Η νομική φύση των «Μνημονίων» και η μεταφορά τους στην ελληνική έννομη τάξη

*της Ντένιας Μπιρμπίλη, Δικηγόρου Αθηνών, ΜΔΕ Εξειδικευμένου Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ, Bordeaux (Montesquieu IV)

Δεδομένων των έκτακτων συνθηκών, κάτω από τις οποίες υπογράφησαν τα κείμενα των «Μνημονίων», εγέρθησαν ορισμένα ζητήματα συνταγματικότητας αυτών, στηριζόμενα κυρίως σε αμφιλεγόμενες θεωρίες γύρω από τη νομική τους φύση, καθώς και ως προς τη μεταφορά τους στην εθνική έννομη τάξη, γεννώντας ταυτόχρονα το ζήτημα της ενδεχόμενης προσβολής της εθνικής μας κυριαρχίας.

 

Η πολυδιάστατη προσέγγιση θεωρίας και νομολογίας ως προς τη νομική φύση των «Μνημονίων»

 Ως γνωστόν, τα «Μνημόνια» υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο συντονισμένης αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης χρέους, μέσω της συνολικής δράσης της ελληνικής Κυβέρνησης με την ΕΕ, το ΔΝΤ, και την ΕΚΤ[1]. Το ζήτημα προσδιορισμού της νομικής φύσης των «Μνημονίων»[2] υπήρξε ιδιαίτερα κρίσιμο για την ελληνική συνταγματική τάξη, ήτοι αν συνιστούσε αυτό, ως νομικό κείμενο, διεθνή συμφωνία ή απλώς νόμο του κράτους[3], προκειμένου να διακριβωθεί στη συνέχεια, εάν συνέτρεχε θέμα τυπικής αντισυνταγματικότητας αυτού[4].

Το νομοσχέδιο του πρώτου ελληνικού Μνημονίου κατατέθηκε στο Κοινοβούλιο με τη διαδικασία του κατεπείγοντος[5] τον Μάιο του 2010 και υπερψηφίσθηκε την ίδια μέρα. Με τον τρόπο αυτό τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 3845/2010 (ΦΕΚ Α΄ 65/6.5.2010). Ωστόσο, την ακριβώς επόμενη ημέρα συζητήθηκε νέο νομοσχέδιο με τίτλο «Επανακαθορισμός των επιδομάτων των εορτών-αδείας συνταξιούχων Δημοσίου[6]» που περιείχε τροποποιητική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. 2 του Ν. 3845/2010. Η τροποποίηση αυτή αφορούσε στην υποχρέωση κύρωσης από τη Βουλή των συμφωνιών, που κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου υπογράφει ο Υπουργός Οικονομικών. Δεδομένου αυτού, βγήκαν στο προσκήνιο διάφορες απόψεις σχετικά με τη νομική φύση του συγκεκριμένου «Μνημονίου», και κατ’ επέκταση των υπολοίπων, τόσο σε θεωρητικό (Α), όσο και σε νομολογιακό (Β) επίπεδο.

Η προσέγγιση της θεωρίας ως προς τη νομική φύση των «Μνημονίων»

Αρχικά, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι το επίμαχο νομοσχέδιο συνιστά διεθνή συμφωνία ανάμεσα στη Κυβέρνηση, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, κατά την οποία παραχωρούνται συνταγματικές αρμοδιότητες σε διεθνή όργανα που υπερβαίνουν τις εκχωρηθείσες αρμοδιότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τη Συνθήκη του Μαάστριχτ. Με άλλα λόγια, θεωρήθηκε ότι εκχωρούνται επιπλέον αρμοδιότητες, αλλά και κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, σε όργανα διεθνούς δικαίου ακόμη και εκτός ΕΕ, όπως είναι εκείνο το ΔΝΤ, ενώ ταυτόχρονα ότι θα έπρεπε να υπαχθεί στο πεδίο του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος[7].

Κατά την άποψη αυτή, το «Μνημόνιο» αποτελεί διεθνή συμφωνία, δηλαδή δικαιοπραξία για τη ρύθμιση σχέσεων στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας. Για την Ελλάδα, η συμφωνία αυτή συνιστά ένα πλαίσιο προσδιορισμού ex ante της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής της χώρας σε μακροπρόθεσμη βάση, άρα εξ αντιδιαστολής, κι από τη στιγμή που περιέχει διατάξεις νόμων που ορίζουν με ακρίβεια συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα[8], δεν μπορεί να συναχθεί ότι συνιστά απλώς νόμο-πλαίσιο.

Επιπλέον, όσον αφορά στο περιεχόμενο του «Μνημονίου», καταφαίνεται η βούληση του νομοθέτη να παραχωρήσει τμήμα ουσιαστικών κυβερνητικών εξουσιών που ρυθμίζονται από το Σύνταγμα, σε τρίτο διεθνές όργανο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παραχώρηση της αρμοδιότητας ως προς τη λήψη αποφάσεων που καθορίζουν την οικονομική, δημοσιονομική και κοινωνική πολιτική της χώρας, βάσει των άρθρων 82 επ. του Συντάγματος, με το Παράρτημα ΙΙΙ αριθμός 7 του Ν. 3845/2010[9]. Εκτός των άλλων, υπογραμμίζεται στην παρ. 13 του Παραρτήματος ΙΙΙ του Ν. 3845/2010 και η υποχρέωση εποπτείας της Ελλάδας από αυτά[10], με την ταυτόχρονη παραχώρηση του δικαιώματος ελέγχου και συλλογής στοιχείων από τα αρμόδια όργανα, της κατάρτισης εκθέσεων αποφασιστικής σημασίας για δημοσιονομικά και οικονομικά ζητήματα, αλλά και με την ταυτόχρονη αξιολόγηση της σχετικής πορείας της χώρας, καθώς και με την πρόταση μέτρων συμμόρφωσης προς την κατεύθυνση εφαρμογής του συμφωνηθέντος προγράμματος.

Σύμφωνα με την ως άνω άποψη, οι εν λόγω υποχρεώσεις ισοδυναμούν με παραχώρηση συντεταγμένων αρμοδιοτήτων του ελληνικού κράτους στα υπόλοιπα μέρη. Από αυτό συνάγεται επίσης, ότι η εν λόγω συμφωνία αποτελεί κατά το άρθρο 28 παρ. 1 αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, χωρίς να αποκτά όμως ισχύ ίση ή ανώτερη του Συντάγματος[11]. Συνεπώς, απαραίτητη καθίσταται η κύρωση του «Μνημονίου», όπως προβλέπει το άρθρο 28 παρ. 2[12], ενώ ταυτόχρονα η έλλειψη της τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας ψήφισης από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, θέτει θέμα τυπικής αντισυνταγματικότητας και καθιστά τον εκάστοτε  «μνημονιακό νόμο» ανυπόστατο[13].

Στο σημείο αυτό, σημαντική υπήρξε και μία ενδιάμεση άποψη, κατά την οποία υποστηρίχθηκε ότι το «Μνημόνιο» δεν πληροί τα κριτήρια μας διεθνούς συμφωνίας, αλλά για την κύρωσή του απαραίτητη είναι η εφαρμογή του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος. Η θέση αυτή θεμελιώνεται με το επιχείρημα ότι με τη σύναψη του «Μνημονίου» δεν υφίσταται ευθεία και ρητή παραχώρηση εκτελεστικών εξουσιών σε διεθνείς οργανισμούς, ωστόσο, η ελληνική κυριαρχία υφίσταται σε ορισμένους de facto περιορισμούς. Μάλιστα, τα κείμενα που περιέχονται στο «Μνημόνιο» αποτελούν ουσιαστικά «προπαρασκευαστικά έγγραφα» για τη σύναψη της διεθνούς σύμβασης δανειακής διευκόλυνσης της χώρας, ενώ το ίδιο το κείμενο δεν περιέχει κανόνες δικαίου, αλλά ούτε τα συμβαλλόμενα υποκείμενα στοχεύουν στο να προσδώσουν διεθνή νομική δεσμευτικότητα στις διατάξεις που περιέχει.

Μολαταύτα, η άποψη αυτή δε μπορεί να θεμελιωθεί, αφού δεν είναι δυνατό ένα προπαρασκευαστικό κείμενο διεθνούς συνθήκης να επιφέρει από μόνο του de facto σημαντικούς περιορισμούς στην εκτελεστική εξουσία. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε η ανατροπή της de facto κατάστασης θα εναπόκειτο αποκλειστικά και μόνο στη βούληση του εκάστοτε συμβαλλόμενου μέρους, χωρίς να παράγονται έννομες συνέπειες σε βάρος του, εφόσον δεν υπάρχουν έννομες δεσμεύσεις βάσει του «Μνημονίου». Από το ίδιο το περιεχόμενο του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος δεν μπορεί να συναχθεί ότι είναι επιτρεπτή η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του προπαρασκευαστικών κειμένων διεθνών συνθηκών, ενώ το περιεχόμενο του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναφέρεται στις διεθνείς συνθήκες, που χρειάζονται κύρωση από τη Βουλή, πράγμα το οποίο δε μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τρόπο αυθαίρετο, παρά μόνο επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου[14].

Στον αντίποδα της προηγούμενης άποψης, βρίσκεται εκείνη που πρεσβεύει ότι το «Μνημόνιο» δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου εντάσσονται οι συμβάσεις που δεν προβλέπουν την παραχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών, άρα οι διατάξεις του «Μνημονίου» δεν έχουν νομική ισχύ υπέρτερη των τυπικών νόμων και το περιεχόμενό τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να τροποποιηθεί. Άλλωστε, το κάθε «Μνημόνιο», αν και έχει το χαρακτήρα του τυπικού νόμου, δεν περιλαμβάνει κανόνες δικαίου, ούτε συνιστά διεθνή σύμβαση δεσμευτική για τα μέρη, αφού η όποια αθέτηση αυτού δεν συνεπάγεται προσβολή του διεθνούς δικαίου no breach of international law»)[15].

Πιο ορθό είναι να θεωρηθεί αυτό κείμενο πολιτικής με προγραμματικό χαρακτήρα[16], ήτοι  πολιτικής και προγραμματικής δεσμευτικότητας[17]. Μάλιστα, η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στην παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3845/2010 το οποίο χαρακτηρίζει το περιεχόμενό του ως «σχέδιο προγράμματος»[18], το οποίο μάλιστα προαναγγέλλει την εξειδίκευσή του με κανόνες δικαίου. Άλλο ένα επιχείρημα προς υποστήριξη της άποψης αυτής αποτελεί η Εισηγητική Έκθεση της Ε. Σάρπ ενώπιον της Ολομέλειας του ΣτΕ, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι με το «Μνημόνιο» «δεν αναλαμβάνονται αμοιβαίες δεσμεύσεις των μερών που συνέπραξαν στην κατάρτιση αυτού» [19].

Ακόμη, το γεγονός ότι στον Ν. 3845/2010 δεν συμπεριλαμβάνονται οι δύο πρώτες σελίδες του «αυθεντικού κειμένου» που σύναψε η ελληνική Κυβέρνηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο οποίο αναφέρεται ότι συνάπτεται μεταξύ αυτών «Μνημόνιο Συνεννόησης», εκδηλώνει τη πεποίθηση του νομοθέτη να δηλώσει ότι το «Μνημόνιο» αποτελεί μεν προϊόν συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών αρχών και των οργάνων της ΕΕ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, όμως, η τελική απόφαση για την υιοθέτηση και εφαρμογή των προβλεπόμενων σε αυτό μέτρων ανήκει στην ελληνική Κυβέρνηση[20]. Άρα, με τον τρόπο αυτό, η ελληνική Κυβέρνηση διατηρεί την κατ’ άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσία της για τη χάραξη της γενικής πολιτικής της χώρας.

Οι διατάξεις του «Μνημονίου», συνεπώς, συνιστούν ένα είδος «ατελών» ρυθμίσεων (leges imperfectae), η εφαρμογή των οποίων εξαρτάται από τη βούληση του Έλληνα νομοθέτη. Ειδικότερα, οι διατάξεις αυτές μπορούν να αποκτήσουν κανονιστικό περιεχόμενο μόνο μέσω νόμων ή κανονιστικών πράξεων που θα θεσπίσουν τα αρμόδια κρατικά όργανα και τα οποία θα εξειδικεύσουν τις γενικές ρυθμίσεις του «Μνημονίου». Ένα ακόμη ερώτημα που γεννάται σχετικά με τη νομική φύση του Μνημονίου είναι εάν αυτό συνιστά μία «άτυπη επιβολή» της Ευρωζώνης σε κράτος-μέλος. Εκ πρώτης άποψης αυτό δεν μπορεί να συναχθεί από το τυπικό περιεχόμενό του, αλλά ούτε και από τις έως τώρα γνωστές διεργασίες που οδήγησαν στη σύναψή του[21].

Συμπληρωματικά, υπάρχει κι η άποψη που βρίσκει έρεισμα στην γενικότερη πολιτική του ΔΝΤ να μη θεωρεί ότι το «Μνημόνιο» είναι δεσμευτικό κείμενο, αλλά στην καλύτερη περίπτωση κείμενο «soft law». Εκ του αποτελέσματος, και δεδομένου ότι έστω και ένα μέρος εκ των συμβαλλομένων δεν θεωρεί τη συμφωνία αυτή δεσμευτική, τότε αυτή κατά κανόνα δε συνιστά διεθνή συνθήκη. Με βάση αυτό, η ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε καν υποχρέωση να εισαγάγει για κύρωση στη Βουλή το κείμενο του «Μνημονίου», εφόσον αυτό έχει μόνο προγραμματικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, από την πρακτική του ΔΝΤ φαίνεται να έχει υιοθετηθεί, από πλευράς του, μια ιδιάζουσα νομική τεχνική στις επιχειρησιακές του σχέσεις με τα άλλα κράτη, όπου δεν θεωρούνται διεθνείς συμβάσεις οι συμφωνίες που επιχειρεί με υποκείμενα διεθνούς δικαίου, δημιουργώντας ένα «πλάσμα δικαίου» (fiction), όπου το νομικό στοιχείο παραμερίζεται τυπικά και προτάσσεται η ουσιαστική ανάγκη του κράτους για χρηματοδότηση[22].

Τέλος, έχει υποστηριχτεί η άποψη ότι το «Μνημόνιο» εμπίπτει στις «συμφωνίες απλοποιημένης μορφής». Στην κατηγορία αυτή ανήκουν διεθνείς συνθήκες που συνάπτονται χωρίς να απαιτείται η επικύρωσή τους από τον αρχηγό του κράτους, ούτε και η συγκατάθεση του κοινοβουλίου. Αντίθετα, αρκεί η υπογραφή κάποιου υπουργού ή άλλου εξουσιοδοτημένου κατά το εσωτερικό δίκαιο οργάνου, ενώ αυτές αφορούν συνήθως σε αντικείμενο τεχνικό και διοικητικό δευτερεύουσας σημασίας, σε στρατιωτικό σύμφωνο που συνάπτεται σε πεδίο μάχης, αλλά και σε συνθήκες που αφορούν στις λεπτομέρειες εφαρμογής κανονικά επικυρωμένων διεθνών συνθηκών. Το «Μνημόνιο», συνεπώς, δεν εμπίπτει στο συγκεκριμένο είδος συμφωνιών, διαφορετικά, θα ήταν περιττή και η κύρωση αυτού από τη Βουλή[23].

Η νομική φύση των «Μνημονίων» κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση

Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, το «Μνημόνιο» διέπεται από ένα ενιαίο ειδικό καθεστώς, κοινό για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, που του προσδίδεται από τη διεθνή έννομη τάξη. Από αυτή την έννομη τάξη αντλεί την μετέπειτα δεσμευτικότητά του για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και τις επιμέρους έννομες τάξεις τους. Πρόκειται ουσιαστικά για μία διεθνή συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, προκειμένου αυτά να αντιμετωπίσουν με ενιαίο και συντονισμένο τρόπο μια κατάσταση κοινού ενδιαφέροντος, την ελληνική κρίση χρέους, επιλέγοντας την ευέλικτη και προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της διεθνούς οικονομικής συνεργασίας, μορφή, της άτυπης διεθνούς συμφωνίας, τύπου «διακανονισμού» (arrangement)[24].

Με τον όρο διεθνή συμφωνία νοείται κάθε συμβατική σχέση που συνάπτεται μεταξύ υποκειμένων του διεθνούς δικαίου που έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα, είτε μεταξύ διεθνών οργανισμών με δικαιοπρακτική ικανότητα, η οποία αποσκοπεί στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων[25]. Όσον αφορά στις άτυπες συμφωνίες[26], αυτές δεν συνάπτονται από τα Υπουργεία Εξωτερικών, αλλά από τα πιο τεχνοκρατικά Υπουργεία Οικονομίας, Εμπορίου, Βιομηχανίας ή Ανάπτυξης, που δεν απαρτίζονται από διπλωμάτες, αλλά αντίθετα από υπαλλήλους που βρίσκονται πιο κοντά στην αγορά, και γνωρίζουν τις ανάγκες της και τον αυτοματισμό της. Αναφορικά με την έννοια του «διακανονισμού» (arrangement), αυτός συνιστά ουσιαστικά μια συμφωνία κυρίων, χωρίς τυπική νομική δεσμευτικότητα, με αδιαμφισβήτητη όμως λειτουργική ισχύ και αποτελεσματικότητα.

Τέλος, το γεγονός ότι το «Μνημόνιο» συνιστά μία άτυπη διεθνή συμφωνία υπό μορφή διακανονισμού τύπου «arrangement», αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τα εμπλεκόμενα μέρη δεν επέλεξαν να αποτυπώσουν τους όρους της συνεργασίας τους σε μία διεθνή συνθήκη (treaty)[27]. Αυτό, διότι η διαπραγμάτευση, η κατάρτιση, η υπογραφή και η θέση της σε ισχύ, μετά την κύρωσή, από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, θα καθυστερούσε υπερβολικά την άμεσα επιβεβλημένη διεθνή συντονισμένη αντίδραση, ακυρώνοντας την αποτελεσματικότητά της στην πράξη[28].

_________________________________________________________________________________________

[1]Π. Γκλαβίνης, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 63.

[2]Των νόμων 3845/2010 «Μνημόνιο Ι», 4046/2012 «Μνημόνιο ΙΙ» και 4336/2015 «Μνημόνιο ΙΙΙ».

[3]Στην περίπτωση που το «Μνημόνιο» συνιστούσε απλώς νόμο του κράτους, τότε αυτός θα θεωρείτο ανυπόστατος, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία κύρωσής του, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα.

[4]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 21 επ.

[5]Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 4 του Συντάγματος και το άρθρο 109 του Κανονισμού της Βουλής.

[6]Πρόκειται για το Ν. 3847/2010 (ΦΕΚ Α΄ 67/11.5.2010).

[7]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 22-23.

[8] Όπως για παράδειγμα ο Ν. 3845/2010 περιλαμβάνει φορολογικά μέτρα, που κατά το άρθρο 78 παρ. 4 του Συντάγματος δεν είναι δεκτικά νομοθετικής εξουσιοδότησης.

[9]Ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α΄ 65/6.5.2010).

[10]Από την ΕΚΤ, το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

[11]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 26-29.

[12]Αντίστοιχη είναι και η θέση του Χ. Χρυσανθάκη επί παρατηρήσεών του στις ρυθμίσεις του «Μνημονίου ΙΙ», βλ. αναλυτικά στο κείμενο του Χ. Γ. Χρυσανθάκη, «Μνημόνιο ΙΙ και Δίκαιη Δίκη» - Η επιρροή του Ν. 3036/2012 στην οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας, ΘΠΔΔ, Τεύχος 12, 2012, σελ. 1057-1058.

[13]Α. Γέροντας, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ, Τεύχος 5ο, 2010, σελ. 712.

[14]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 29-30.

[15]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 23 επ.

[16]Α. Γέροντας, Το Μνημόνιο και η δικαιοπαραγωγική διαδικασία, ΕφημΔΔ, Τεύχος 5ο, 2010, σελ. 712.

[17]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 23 επ., καθώς και Γ. Κατρούγκαλος, Το Συμβούλιο της Επικρατείας και το δεύτερο «παρασύνταγμα», Το Σύνταγμα, Τεύχος 1, 2012, σελ. 182.

[18]Γ. Κατρούγκαλου, Το Συμβούλιο της Επικρατείας και το δεύτερο «παρασύνταγμα», Το Σύνταγμα, Τεύχος 1, 2012, σελ. 180-181.

[19]Βλ. αναλυτικά Εισήγηση (Ε 6192/29.7.2010) της Συμβούλου Επικρατείας Ε. Σάρπ ενώπιον της Ολομέλειας του ΣτΕ για την προσφυγή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και άλλων κατά διατάξεων που αφορούν στην εκτέλεση των Ν. 3845/2010 και Ν.3833/2010 στο www.constitutionalism.gr.

[20]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 23-26.

[21]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 26.

[22]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 24-25.

[23]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 26.

[24]Π. Γκλαβίνης, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 82.

[25]Ε. Δικαίος, Το ζήτημα της νομικής φύσης του «Μνημονίου» και οι συνέπειές του, ΕφημΔΔ, Τόμος 1ος, 2011, σελ. 30.

[26]Στο πλαίσιο του Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου, στο οποίο εντάσσεται η άτυπη πολυμερής συμφωνία που επετεύχθη για τη διάσωση της χώρας μεταξύ των υψηλών εμπλεκόμενων μερών με δικαιοπρακτικό θεμέλιο το Μνημόνιο, πηγές δικαίου από τις οποίες απορρέουν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι μόνον οι κλασικές πηγές του διεθνούς δημοσίου δικαίου, που αναφέρονται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, αλλά και οι άτυπες συμφωνίες, όπως επίσης οι πρακτικές και οι συνήθειες των κρατών και των διεθνών οργανισμών.

[27]Δ. Α. Εμμανουηλίδης και Μ. Β. Σκανδάλη, Το δημοσιονομικό συμφέρον και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, Νομικό Βήμα, Τόμος 60, σελ. 2766.

[28]Π. Γκλαβίνης, Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 80-86.