Η συλλογική δικαστική προστασία των καταναλωτών στην εθνική και στην κοινοτική έννομη τάξη

*του Αθανασίου Κων. Πουλιάδη, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.

Ι. Συλλογική προστασία των καταναλωτών και παραδοσιακό ιδιωτικό δίκαιο

 Η σύγχρονη τεχνολογική, βιομηχανική και οικονομική εξέλιξη, με τους αυξημένους σε έκταση και είδος κινδύνους που προκαλεί για ευρύτερο εκάστοτε αριθμό προσώπων, δημιούργησε την ανάγκη να εξασφαλιστεί και με τα μέσα του ιδιωτικού δικαίου αποτελεσματική έννομη προστασία υπέρ ευρύτερων συλλογικών συμφερόντων ή συλλογικών έννομων αγαθών. Μεταξύ αυτών προέχουσα θέση καταλαμβάνουν σήμερα η υγεία, η ασφάλεια και τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών.

Η έννομη αντιμετώπιση των αυξημένων κινδύνων που συνεπάγεται στη σύγχρονη εποχή η κυκλοφορία επικίνδυνων ελαττωματικών προϊόντων, η χρήση παραπλανητικών διαφημιστικών μεθόδων ή αθέμιτων γενικών όρων συναλλαγών – για να αναφέρουμε τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις απειλής ή βλάβης των καταναλωτικών συμφερόντων – δεν μπορεί να είναι μόνο υπόθεση ατομικώς θιγόμενων προσώπων. Ενδιαφέρει γενικότερα το κοινωνικό σύνολο. Και η ανεπάρκεια της αναγνωριζόμενης από το ισχύον δίκαιο ατομικής προστασίας προέβαλε ως επιτακτική την ανάγκη της συλλογικής προστασίας.

 Ως αίτημα η ανάγκη αυτή προβάλλει αρχικά στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι, αν το ισχύον ουσιαστικό ιδιωτικό δίκαιο, το οποίο εξαρτά την παροχή έννομης προστασίας από την προηγούμενη προσβολή ή την απειλή προσβολής υποκειμενικών δικαιωμάτων ή εννόμως προστατευόμενων συμφερόντων, μπορεί να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση της προστασίας ευρύτερων συλλογικών συμφερόντων.

Τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών συνιστούν ειδικότερη έκφραση του γενικού δημόσιου συμφέροντος, η θεραπεία του οποίου ανάγεται βέβαια εξ ορισμού στο χώρο του δημόσιου δικαίου. Εντούτοις η ενεργοποίηση του ιδιωτικού δικαίου προς την κατεύθυνση της προστασίας γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων, ανταποκρίνεται στη σήμερα γενικότερα εκδηλούμενη λειτουργική μεταβολή του ιδιωτικού δικαίου από καθαρώς ατομικό σε κοινωνικό δίκαιο. Και επιβάλλεται ως αντιστάθμισμα στην παρατηρούμενη προς πολλές κατευθύνσεις αδρανοποίηση της διοικήσεως λόγω πολιτικών και οικονομικών σκοπιμοτήτων καθώς και στην επίσης πολλές φορές παρατηρούμενη αναποτελεσματικότητα ή αδυναμία του κρατικού διοικητικού μηχανισμού σε σχέση με την αντιμετώπιση γενικότερων κοινωνικών προβλημάτων.

Η διεύρυνση των στόχων του ουσιαστικού δικαίου προς την κατεύθυνση της συλλογικής προστασίας δημιουργεί το βασικό πρόβλημα προσαρμογής του στηριζόμενου στην ιδέα της ατομικής προστασίας μηχανισμού της πολιτικής δίκης προς τη νέα αυτή «συλλογική διάσταση»: Δικαστική προστασία στα πλαίσια του ισχύοντος συστήματος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σημαίνει κατ’ αρχήν προστασία τού άμεσα και προσωπικώς θιγομένου σε σχέση με δικαιώματα ή έννομα συμφέροντά του. Στις περιπτώσεις εκδήλωσης παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους προμηθευτών, όπως λ.χ. κυκλοφορίας επικίνδυνων ελαττωματικών προϊόντων, χρήσης αθέμιτων διαφημιστικών μεθόδων ή γενικών όρων συναλλαγών, ως θιγόμενο εμφανίζεται κυρίως το γενικότερο συμφέρον των καταναλωτών, του κοινού γενικώς, φορέας του οποίου είναι το σύνολο των ατόμων του συγκεκριμένου στενότερου ή ευρύτερου γεωγραφικού  χώρου, στον οποίο κυκλοφορούν τα προϊόντα αυτά, γίνεται η χρήση της διαφημίσεως ή των γενικών όρων συναλλαγών. Το σύνολο των ατόμων αυτών αποτελεί μεν το φορέα του ανωτέρω έννομου αγαθού, στερείται όμως φυσικά τόσο ικανότητας διαδίκου (άρθρ. 62 ΚπολΔ), όσο και διαδικαστικής ικανότητας (άρθρ. 63 ΚπολΔ), ώστε να προβεί σε οποιαδήποτε δικαστική επιδίωξη.

Το ισχύον υποκειμενικό πρότυπο ένδικης προστασίας δημιουργεί έτσι την ανάγκη ύπαρξης ενός κατάλληλου αντιπροσωπευτικού φορέα, υπέρ του οποίου θα αναγνωριστεί η σχετική νομιμοποίηση για την επιδίωξη της εκάστοτε ως αναγκαίας κρινόμενης έννομης προστασίας συλλογικών συμφερόντων.

Ως αντιπροσωπευτικοί φορείς, νομιμοποιούμενοι για την επιδίωξη συλλογικών καταναλωτικών  συμφερόντων στα πλαίσια πολιτικής δίκης, αναγνωρίστηκαν, όπως είναι γνωστό, με το νόμο 2251/94[1] οι ενώσεις καταναλωτών και επιπλέον τα εμπορικά και βιομηχανικά, βιοτεχνικά και επαγγελματικά επιμελητήρια (10 §§ 9 και 15).

Στις ενώσεις καταναλωτών, οι οποίες πληρούν τις ειδικότερα στο νόμο προβλεπόμενες τυπικές προϋποθέσεις, αναγνωρίζεται έτσι η εξουσία άσκησης συλλογικής αγωγής, η οποία ορίζεται ως «κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων των καταναλωτών» (10 § 9). Τη σημαντικότερη θέση μεταξύ των αγωγών αυτών καταλαμβάνουν οι καταψηφιστικές αγωγές για παράλειψη  παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους προμηθευτών καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αναγνωριζόμενη στις ενώσεις καταναλωτών εξουσία δεν εξαντλείται βέβαια στην παρεχόμενη νομιμοποίηση, δεν είναι μόνο δικονομική, έχει και το αντίκρυσμά της στο ουσιαστικό δίκαιο. Αυτό είναι, κατά την άποψή μου, όπως και άλλοτε έχω υποστηρίξει, η συλλογική αξίωση. Και κατά συνέπεια συλλογική αγωγή από ουσιαστική άποψη σημαίνει δικαστικώς επιδιώξιμο δικαίωμα. Και το δικαίωμα αυτό, η συλλογική δηλαδή αξίωση, ανήκει μαζί με την αντίστοιχη δικονομική εξουσία στις  ίδιες τις νομιμοποιούμενες ενώσεις.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εκδηλώνεται παράνομη συμπεριφορά, η οποία θίγει ευρύτερα καταναλωτικά συμφέροντα, ιδρύεται ειδική ex lege έννομη σχέση μεταξύ του εκάστοτε παραβάτη και της ένωσης καταναλωτών. Και η δίκη η οποία ανοίγεται ύστερα από έγερση συλλογικής αγωγής διεξάγεται μεταξύ των φορέων της επίδικης σχέσης, δηλαδή μεταξύ παρανομούντος προμηθευτή και ενώσεως καταναλωτών. Πρόκειται συνεπώς για κατά κανόνα νομιμοποίηση της ένωσης ως δικαιούχου διαδίκου και όχι για κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησή της ως μη δικαιούχου διαδίκου. Γιατί η άσκηση συλλογικής αγωγής που αποβλέπει στην προστασία γενικών συμφερόντων είναι ανεξάρτητη από την προσβολή ατομικών δικαιωμάτων και αποτελεί, κατά την ορθότερη άποψη, άσκηση αξιώσεως του ουσιαστικού δικαίου, η οποία ανήκει στον ίδιο τον νομιμοποιούμενο φορέα. Ενώ στην κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση συλλογικών φορέων ως μη δικαιούχων διαδίκων, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του άρθρου 669 ΚΠολΔ, η αγωγή ασκείται υπέρ των μελών μιας συλλογικής οργανώσεως και προϋποθέτει ατομική προσβολή δικαιωμάτων των μελών της, τα οποία η οργάνωση ασκεί χάριν και για λογαριασμό τους ως δικαιώματα αυτών των ίδιων των μελών. Η προστασία που επιδιώκεται στις περιπτώσεις αυτές είναι κατά πρώτο λόγο ατομική, η δε προστασία γενικότερων συμφερόντων μπορεί να επιτυγχάνεται μόνο ως έμμεση αντανακλαστική συνέπεια, σε αντίθεση με τη συλλογική αγωγή strictosensu, η οποία αποβλέπει πρωτογενώς στην επιδίωξη γενικότερων συμφερόντων.

Η συλλογική αξίωση των ενώσεων καταναλωτών για παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί επομένως ατομική αξίωση των ενώσεων με την έννοια του ουσιαστικού δικαίου, δικαίωμα δηλαδή να απαιτήσουν (ΑΚ 247) από τον υπόχρεο παραβάτη να συμμορφωθεί προς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του.

Δεδομένου ότι η αναγνωριζόμενη συλλογική δικονομική εξουσία δεν συνιστά actio popularis, πρέπει να συντρέχουν βασικές τυπικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της συναφούς νομιμοποίησης. Οι ενώσεις καταναλωτών, εφόσον συγκροτηθούν ως σωματεία που έχουν αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (10 § 1), μπορούν να ασκήσουν συλλογική αγωγή, εάν έχουν τουλάχιστο πεντακόσια φυσικά πρόσωπα (10 § 2 εδ. α΄) ως ενεργά μέλη (δηλαδή μελη που έχουν εκπληρώσει τις ταμειακές τους υποχρεώσεις, 10 § 10 εδ. γ΄) και έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από δύο τουλάχιστον έτη ή εγγράφονται σ’ αυτό μέσα σε δεκαοχτώ μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή την 16η Νοεμβρίου 1994 (10 § 9, 14 § 7).

ΙΙ. Τα μέσα της συλλογικής προστασίας ειδικότερα

  1. Η συλλογική αξίωση/αγωγή για παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς

Ήδη στο καθαρά ατομικό επίπεδο έννομης προστασίας διαπλάθονται από το ισχύον ιδιωτικό δίκαιο κανόνες νομικής συμπεριφοράς, οι οποίοι αποβλέπουν να κατευθύνουν τη δράση του ατόμου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη δημιουργούνται ή διατηρούνται κίνδυνοι για εννόμως προστατευόμενα συμφέροντα, οι οποίοι υπερβαίνουν ένα γενικώς αποδεκτό και κοινωνικά πρόσφορο μέτρο, και πολύ περισσότερο να μη προκαλείται προσβολή τους. Αυτό συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση των γενικών υποχρεώσεων ασφάλειας και πρόνοιας. Ενδιαφέρεται έτσι η έννομη τάξη κατά πρώτο λόγο να αποτρέψει την ίδια τη διακινδύνευση ή την προσβολή έννομων αγαθών. Σύμφωνα με το σκοπό αυτό διαθέτει και τους μηχανισμούς εκείνους, οι οποίοι εξασφαλίζουν σε περίπτωση απειλούμενης προσβολής έννομων αγαθών την άμεση υποχρεωτική τήρηση των ήδη προς την κατεύθυνση της πρόληψης επιβαλλόμενων κανόνων συμπεριφοράς. Διότι εφόσον επιβάλλει την αποκατάσταση επερχόμενων ζημιών, κατά μείζονα λόγο αποβλέπει και στην πρόληψή τους. Στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου η παροχή προληπτικής προστασίας κατά απειλούμενων προσβολών δικαιωμάτων ή έννομων αγαθών επιτυγχάνεται έτσι, ως γνωστόν, κυρίως μέσω των λεγόμενων γενικών αξιώσεων παραλείψεως ή άρσεως της προσβολής.

Οι ίδιοι αυτοί μηχανισμοί αστικής προληπτικής προστασίας αξιοποιούνται και στο συλλογικό επίπεδο. Αίτημα της συλλογικής αγωγής μπορεί να είναι κατά τη ρητή διατύπωση του νόμου «η παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί», όπως π.χ. η παράλειψη χρησιμοποίησης καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών ή παραπλανητικής διαφήμισης κ.λπ. (10 § 9 στοιχ. α΄).

Αλλά και η γενική αξίωση άρσεως της προσβολής εξυπακούεται λογικά ως μέσο συλλογικής προστασίας. Διότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει ήδη δημιουργηθεί η εστία των κινδύνων, έχει ήδη δηλαδή προκληθεί παράνομη διατάραξη, όπως π.χ. με την κυκλοφορία επικίνδυνων ελαττωματικών προϊόντων, τη χρήση παραπλανητικής διαφήμισης κ.λπ., αίτημα της συλλογικής αγωγής θα είναι η απομάκρυνσή της. Και η γενική προληπτική αξίωση άρσεως αποβλέπει ως γνωστόν στην απομάκρυνση της εστίας των κινδύνων, του αιτίου δηλαδή της παράνομης διαταράξεως. Η τελευταία κρίνεται εδώ βέβαια όχι σε σχέση με μεμονωμένα άτομα, αλλά με βάση τα γενικότερα συμφέροντα των καταναλωτών. Η συλλογική αξίωση παραλείψεως αντιθέτως αποβλέπει, σύμφωνα με τη διατύπωση του νόμου, στην παράλειψη της εκδήλωσης της ίδιας της συμπεριφοράς, η οποία προκαλεί την παράνομη διατάραξη, είτε στο μέλλον είτε όταν αυτή απειλείται για πρώτη φορά.

Οι συλλογικές αξιώσεις παραλείψεως ή άρσεως αποτελούν έτσι αδικοπρακτικές αξιώσεις των ενώσεων καταναλωτών και είναι φυσικά ανεκχώρητες, διότι λόγω της φύσης τους συνδέονται στενά με το πρόσωπο του δανειστή (ΑΚ 465).

  1. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αστική παρανομία ως μέσο συλλογικής προστασίας με άμεσους κυρωτικούς και προληπτικούς σκοπούς

Η κρατούσα σήμερα στο δίκαιο της αποζημιώσεως θεωρία αναγνωρίζει ως πρωταρχικό σκοπό της αποζημιώσεως την επανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε, είτε μέσω παροχής χρηματικού αντισταθμίσματος, υπολογιζόμενου σύμφωνα με τη θεωρία της διαφοράς, είτε μέσω φυσικής αποκατάστασης της προκληθείσης βλάβης. Αλλά και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ζημίας δηλαδή μη περιουσιακής, τονίζεται ο πρωταρχικός αποκαταστατικός σκοπός με την έννοια της έμμεσης επανόρθωσης της ηθικής βλάβης, με παροχή δηλαδή επίσης χρηματικού αντισταθμίσματος.

Αντίθετα, η κυρωτική ή προληπτική λειτουργία της υποχρεώσεως για αποζημίωση ή δεν γίνεται καθόλου αποδεκτή στο δίκαιο της αστικής ευθύνης, ή αναγνωρίζεται μόνον ως παρεπόμενος, δευτερογενής σκοπός.

Η συγκριτική παρατήρηση επιβεβαιώνει όμως ότι η επιδίωξη άμεσων κυρωτικών ή προληπτικών σκοπών μπορεί να αποτελεί θεμιτό πρωτογενή στόχο και του ιδιωτικού δικαίου της αποζημιώσεως. Ορθά αναφέρεται προς την κατεύθυνση αυτή από τον αγγλοσαξωνικό χώρο το παράδειγμα των punitive damages και exemplary damages ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ηθικής βλάβης λόγω σοβαρής προσβολής της προσωπικότητας.

Και ο νόμος 2251/94, αναγνωρίζοντας υπέρ των ενώσεων καταναλωτών δικαίωμα να ζητήσουν με συλλογική αγωγή «χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» από παρανομούντες προμηθευτές (10 § 9), εισήγαγε στο ελληνικό δίκαιο της αστικής ευθύνης διάταξη με αποκλειστικώς κυρωτικό-προληπτικό χαρακτήρα.

Η εκτίμηση αυτή δεν προκύπτει μόνο από την εισηγητική έκθεση του νόμου, η οποία αναφέρεται στο νομοθετικό πρότυπο των punitive damages των αγγλοσαξωνικών δικαίων, αλλά στηρίζεται στο ίδιο το νομοθετικό κείμενο: Ως κριτήρια καθορισμού της χρηματικής ικανοποίησης εκ μέρους του δικαστηρίου τίθενται η ένταση της προσβολής της έννομης τάξης που συνιστά η παράνομη συμπεριφορά, το μέγεθος της εναγόμενης επιχείρησης του προμηθευτή και ιδίως ο ετήσιος κύκλος εργασιών της, καθώς και οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης (10 § 9).

Η ευχέρεια ποσοτικής διαβάθμισης των επιδικαζόμενων χρηματικών ποσών με βάση περιστάσεις, οι οποίες αναφέρονται στη βαρύτητα της πράξης και το πρόσωπο του υπευθύνου, συνδέεται με εκτιμήσεις ποινικού χαρακτήρα, και είναι φυσικά ασυμβίβαστη με την ισχύουσα στο δίκαιο της αποζημιώσεως αρχή της ολικής αποκατάστασης (Totalreparation, réparation intégrale). Συνεπώς τα ποσά αυτά δεν μπορούν να συνιστούν αστική αποζημίωση με τη συνήθη αποκαταστατική σημασία του όρου. Αλλά ούτε και για ικανοποίηση ηθικής βλάβης με τη συνήθη στο αστικό δίκαιο έννοια πρόκειται. Ο όρος χρησιμοποιείται μεν ως terminus technicus για να υποδηλώσει προσβολή μη περιουσιακών συμφερόντων (ανεξάρτητα αν μπορεί να υπάρχουν και συγκεκριμένες περιουσιακές επιπτώσεις). Αλλά η παρεχόμενη προστασία αναφέρεται σε συλλογική ηθική βλάβη (préjudice moral collectif) με την έννοια της προσβολής γενικότερων συμφερόντων και όχι ηθική βλάβη συγκεκριμένων προσώπων ή της ένωσης ατομικά. Η συλλογική προστασία δεν αποβλέπει σε εξατομικευμένα συμφέροντα, ούτε τρίτων, ούτε της ένωσης, ούτε των μελών της ενώσεως. Και ακόμη, ο όρος δεν είναι μεν απαλλαγμένος ιδεολογικού περιεχομένου, εντούτοις όμως δεν σχετίζεται (ή δεν μπορεί να σχετίζεται) με οποιαδήποτε, εγγενή στη γλωσσική σημασία του, αναφορά στην ηθική υπόσταση ή το συναίσθημα προσβληθέντων προσώπων. Ίσως έτσι ο όρος «κυρωτική αποζημίωση» απέδιδε καλλίτερα την έννοια του νόμου. Υπέρ της κυρωτικής φύσης της αναγνωριζόμενης αξίωσης συνηγορεί βέβαια και η ρύθμιση του νόμου, η οποία περιορίζει τη δυνατότητα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης σε μία μόνο φορά (10 § 13, ne bis in idem).

Η συλλογική ένδικη προστασία των καταναλωτών πραγματοποιείται έτσι συνολικά σε προληπτικό επίπεδο υπό δύο παραλλαγές: Αφενός μεν εμφανίζεται ως πρόληψη, η οποία προηγείται της πράξεως και αποβλέπει να εμποδίσει επικείμενη παράνομη προσβολή (πρωτογενής πρόληψη)ּ προς την κατεύθυνση αυτή αξιοποιείται, όπως είδαμε, η γενική προληπτική αξίωση παραλείψεως. Αφετέρου δε εμφανίζεται ως πρόληψη, η οποία ακολουθεί και αποσκοπεί να προλάβει μελλοντικές προσβολές (δευτερογενής πρόληψη). Προς τη δεύτερη αυτή κατεύθυνση χρησιμοποιείται η χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης.

Ο νόμος προβλέπει διάθεση των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης για κοινωφελείς σκοπούς σχετικούς με την προστασία των καταναλωτών, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που εκδίδεται μετά γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτών (10 § 13). Εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει ακόμη εκδοθεί μέχρι σήμερα αυτή η υπουργική απόφαση.

Η διάθεση των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης υπέρ κοινωφελών σκοπών είναι θεσμός καινούργιος για το ελληνικό δίκαιο, ο οποίος δεν εντάσσεται συστηματικά στις ήδη υπάρχουσες γενικές κατηγορίες της αστικής ευθύνης. Ανάλογες ρυθμίσεις συναντώνται στο δίκαιο τουΛίχτενστάιν (άρθρ. 40 ΙΙΙ PGR), στο πολωνικό (άρθρ. 448 πολων-ΑΚ) και το αιθιοπικό δίκαιο (άρθρ. 2106-2111 Cc). Ο πολωνικός Αστικός Κώδικας του 1964 παρέχει έτσι στο ζημιωθέντα το δικαίωμα σε περίπτωση που προσβάλλονται προσωπικά έννομα αγαθά του από πρόθεση να ζητήσει από τον προσβολέα να καταβάλει εύλογο χρηματικό ποσό στον πολωνικό ερυθρό σταυρό.

 

ΙΙΙ. Η διαδικασία της συλλογικής αγωγής

  1. Η υπαγωγή της στην εκούσια δικαιοδοσία

Για την εκδίκαση της stricto sensu συλλογικής αγωγής, η οποία αποβλέπει στην επιδίωξη γενικών συμφερόντων, ο νόμος επέλεξε την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (10 § 12)ּ εκτός από τις περιπτώσεις, όπου με τη συλλογική αγωγή ασκείται αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη συναφή αυτοτελή διαδικασία του ΚΠολΔ.

Είναι ευνόητο ότι η ελευθερία διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης και το συζητητικό σύστημα, ως προεκτάσεις της ιδιωτικής αυτονομίας στο δικονομικό δίκαιο, δεν μπορούν να ισχύσουν χωρίς άλλο στα πλαίσια διαδικασίας, η οποία δεν αποβλέπει στην προστασία υποκειμενικών δικαιωμάτων, αλλά προορίζεται να επιβάλει κανόνες (νομικής) συμπεριφοράς και να εξασφαλίσει την τήρηση του εξ αντικειμένου δικαίου χάριν γενικότερων συμφερόντων. Το ανακριτικό σύστημα και η αρχή της ελεύθερης απόδειξης που ισχύουν στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 744, 759 § 3) συμβιβάζονται έτσι απόλυτα με τους στόχους της συλλογικής αγωγής. Η απλότητα, ελαστικότητα, η ευρύτερη διαπλαστική ευχέρεια και η ταχύτητα που χαρακτηρίζουν την εκούσια δικαιοδοσία αποτελούν επίσης λόγους, οι οποίοι την καθιστούν κατάλληλη για την εκδίκαση της αγωγής αυτής.

Παραμένει πάντως το ερώτημα, αν ήταν αναγκαία η συλλήβδην υπαγωγή στην εκούσια δικαιοδοσία και όχι προτιμότερη η διατύπωση ιδιαίτερων δικονομικών κανόνων στο περί συλλογικής αγωγής τμήμα του νόμου. Γιατί σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας. Ακριβώς αντιθέτωςּ εφόσον το δικαστήριο επί συλλογικής αγωγής ελέγχει τη νομιμότητα της συμπεριφοράς των προμηθευτών (βέβαια όχι μόνο εκ των υστέρων, αλλά και στις περιπτώσεις όπου η παράνομη συμπεριφορά απειλείται να εκδηλωθεί για πρώτη φορά), επιβάλλοντας ή απειλώντας τις προβλεπόμενες κυρώσεις, πρόκειται περί γνησίων ιδιωτικού δικαίου διαφορών, οι οποίες κανονικά υπάγονται στη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Διότι οι κανόνες δικαίου χρησιμοποιούνται ως γνώμονας κρίσεως προγενέστερης ή απειλούμενης να εκδηλωθεί παράνομης συμπεριφοράς με σκοπό την άρση της προκαλούμενης ή παράλειψη της απειλούμενης διαταράξεως και όχι ως μέτρο πρωτογενούς ενέργειας, πρωταρχικού καθορισμού της δικαιικής εφαρμογής εκ μέρους των δικαστικών οργάνων, χωρίς άμεση συνάρτηση με συμπεριφορά άλλου προσώπου, όπως συμβαίνει στην εκούσια δικαιοδοσία.

 ΙV. Μέσα ατομικής προστασίας: Η νομιμοποίηση των ενώσεων καταναλωτών για την άσκηση ατομικών αξιώσεων των μελών τους και το δικαίωμα πρόσθετης παρέμβασής τους σε ατομικές κατάναλωτικές διαφορές

 Στον ισχύοντα νόμο αναγνωρίζεται και η εξουσία των ενώσεων καταναλωτών για την ένδικη επιδίωξη των δικαιωμάτων των μελών τους (10 § 8 εδ. α΄ και β΄)ּ εισάγεται δηλαδή παράλληλα και η νομιμοποίηση των ενώσεων ως μη δικαιούχων διαδίκων κατά το πρότυπο της νομιμοποίησης των επαγγελματικών σωματείων του άρθρου 669 ΚΠολΔ (10 § 8 εδ. α΄ και β΄). Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο πρότυπο, κατοχυρώνεται και το δικαίωμα πρόσθετης παρέμβασης των ενώσεων σε εκκρεμείς δίκες των μελών της για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους ως καταναλωτών (10 § 8 εδ. γ΄). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύουν οι αυξημένες τυπικές προϋποθέσεις της συλλογικής νομιμοποίησης.

 Η ομαδική ένδικη άσκηση ατομικών αξιώσεων μέσω ενός συλλογικού φορέα (Gruppenklage, Verbands-Sammelklage, σωματειακή-ομαδική αγωγή), αλλά και μέσω ενός ή περισσότερων ατόμων, τα οποία διεξάγουν τη δίκη ως αντιπρόσωποι και των υπολοίπων (class action, ομαδική αγωγή), διαφέρει βέβαια από τη δικαστική επιδίωξη συλλογικών αξιώσεων με συλλογική αγωγή. Στην πρώτη περίπτωση προβάλλονται δικαστικώς εκ μέρους τού έχοντος εξουσία δικαστικής εκπροσώπησης αξιώσεις μεμονωμένων ατόμων, ενώ στη δεύτερη ο συλλογικός φορέας ασκεί συλλογική αξίωση που αποβλέπει όχι στην ατομική δικαστική προστασία επιμέρους ατόμων, αλλά στη συλλογική προστασία αόριστου αριθμού προσώπων.

 V. Η συλλογική αγωγή των ενώσεων καταναλωτών στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

Η προστασία των καταναλωτών, ως  κρατική πολιτική, είναι στη σημερινή βιομηχανική κοινωνία επιβεβλημένη και ήδη από χρόνια συνήθης στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με την εγκαθίδρυση και την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Εσωτερικής Αγοράς με τη μορφή της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών προέκυψε επίσης και για την Κοινότητα η ανάγκη να αναγνωριστεί η υπέρ των καταναλωτών πολιτική ως αυτοτελής παράλληλος σκοπός της κοινοτικής δράσης.

Υπ’ αυτό το πνεύμα πραγματοποιήθηκαν ή προετοιμάστηκαν ήδη στα πλαίσια της αρχικής Συνθήκης μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90 πολλές ρυθμίσεις, ιδιαίτερα ύστερα από έκδοση οδηγιών, οι οποίες αποβλέπουν στην υλοποίηση πολιτικής προστατευτικής των καταναλωτικών συμφερόντων, παρόλο που η αρχική Συνθήκη της Ε.Ο.Κ. δεν περιελάμβανε ρητά την προστασία των καταναλωτών μεταξύ των σκοπών της Κοινότητας.

Το 1992 θεσμοθετήθηκε ρητώς με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ η προστασία των καταναλωτών ως αυτοτελής αρμοδιότητα της Κοινότητας (άρθρο 129Α ΣυνθΕΚ). Η αρμοδιότητα αυτή ενισχύθηκε ουσιαστικά ακόμη μια φορά με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997 (άρθρο 153 ΣυνθΕΚ στη νέα διατύπωση).

Παρόλη τη μεγάλη σημασία που αποδίδεται σε κοινοτικό επίπεδο στις οργανώσεις καταναλωτών σε σχέση με την υλοποίηση του στόχου της αποτελεσματικής προστασίας των καταναλωτικών συμφερόντων, το ζήτημα της πρόσβασης των οργανώσεων αυτών ενώπιον των δικαστηρίων παραμένει μέχρι σήμερα στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαίων. Η εξασφάλιση της πρόσβασης των καταναλωτών στη δικαιοσύνη, όπως και κάθε πολίτη, αποτελεί σύμφωνα με την κατανομή των αρμοδιοτήτων στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπόθεση των κρατών μελών και όχι της Κοινότητας. Έτσι, για παράδειγμα, τόσο η οδηγία του Συμβουλίου η σχετική με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται από καταναλωτές, όσο και η Οδηγία για την παραπλανητική διαφήμιση επιβάλλουν μεν στα κράτη μέλη τη μέριμνα για την ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για την καταπολέμηση της παραπλανητικής διαφήμισης και των καταχρηστικών συμβατικών όρων, και μεταξύ των μέσων αυτών αναφέρουν και την εξουσία των οργανώσεων καταναλωτών να προσφεύγουν ενώπιον των δικαστηρίων ή των αρμόδιων διοικητικών οργάνων, η τελική όμως επιλογή αφήνεται στην απόφαση του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη.

Η διστακτικότητα της Επιτροπής προς την κατεύθυνση αυτή προκάλεσε το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Μαρτίου 1987[2], με το οποίο ζητείται από την Επιτροπή «να προτείνει Οδηγία για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, δίνοντας στις ενώσεις των καταναλωτών τη δυνατότητα να ενδιαφερθούν άμεσα προς το συμφέρον των κατηγοριών που εκπροσωπούν και προς το συμφέρον του κάθε καταναλωτή». Περαιτέρω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί με το ίδιο ψήφισμα «όπως τα κράτη μέλη εξασφαλίσουν στις ενώσεις καταναλωτών τη δυνατότητα να παρίστανται σε δίκες ως εκπρόσωποι της κατηγορίας της οποίας τα συμφέροντα εκφράζουν καθώς και ως εκπρόσωποι μεμονωμένων πολιτών».

Στο Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη[3] επισημαίνεται ως αντίθεση στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας και της απαγόρευσης διακρίσεως η νομιμοποίηση μόνο των «εθνικών» οργανώσεων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Επίσης το ψήφισμα του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1992[4]συμπεριελάμβανε μεταξύ των μελλοντικών προτεραιοτήτων της πολιτικής προστασίας και προώθησης των συμφερόντων των καταναλωτών «τη δυνατότητα των οργανώσεων καταναλωτών, που έχουν έννομο συμφέρον, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη στο έδαφος των κρατών μελών, σύμφωνα με τη lex fori του δικάζοντος δικαστή».

Ήδη η Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών[5] εισάγει τη δυνατότητα διασυνοριακής προσφυγής των εθνικών οργανώσεων καταναλωτών ενώπιον των αρμοδίων αρχών του κράτους καταγωγής της επιχείρησης. Η προτεινόμενη ρύθμιση προβλέπει την αναγνώριση εξουσίας στους φορείς εκείνους οι οποίοι νομιμοποιούνται σύμφωνα με την εκάστοτε εθνική νομοθεσία για την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, να προσφεύγουν ενώπιον των δικαστηρίων ή των διοικητικών αρχών άλλου κράτους μέλους, εφόσον τα συμφέροντα τα οποία εκπροσωπούν θίγονται από παράβαση η οποία  εκδηλώνεται στο κράτος αυτό, και να ζητούν την παύση ή την παράλειψη της παράβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 2 της οδηγίας «ως παράβαση νοείται κάθε ενέργεια αντίθετη προς τις οδηγίες που απαριθμούνται στο παράρτημα, όπως έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, η οποία θίγει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών». Οι οδηγίες αυτές είναι οι εννέα σπουδαιότερες οδηγίες οι οποίες έχουν εκδοθεί για την προστασία των καταναλωτών και αφορούν: α) την παραπλανητική διαφήμισηּ β) τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματοςּ γ) την καταναλωτική πίστηּ δ) την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτωνּ ε) τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσειςּ στ) τη διαφήμιση φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπουςּ ζ) τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεωνּ η) τις συμβάσεις χρονομεριστικής μίσθωσης ακινήτωνּ θ) τις εξ αποστάσεως συμβάσεις.

Συνεπώς αυτή τη στιγμή επιδιώκεται σε Ευρωπαϊκό Κοινοτικό επίπεδο τόσο η γενίκευση της εισαγωγής της συλλογικής αγωγής στα κράτη μέλη όσο και η εισαγωγή της  διασυνοριακής συλλογικής αγωγής.

Η ίδρυση ιδιωτικών ενώσεων καταναλωτών αποτελεί την αποτελεσματικότερη και από συνταγματικοπολιτική άποψη πλέον επιθυμητή μορφή οργάνωσης των συμφερόντων του καταναλωτή. Η νομιμοποίησή τους για τη δικαστική προάσπιση των συμφερόντων αυτών αποτελεί εξάλλου, όπως στην πράξη αποδείχτηκε, ένα δοκιμασμένο και πρόσφορο μέσο για την προστασία του εκτιθέμενου στους κινδύνους της σύγχρονης βιομηχανικής εποχής καταναλωτή.

Η αναγνώριση εξουσίας στις ενώσεις καταναλωτών για τη δικαστική επιδίωξη καταναλωτικών συμφερόντων στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου συνδέεται οπωσδήποτε με γενικότερες συνέπειες για τη δομή και λειτουργία της ιδιωτικής έννομης τάξηςּ διότι προκαλεί (αλλά και προϋποθέτει) λειτουργική μεταβολή του ιδιωτικού δικαίου λόγω της οικονομοπολιτικής ενεργοποίησής του προς την κατεύθυνση της επιδίωξης γενικότερων συμφερόντων κατ’ απόκλιση από το καθιερωμένο θεσμικό πλαίσιο της πολιτικής δίκης, όπου κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό η απομόνωση της ατομικής διαφοράς  και η αποσύνδεσή της από γενικότερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. Το αποτέλεσμα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως θετικό, διότι η κινητοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας έρχεται ως αντιστάθμισμα στις αδυναμίες ή δυσλειτουργίες του κρατικού διοικητικού μηχανισμού λόγω της εξάρτησής του από τις επιταγές των εκάστοτε οικονομικών και πολιτικών  περιστάσεων και τους πολιτικούς στόχους που επιβάλλουν οι κατά καιρούς κυβερνήσεις στο διοικητικό σύστημα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία υποκαθιστά την κρατική διοίκησηּ απλώς την συμπληρώνει και την ενισχύει. Αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών, αλλά και άλλων γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων, επιτυγχάνεται έτσι με την κινητοποίηση των ίδιων των ενδιαφερομένων. Η ίδια η επιβολή του δικαίου ανήκει βέβαια πάντα στα αρμόδια κρατικά όργανα, δηλαδή τα δικαστήρια. Η ιδιωτική πρωτοβουλία θέτει απλώς σε λειτουργία του μηχανισμούς του δικαιικού ελέγχου.

Οι ενώσεις καταναλωτών καλούνται να εκπληρώσουν την κοινωνική αποστολή που ο νόμος και η κοινή γνώμη τους αναθέτει. Το συλλογικό φαινόμενο δεν οδηγεί βέβαια στο σύγχρονο συνταγματικό κράτος σε κατάλυση της αυτόνομης έννομης σφαίρας των προσώπων, στη θυσία της στο βωμό των συλλογικών κοινωνικών αναγκών. Τα παραδοσιακά μορφώματα του ιδιωτικού δικαίου παραμένουν. Απλώς θα πρέπει να εναρμονίζονται με τις σύγχρονες κοινωνικές λειτουργίες, στις οποίες το σύγχρονο ιδιωτικό δίκαιο καλείται να ανταποκριθεί.

Σύμφωνα με δημοσιογραφική ανακοίνωση (Pressemitteilung) στην οποία προέβη το Lord Chancellor’s Department την 23.5.1997 (βλ. EuZW 1997, 516) σχεδιάζεται και στη Μ. Βρετανία η αναγνώριση υπέρ των ενώσεων καταναλωτών του δικαιώματος να εγείρουν συλλογική αγωγή ως εκπρόσωποι μεμονωμένων ατόμων ή συλλογικών καταναλωτικών συμφερόντων.

________________________________________________________________________________________________

[1] Αριθμοί χωρίς άλλη ένδειξη σημαίνουν στο εξής άρθρα του νόμου αυτού (με τις αντίστοιχες υποδιαιρέσεις τους).

[2] ΕΕ C 99/203.

[3] Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Πράσινο Βιβλίο: Προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην Ενιαία αγορά, COM (93) 576 τελικό, Βρυξέλλες 16 Νοεμβρίου 1993.

[4] ΕΕ C 186/1.

[5] EE L 166/51, 11.6.98.