Η ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ α. 340 ΚΠΔ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΣΔΑ

Μεταξύ των αλλαγών που επέφερε ο Ν. 4509/2017 («Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και άλλες διατάξεις) ήταν και η τροποποίηση του ά. 340 ΚΠΔ το οποίο ορίζει τα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης και εκπροσώπησης του κατηγορουμένου από συνήγορο
και πλέον έχει ως εξής:

«1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά
τη συζήτηση, μπορεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή
του. Στα κακουργήματα, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά
συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον
Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Την ίδια υποχρέωση έχει και ο δικαστής ανηλίκων, όταν ο ανήλικος κατηγορείται
για πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Γ ια το σκοπό αυτόν
κατά την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος του δικαστηρίου διακριβώνει για το
σύνολο των υποθέσεων, εάν οι κατηγορούμενοι στερούνται συνηγόρου υπεράσπισης.
Οι υποθέσεις στις οποίες διορίζεται συνήγορος κατά τα παραπάνω, εκδικάζονται
υποχρεωτικά σε συνεδρίαση μετά από διακοπή, προκειμένου να προετοιμαστεί
κατάλληλα ο διορισθείς συνήγορος. Η δικάσιμος μετά από τη διακοπή αυτή δεν
μπορεί να απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες.
Ο συνήγορος μπορεί να διορίζεται και πριν από τη συνεδρίαση, αν το ζητήσει ο
κατηγορούμενος, ακόμα και με απλή επιστολή προς τον εισαγγελέα. Αν κρατείται
στις φυλακές, το αίτημά του διαβιβάζεται από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης.
Ο εισαγγελέας διορίζει συνήγορο από τον πίνακα και θέτει στη διάθεσή του τη δικογραφία.
Σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους
πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει με την
ίδια, διαδικασία στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο δύο (2) ή τρεις (3)
συνηγόρους από τον ίδιο πίνακα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την
υπεράσπισή του από τον συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον
πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο
την ανάκληση του διορισμού ενός (1) μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση
συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας.
Μη εμφάνιση ή μη παράσταση ή με οποιονδήποτε τρόπο μη εκπροσώπηση του
κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο στις επόμενες της εναρκτήριας
συνεδριάσεις του δικαστηρίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης. Στις ως άνω
περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η παραίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου ή η
ανάκληση της προς αυτόν εντολής από τον κατηγορούμενο.
2.Η ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς
δίκες»

Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω ρύθμιση επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στην άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, θεσμοθετώντας και την υπό προϋποθέσεις κατάργησή του, ο Νομοθέτης περιορίστηκε-ατυχώς-σε μια αιτιολογική έκθεση πέντε γραμμών στην οποία αναφέρεται ότι: «Δεδομένης της ανάγκης
προόδου των συνεδριάσεων σε δίκες μεγάλης διάρκειας λαμβάνονται, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα ώστε να μην κωλύεται η διεξαγωγή τους λόγω παραίτησης των πληρεξουσίων δικηγόρων ή ανάκλησης της εντολής που τους έχει δοθεί από τους κατηγορουμένους». Η αμφιλεγόμενη αυτή
ρύθμιση, συνοδευόμενη από την περιορισμένης ανάλυσης αιτιολογική έκθεση, έχει ήδη δημιουργήσει προβλήματα στην δικαστηριακή καθημερινότητα καθώς τα Δικαστήρια αφενός μεν ως «εναρκτήρια συνεδρίαση» της εκάστοτε υπόθεσης ερμηνεύουν τη δικάσιμο στην οποία η υπόθεση έχει εγγραφεί στο έκθεμα, δίχως δηλαδή να έχει αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, αφετέρου δε και σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα της διάταξης κάνουν χρήση αυτής σε όλες τις δίκες και όχι μόνο σε δίκες μεγάλης διάρκειας (τούτης νοούμενης ως πολύμηνης διαδικασίας και όχι μερικών συνεδριάσεων).

Άλλωστε η ερμηνεία αυτή της νεοπαγούς διάταξης από τα Δικαστήρια έρχεται, κατά τη γνώμη του γράφοντος, σε ευθεία σύγκρουση με το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, όπως αυτό εξειδικεύεται στο ά. 6 παρ. 3 εδ. γ’ και δ’ ΕΣΔΑ (δικαίωμα αυτοπρόσωπης υπεράσπισης, δικαίωμα εκλογής συνηγόρου υπεράσπισης
και εκπροσώπησης από αυτό, δικαίωμα δωρεάν παροχής νομικής συνδρομής και δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων). Τούτο διότι ναι μεν το ΕΔΔΑ αποδέχεται ως αρχή ότι το κράτος μέλος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να θεσπίσει μέτρα τα οποία θα αποτρέπουν την αδικαιολόγητη απουσία του κατηγορουμένου πλην όμως τα μέτρα
αυτά δεν μπορούν να φθάνουν στο σημείο της κατ’ουσίαν κατάργησης του δικαιώματος κατάργησης. Η επίμαχη τροποποίηση του α. 340 ΚΠΔ με τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται, τουλάχιστον μέχρι σήμερον, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι επιφέρει την ως άνω μνησθείσα κατάργηση δικαιώματος, καθώς τα δικαστήρια
απορρίπτοντας αιτήματα διακοπής ή αναβολής λόγω δεδομένου κωλύματος συνηγόρου ή κατηγορουμένου και διατάσσοντας την πρόοδο της δίκης δεν «τιμωρούν» μόνο τον κακόπιστο κατηγορούμενο, ο οποίος επιδεικνύοντας
αποδεδειγμένα κακή πίστη απεκδύεται του δικαιώματος υπεράσπισης, αλλά ανεξαιρέτως όσους κατηγορούμενους δεν είναι σε θέση την ημέρα της δίκης να υπερασπίσουν τον εαυτό τους λόγω κωλύματος. Διατάσσοντας λοιπόν την πρόοδο της δίκης το δικαστήριο ερήμην του κατηγορουμένου στερεί από αυτόν το δικαίωμα υπερασπίσεως αρνούμενο ουσιαστικά να ακροασθεί αυτόν τον ίδιο επί των κατηγοριών που τον βαρύνουν ή
μέσω του συνηγόρου του. Μάλιστα σε περιπτώσεις όπου η υπόθεση εκδικάζεται σε τελευταίο βαθμό ή στην περίπτωση όπου ο συνήγορος του κατηγορουμένου εδύνατο και επρόκειτο να προβάλλει κάποιον κρίσιμο νομικό ισχυρισμό το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι ανεξαρτήτως του λόγου απουσίας του ο κατηγορούμενος θα πρέπει να
εκπροσωπηθεί και να ακουσθεί (Μaxwell κ. ΗΒ, Boner κ. ΗΒ, Krombach κ. Γαλλίας, van Geysenghem κ. Βελγίου). Περαιτέρω έχει κριθεί ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αντιπαρατίθεται με τους μάρτυρες ακόμα και για πρώτη φορά σε δεύτερο βαθμό. Δεδομένου ότι αιτήματα κατ’αντιπαράστασην εξέτασης
γίνονται δεκτά με φειδώ ενώπιον των ανακριτικών αρχών, η επίμαχη τροποποίηση
θίγει και το δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων κατηγορίας. Ενδιαφέρον προκαλεί η απόφαση Guvec κ. Τουρκίας. Ο προσφεύγων, υπήκοος Τουρκίας, είχε κατηγορηθεί ως ανήλικος για συμμετοχή στην οργάνωση PKK
(τρομοκρατική κατά τις τουρκικές αρχές) και είχε παραπεμφθεί σε δίκη. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών σε όλες τις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου (συνολικά 16) ενώ μάλιστα σε κάποιες από αυτές δεν εκπροσωπήθηκε ούτε από τη συνήγορό του. Το ΕΔΔΑ έκρινε, παρά το γεγονός ότι η συνήγορος υπεράσπισης δεν είχε διοριστεί μέσω της νομικής βοήθειας, ότι δεδομένης της σοβαρότητας των κατηγοριών, της ανηλικότητας του κατηγορουμένου και της προφανούς αδυναμίας της συνηγόρου υπεράσπισης να ασκήσει τα καθήκοντά της, οι Τουρκικές αρχές θα έπρεπε να είχαν επέμβει διορίζοντας νέο συνήγορο υπεράσπισης στον κατηγορούμενο. Δηλαδή, όχι μόνο πρέπει να εξασφαλίζεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου αλλά υπό προϋποθέσεις να εξασφαλίζεται ότι αυτή θα ασκείται ουσιαστικά.

Εν κατακλείδι, η επίμαχη τροποποίηση αποτελεί μια μάλλον ατυχή ρύθμιση η οποία θεσπίστηκε προς εξυπηρέτηση της, κακώς νοούμενης ως καθαρτικής, ταχύτητας απονομής της δικαιοσύνης και επί σκοπώ ολοκλήρωσης πολύκροτων εκκρεμών υποθέσεων (οράτε παρ. 2). Στη περίπτωση που η ατυχής αυτή ρύθμιση δεν
αποσυρθεί, με την τροποποίηση εκ νέου το ά, 340 ΚΠΔ, θα πρέπει τουλάχιστον να διευκρινισθούν τα πλαίσια εφαρμογής της, ήτοι σε δίκες διάρκειας πολλών μηνών. Σε κάθε περίπτωση, όπως αποδεικνύεται και από την συντομότατη αιτιολογική έκθεση του άρθρου, η επίμαχη τροποποίηση προστίθεται σε μια σειρά βεβιασμένων νομοθετικών ρυθμίσεων οι οποίες, εξαιτίας του γεγονότος ότι θεσπίστηκαν χωρίς να ληφθούν υπόψη όλες οι παράμετροι, σύντομα απαλείφθηκαν ή τροποποιήθηκαν εκ νέου.

Ερμής Π. Παπουτσής
Δικηγόρος Πατρών
LL.M Ποινικού Διεθνούς Δικαίου

Ειρήνη Καράσαββα

Μην περιμένεις το σύμπαν να σου προσφέρει ο τι επιθυμείς. Να εργάζεσαι καθημερινά για το σκοπό αυτό. Είναι δέλεαρ από μόνο του.