει ως σήμερα (1/3 και 2/3 αντιστοίχως).
  • Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορικήτου αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχε­σης, αντί για αυτή που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του ακι­νήτου με αντικειμενικά κριτήρια, συμφώνως προς τον ν. 1249/1982, όπως ι­σχύει.
  • Με την διάταξη του άρθρου 1009 ΚΠολΔ προβλέπεται, ότι αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την καταγγελία. [σ.σ. Η διάταξη θέτει σε δυσμενή θέση τον καλόπιστο μισθωτή – επαγγελματία, ο οποίος πέρα από την απώλεια του μισθίου θα υποστεί επιπρόσθετη οικονομική ζημία στην περίπτωση που έχει προβεί, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, σε επενδύσεις στο μίσθιο που πλειστηριάσθηκε]

Πηγή : greeklaw.wordpress.com

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;

2 comments

  1. αλεξης Απάντηση

    Ενδιαφερον , βρηκα και κατι που αξιζειτον κοπο .
    Συνεχιστε τα καλα ποστ να εχουμε να διαβαζουμεκαι κατι.