Είδη Διαγωνισμών Ανάθεσης Δημόσιων Έργων. Γράφει ο Σπύρος Σκιαδόπουλος

Η συνεχής αλλαγή της τεχνολογίας αλλά και των μέσων που χρησιμοποιούνται έφερε αλλαγές και στο νομικό καθεστώς των δημόσιων έργων τόσο σε ουσιαστικό όσο και σε διαδικαστικό επίπεδο. Τα δημόσια έργα είναι μια πολυδιάστατη έννοια στην οικονομία αλλά και την πολιτική , αγγίζοντας την κοινωνία σε πλείστα επίπεδα ,τόσο γρήγορα αλλά αθόρυβα που η ίδια δεν το αντιλαμβάνεται, όπως: αναψυχής (πάρκα, παραλίες), αισθητική (δέντρα, πράσινο χώρο), την οικονομία (αγαθών και ανθρώπων κίνηση, ενέργεια), του νόμου (αστυνομία και τα δικαστήρια) , γειτονιά (κοινοτικά κέντρα, κτίρια κοινωνικών υπηρεσιών).

*  Ο Σπύρος Σκιαδόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής
Εμπορικού & Οικονομικού Δικαίου ΑΠΘ και δικηγόρος Κέρκυρας.

Ουσιαστικά, τα  δημόσια έργα αντιπροσωπεύουν οτιδήποτε κατασκευασμένο αντικείμενο που αυξάνει τη φυσική και τεχνολογική υποδομή ενός έθνους. Τις περισσότερες φορές τα εκάστοτε κράτη παρουσιάζουν ανεπάρκειες σε γνωστικά θέματα σχεδίασης και υλοποίησης μεγάλων έργων, οπότε τα αναθέτουν σε ιδιώτες.

Στο παρόν θα εξερευνηθούν και θα αναλυθούν οι νέοι τρόποι ανάθεσης δημοσιών έργων που εισήχθησαν με την Κοινοτική Οδηγία 18/2004/ΕΚ. Πιο συγκεκριμένα θα ελεχθούν κατά τρόπο κυκλικό – δηλαδή θεματικά- : 1) Ο ανταγωνιστικός διάλογος , 2) τα δυναμικά συστήματα αγορών και 3) ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός. Αρχικά θα γίνει μια γενική ανάλυση επί των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σε όλη την έκταση της εργασίας , ενώ στο τέλος θα παραθέσουμε και σχολιάσουμε, στο βαθμό κατάρτισης μας νομολογία επί των θεμάτων.

Οι δημόσιες συμβάσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις συνολικές οικονομικές επιδόσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ευρωπαϊκές δημόσιες αρχές δαπανούν περίπου το 18 % του ΑΕΠ σε αγορές προμηθειών, έργων και υπηρεσιών. Η παρούσα γενιά οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, ήτοι οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ, είναι καρπός μακράς διαδικασίας που ξεκίνησε το 1971 με την έγκριση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ. Με τη διασφάλιση διαφανών διαδικασιών που αποφεύγουν τις διακρίσεις, οι εν λόγω οδηγίες στοχεύουν κυρίως να εξασφαλίσουν ότι οι οικονομικοί φορείς απολαμβάνουν πλήρως τις θεμελιώδεις ελευθερίες στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού για τις δημόσιες συμβάσεις.


Η αναθέτουσα αρχή (contracting authority) είναι ο φορέας που ζητά από τις επιχειρήσεις να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την παροχή υπηρεσιών και την κατασκευή δημοσίων έργων. Οι προσφορές για το διαγωνισμό θα πρέπει να υποβάλλονται στην αναθέτουσα αρχή, η οποία και λαμβάνει την τελική απόφαση για την ανάθεση της σύμβασης.

Ανάδοχος αποτελεί ο ιδιώτης – φυσικό ή νομικό πρόσωπο- στο οποίο ανατίθεται το έργο.

Θεματικά είδη αναθέσεων δημόσιων έργων

Οι κοινοτικές οδηγίες αναφέρουν με κλειστό αριθμό – numerous claus- τις διαδικασίες που έχουν την ευχέρεια οι εθνικές συμβαλλόμενες κυβερνήσεις να ακολουθήσουν ώστε να προχωρούν σε ανάθεση των συμβάσεων.  Αυτές διαχωρίζονται σε : .[1]

Ανοικτές και κλειστές διαδικασίες

Στην ανοικτή διαδικασία, ο οποιοσδήποτε ιδιωτικός φορέας μπορεί να  υποβάλλει προσφορά στην αναθέτουσα Αρχή ∙ στην δεύτερη περίπτωση κάθε ενδιαφερόμενος είναι δυνατόν να ανακοινώσει το ενδιαφέρον του στο πρώτο στάδιο του διαγωνισμού – καταρχήν ανοικτός- και στη συνέχεια η αναθέτουσα Αρχή προσκαλεί να υποβάλλουν προσφορές μόνο εκείνη που πληρούν τα ποιοτικά κριτήρια που η ίδια έθεσε, μέσα στα οποία περιλαμβάνονται κριτήρια όπως χρηματοδοτική ή οικονομική ικανότητα και φερεγγυότητα αλλά και τεχνικές δεξιότητες που τους καθιστούν κατάλληλους για την διεκπεραίωση του έργου.

Ουσιαστικές διαφορές δεν μπορεί να κριθεί πως υπάρχουν μεταξύ των δύο προαναφερθέντων διαδικασιών πέρα από το γεγονός πως στη κλειστή διαδικασία η αναθέτουσα Αρχή έχει την ευχέρεια να απόρριψη με σχετική ευκολία και ταχύτητα εκείνους που δεν πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια, αντί να απορρίψει εκ των υστέρων την προσφορά που θα καταθέσουν.

Ανάθεση κατόπιν διαπραγματεύσεων .

Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις , προβλέπεται η δυνατότητα διαπραγμάτευσης μεταξύ ιδιωτών και αναθετουσών Αρχών ∙ η «εξαιρετική περίπτωση» δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια που θα πρέπει να εξειδικεύεται κατά περίπτωση “ad hoc” αλλά καθορίζονται περιοριστικά στην Οδηγία. Γενικότερο το όλο ζήτημα των διαπραγματεύσεων ερμηνεύεται εξαιρετικά στενά με την σύμφωνη γνώμη της νομολογίας του ΔΕΚ , καθώς αντιμετωπίζονται ως αποκλίνον σύστημα από το πνεύμα των υπόλοιπων ρυθμίσεων            .

Μάλιστα η αυστηρότητα του ΔΕΚ συνεχίζει αναφέροντας πως εφόσον είναι δυνατόν να επιλεγεί κάποια άλλη διαδικασία δεν είναι στην διακριτική ευχέρεια της διοίκησης ∙ πρέπει δηλαδή να επιλεγεί η ανοικτή ή κλειστή διαδικασία εάν είναι δυνατή η τήρηση των συντετμημένων κοινοτικών  προθεσμιών δημοσίευσης. Μάλιστα έχει νομολογηθεί πως λόγοι επείγοντος που στηρίζονται σε που βασίζονται σε στενότητα χρόνου δεν δικαιολογούν την χρήση αυτής της διαδικασίας.[2]

Η σύναψη σύμβασης με απευθείας ανάθεση γίνεται ύστερα από έκδοση προκήρυξης από την αναθέτουσα Αρχή, ενώ είναι δυνατή η διεξαγωγή της διαδικασίας να γίνει σε σταδιακές φάσεις με μείωση των αριθμών των προσφορών  .

Η ανάθεση με διαπραγμάτευση επιτρέπεται όταν      :
α) σε ανοικτή/κλειστή διαδικασία έχουν κατατεθεί μη νομότυπες, άρα απαράδεκτες προσφορές , με τον όρο η αρχική σύμβαση να μην έχει τροποποιηθεί

β) οι μη σταθμισμένοι παράγοντες δεν επιτρέπουν στην ακριβή πρόβλεψη για το μέγεθος και γενικά ουσιώδη στοιχεία του έργου  .

γ) σε κλειστή ή ανοικτή διαδικασία δεν έχουν κατατεθεί προσφορές ή αυτές ήταν ακατάλληλες.

δ) υπάρχουν σοβαροί τεχνικοί ή καλλιτεχνικοί λόγοι με στόχο την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων και εξ ορισμού η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε έναν οικονομικό φορέα, αλλά και για σπουδαίους κατεπείγοντες λόγους (ανάγκης) δεν είναι δυνατή η τήρηση των συντετμημένων κοινοτικών προθεσμιών.

ε) έχουμε να κάνουμε με προμήθειες εισηγμένες και αγοράζονται σε χρηματιστήριο βασικών προϊόντων.

στ) έπαυσε προμηθευτής οριστικά τις εμπορικές δραστηριότητες του , και επιβάλλεται η ευνοϊκή αγορά προμηθειών από εκείνον  .

Μάλιστα σε αυτές τις περιπτώσεις δεν χρειάζεται η δημοσίευση προκήρυξης εφόσον περιλαμβάνονται όλοι όσοι υπέβαλλαν προσφορές κατά την ανοιχτή/κλειστή διαδικασία ή τον ανταγωνιστικό διάλογο, ενώ στις τελευταίες δύο περιπτώσεις δεν χρειάζεται καθόλου δημοσίευση προκήρυξη.

Παρά το αποκλίνον αυτό σύστημα οι βασικές αρχές της διαφάνειας , της ίσης μεταχείρισης των συμμετεχόντων ισχύει στο έπακρο.

Κριτήρια ανάθεσης συμβάσεων

Καλούνται και κριτήρια κατακύρωσης , και αναφέρονται σε συγκεκριμένη αποδεδειγμένη μαθηματική μέθοδο που χρησιμοποιείται ως γνώμονας για την πιο επιτυχή επιλογή μεταξύ των προσφορών. Στην κοινοτική οδηγία, ορίζονται δύο τέτοια κριτήρια     :

Α) χαμηλότερη τιμή. Για την επιλογή του αναδόχου με βάση αυτό το κριτήριο χρειάζεται αυτός να πληροί τις ελάχιστες τεχνικέ προϋποθέσεις και να περιέχεται στην προσφορά του η χαμηλότερη τιμή

Β) συμφέρουσα από οικονομική άποψη . Εδώ εκτιμώνται διάφορα κριτήρια και υποκριτήρια , βαθμολογούνται ξεχωριστά , αναφέρεται η τυχόν εκπλήρωση επιμέρους κριτηρίων ή υποχρεώσεων. Εδώ η δημόσια αρχή χρησιμοποιεί έναν περίπλοκο μαθηματικό τύπο ώστε συνυπολογίζοντας την τιμή των προσφερόντων να καθορίσει την πιο συμφέρουσα προσφορά άρα και τον ανάδοχο.[3]

Βέβαια κατανοητό είναι και λογικά αλλά και νομικά πως είναι αδύνατη η έναρξη μιας διαδικασίας με βάση του ενός κριτηρίου και στην πορεία να αλλάξει, πράγμα που αν γινόταν θα παραβίαζε μια σειρά κοινοτικών ( διαφάνειας, νομιμότητας, ισότητας) αλλά και εθνικών αρχών ( εμπιστοσύνη στην διοίκηση ).[4]

_______________________________________________________________________________________

[1] Όπως κάθε εργασία του κράτους δεν λείπουν και οι φορές παρατυπιών, λαθών αλλά και παρανομιών.

[2] παραπομπή : ΔΕΚ 18/3/1992, υπόθεση στην Ισπανία

[3]  Η οδηγία υποχρεώνει την εκάστοτε αναθέτουσα αρχή να απαριθμεί τα κριτήρια και υποκριτήρια που χρησιμοποίησε καθώς και το βάρος τους, σε φθίνουσα κατάταξη, εκτός αν δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί εκ των προτέρων των υποκριτηρίων.

[4] Νομολογία ΔΕΚ : 25-4-1996 C-87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;