Είδη δημόσιων προτάσεων εξαγοράς κινητών αξιών

Η πλέον βασική διαφοροποίηση των δημόσιων προτάσεων εξαγοράς είναι ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός χαρακτήρας τους. Εντελώς ενδεικτικά, οι δπ μπορεί να χαρακτηρίζονται ανάλογα : α) με το είδος των κινητών αξιών που ο προτείνων ζητά να αποκτήσει, β) με τον όγκο των κινητών αξιών (σύνολο της υπο εξαγοράς εταιρίας ή συγκεκριμένο μέρος  της) , γ) με την εθνικότητα του προτείνοντος, δ) με το προσφερόμενο αντάλλαγμα (μετρητά-τίτλοι ή υπεραξία μετοχής) , ε) με την σχέση προτείνοντος και υπό εξαγοράς εταιρείας (friendly ή hostile takeover) και στ) ο τρόπος χρηματοδότησης της πρότασης (αυτοχρηματοδοτούμενη ή όχι).

Προαιρετική Δημόσια Πρόταση  (άρθρο 6 ν.3461/2006)

Οι προαιρετικές δπ αποτελούν το διαδικαστικό πρότυπο με βάση το οποίο γίνονται οι δπ, και οι διατάξεις τους (εκτός αντίθετης ειδικότερης ρύθμισης) εφαρμόζονται και στις υποχρεωτικές δπ, καθώς καλύπτουν μεγαλύτερο φάσμα περιπτώσεων, ενώ παράληλα παρουσιάζουν μεγάλη ευελιξία.
Κατά την προαιρετική δπ ο προτείνων έχει το ελεύθερο να ζητήσει την απόκτηση του συνόλου της εισηγμένης ή συγκεκριμένου μέρους των κινητών αξιών της ή να συνδέσει την πρόταση μου υπό αιρέσεις που θα αφορούν το ελάχιστο ή μέγιστο αριθμό των αξιών που θα προσφερθούν. Το αντάλλαγμα διαμορφώνεται ελεύθερα, σχεδόν πάντα ωστόσο ξεπερνάει την χρηματιστηριακή αξία, προκειμένου να έχει σοβαρότητα και επιτυχία η δπ. Κατά το χρόνικό διάστημα της δπ  , εφόσον ο προτείνων απέκτησε άμεσα ή έμμεσα μετοχές σε υψηλότερη της προσφερόμενης τιμής, υποχρεούται να αυξήσει αντίστοιχα το προσφερόμενο αντάλλαγμα προς τους λοιπούς μετόχους.[1]

Διαδικασία Δημόσιας Πρότασης

Η διαδικασία της δπ άρχεται χρονικά με την κοινοποίηση της από τον προτείνοντα στην ΕΚ μετά την λήψη της σχετικής απόφασης ή εντός της νόμιμης προβλεπόμενης προθεσμίας εάν πρόκειται για υποχρεωτική δπ. Παράλληλα υποβάλλεται στην Εκ σχέδιο πληροφοριακού δελτίου, και την επόμενη (πριν την έναρξη διαπραγμάτευσης των κινητών αξιών που αφορά η δπ), ανακοινώνεται στο κοινό. Η ανακοίνωση περιέχει τις βασικές πληροφορίες σχετικά με τον προτείνοντα, τις κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο της δπ, το αντάλλαγμα, τις κινητές αξίες που κατέχει και την πρόθεση του να προβεί σε περαιτέρω αποκτήσεις μέχρι τη λήξη της περιόδου αποδοχής.

Το πληροφοριακό δελτίο [2]εξ απόψεως αστικού δικαίου αποτελεί πρόταση προς κατάρτισης σύμβασης. Αποτελεί του όρους της δπ και περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που χρειάζονται οι μέτοχοι για να διαμορφώσουν γνώμη σχετικά με αυτή, όπως τους όρους της δπ, τη φερεγγυότητα του προτείνοντα, τις κινητές αξίες που αφορούν, το αντάλλαγμα, την διάρκεια της περιόδου αποδοχής, την διαδικασία της αποδοχής, τα πιστωτικά ιδρύματα ή τις εξουσιοδοτημένες ΕΠΕΥ να αποδεχθούν τις δηλώσεις αποδοχής, ειδικότερους όρους κτλ. [3]Προς εξασφάλιση της αξιοπιστίας, το πληροφοριακό δελτίο υπογράφεται από πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ που βεβαιώνει την ακρίβεια του, με ειδική μνεία για τις μεθόδους και τη διαδικασία διασφάλισης των αναλαμβανόμενων υποχρεώσεων του προτείνοντος. Η σύνταξη του πληροφοριακού δελτίου είναι υποχρέωση του προτείνοντος και του συμβούλου το, για την οποία καλύπτεται μόνο κάθε θετική ζημία που επήλθε από την ανακρίβεια του δελτίου. Ο ζημιωθείς φέρει το βάρος απόδειξης της ζημίας του (νόθος αντικειμενική ευθύνη) ενώ ο προτείνων φέρει το βάρος να αποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητας του. Οι αξιώσεις αποζημίωσης παραγράφονται εντός τριών ετών από την λήξη της περιόδου αποδοχής. Υποστηρίζεται ωστόσο πως χωρεί αποζημίωση με βάση της γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, με την προϋπόθεση να θεμελιώσει την αξίωση του (χάνοντας το πλεονέκτημα της νόθου αντικειμενικής ευθύνης).

Το σχέδιο του πληροφοριακού δελτίου εγκρίνεται εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ΕΚ από την υποβολή του πλήρους σχεδίου από τον προτείνοντα, ενώ δημοσιεύεται εντός τριών ημερών από την έγκριση της ΕΚ με επιμέλεια του προτείνοντος σε[4] α) μορφή εντύπου διατιθέμενου δωρεάν στο κοινό στην έδρα και στα υποκαταστήματα του προτείνοντος , του συμβούλου του και των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχει εξουσιοδοτήσει σχετικά ο προτείνων, β) σε ηλεκτρονική μορφή στον διαδικτυακό τόπο του προτείνοντος και γ) με την επιμέλεια της ΕΚ σε ηλεκτρονική μορφή στον ιστότοπο της.[5] Οι ανακοινώσεις δημοσιεύονται στην ελληνική γλώσσα, και εάν οι μετοχές που αποτελούν αντικείμενο της δπ είναι εισηγμένες για διαπραγμάτευση και σε οργανωμένη αγορά που λειτουργεί σε άλλο κράτος - μέλος, η σχετική δημοσίευση γίνεται ταυτόχρονα και στην αγγλική με ταυτόσημο περιεχόμενο. [6]Η ΕΚ δύναται να ζητήσει την συμπερίληψη περαιτέρω πληροφοριών ή την τροποποίηση κάποιων, ενώ ο προτείνων δύναται να ζητήσει από την ΕΚ την μη συμπερίληψη συγκεκριμένων πληροφοριών εάν δεν είναι ευχερείς προς κοινοποίηση ή δεν είναι απαραίτητες για την προστασία των μετόχων.

Εντός 10 ημερών από την δημοσίευση του πληροφοριακού δελτίου, υποβάλλεται  στην ΕΚ και στον προτείνοντα η αιτιολογημένη γνώμη της διοίκησης της υπό εξαγοράς εταιρείας, συνημμένη με έκθεση χρηματοοικονομικού συμβούλου, η οποία παράλληλα ανακοινώνεται στους εργαζόμενους της υπό εξαγοράς εταιρείας.

Η αποδοχή της πρότασης γίνεται εγγράφως και κατατίθεται στα πιστωτικά ιδρύματα ή στις ΕΠΕΥ που  είναι εξουσιοδοτημένες να την δεχθούν, ενώ εναλλακτικά μπορεί να υποβληθεί στους χειριστές του ΣΑΤ, εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στο πληροφοριακό δελτίου. Αυτό το διάστημα είναι μεταξύ 4 και 8 εβδομάδων από την δημοσίευση του πληροφοριακού δελτίου, ενώ δύναται να παραταθεί κατά 2 εβδομάδες ύστερα από αίτηση του προτείνοντος και απόφαση της ΕΚ.

Σε περίπτωση αντίθετης ρύθμισης στο πληροφοριακό δελτίο, οι δηλώσεις ανακαλούνται ελεύθερα μέχρι την λήξη περιόδου αποδοχών. Αν οι δηλώσεις αποδοχής υπερκαλύπτουν τον αριθμό των κινητών αξιών που προσφέρεται να αποκτήσει ο προτείνων, ικανοποιούνται αναλογικά[7]. Ωστόσο στο πληροφοριακό δελτίο μπορεί να ορίζεται ότι ικανοποιείται κατά προτεραιότητα ένα ελάχιστο ποσοστό ή αριθμός μετοχών ανά μέτοχο. [8]

Τα αποτελέσματα της δπ δημοσιεύονται με επιμέλεια του προτείνοντος εντός 2 εργάσιμων ημερών από την λήξη της περιόδου αποδοχής. Ο προτείνων έχει το δικαίωμα να βελτιώσει τους όρους της δπ, υποβάλλοντας σύμφωνα με το άρθρο 21 αναθεωρητική δπ μέχρι 5 εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη της περιόδου αποδοχής, η οποία υποβάλλεται στην ΕΚ και εγκρίνεται εντός 2 εργάσιμων ημερών από την υποβολή της. Η απόφαση της ΕΚ δημοσιεύεται με επιμέλεια του προτείνοντα την επόμενη εργάσιμη ημέρα. και κοινοποιείται στου εργαζομένους της υπό εξαγοράς εταιρίας. Εφόσον δεν ορίζεται σχετικά, γίνεται δεκτό πως η περίοδος αποδοχής δεν παρατείνεται αυτοδικαίως. Όσοι αποδέχθηκαν την αρχική δπ θεωρείται πως αποδέχονται την αναθεωρημένη δπ, εκτός εάν δηλώσουν το αντίθετο. [9]

Υποχρεωτική Δημόσια Πρόταση (άρθρο 7 ν.3461/2006)

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 ν.3461/2006, υποχρέωση υποβολής δπ υπέχει :

α) οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποκτά καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, [10] κινητές αξίες της εταιρίας και το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου αυτών υπερβαίνει το όριο του ενός τρίτου (1/3 ή το 33,34%) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της, εκτός εάν έχει ήδη υποβάλλει δπ.[11]

β) κάθε πρόσωπο που κατέχει περισσότερο από το ένα τρίτο (1/3) χωρίς να υπερβαίνει το ένα δεύτερο (1/2) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρείας και το οποίο αποκτά μέσα σε 12 μήνες, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρείας οι οποίες αντιπροσωπεύουν ποσοστό ανώτερο του 3% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρείας, εκτός εάν έχει ήδη υποβάλλει δπ.

Η υποβολή πρέπει να γίνει εντός 20 ημερών από την απόκτηση των αντίστοιχων μετοχών, και θα πρέπει να αφορά το σύνολο των λοιπών μετοχών της εισηγμένης επιχείρησης.

Αντικείμενο της υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης είναι η νομοτεχνική υποβολή πρότασης, και όχι η τελική κατάρτιση σύμβασης. Σκοπός του άρθρου αποτελεί η ίση μεταχείριση των μετόχων υπό το πρίσμα της προσαρμογής στη διαρκώς εξελισσόμενη οικονομική πραγματικότητα, καθώς η μεγάλη διασπορά των μετοχών χρηματιστηριακών κινητών αξιών και η μη άσκηση των δικαιωμάτων των μικρομετόχων δημιουργεί κατάλληλο έδαφος ώστε ο έλεγχος να ασκείται με την κατοχή του 1/3 των μετοχών. Περαιτέρω, η προστασία της επενδυτικής σύμβασης αποτελεί σημαντική παράμετρο εξ απόψεως τελολογίας στην θέσπιση της υποχρεωτικής δπ[12] , καθώς δεν προστατεύονται μόνο προϋπάρχουσες προσδοκίες των μετόχων σχετικά με τον έλεγχο της εταιρείας, αλλά και λαμβάνεται υπόψη η επένδυση τους, η οποία αποτυπώνεται στο υπερτίμημα που τους προσφέρεται.

Στην οικονομική θεωρία, το βασικό επιχείρημα θέσπισης της υποχρεωτικής δπ αποτελεί η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χρηματιστηριακής αγοράς, δημιουργώντας ελκυστικές επενδύσεις προς το επενδυτικό κοινό [13], με παράλληλη προστασία των μειοψηφούντων εταίρων, οι οποίοι έχουν την επιλογή αποεπένδυσης.[14] Η ενδεχόμενη μεταβολή του ελέγχου μιας επιχείρησης, βέβαια, ανατρέπει τα δεδομένα με βάση τα οποία επέλεξε το κοινό να επενδύσει στην συγκεκριμένη επιχείρηση ή επιλέγει να παραμείνει.

Κατά μια άποψη, το ποσοστό 33,34% [15] δεν οδηγεί απαραίτητα στην πραγματική απόκτηση ελέγχου, ενώ παράλληλα δεν δίνεται η δυνατότητα ο προτείνων να αποδείξει ότι η απόκτηση του συγκεκριμένου ποσοστού δεν θα έχει αποτέλεσμα την διαφοροποίηση του ελέγχου. Η Οδηγία δεν προβλέπει το συγκεκριμένο ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου που πρέπει να αποκτηθεί για την γέννηση της υποχρέωσης υποβολής δπ, ούτε καθιερώνει τεκμήρια ή κριτήρια απόκτησης ελέγχου. Είναι προφανές ότι η επιλογή του ανωτέρω ποσοστού προκύπτει από την πεποίθηση ότι μια εισηγμένη εταιρία δύναται να διοικηθεί από το ποσοστό «μεγάλης μειοψηφίας», δυνάμει της μεγάλης διασποράς των μετόχων. Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ τους επιτρέπει στον υποψήφιο αγοραστή με σχετική ευκολία να δημιουργήσει ένα πολύ σημαντικό ποσοστό ελέγχου, το οποίο προκύπτει από διάσπαρτους πωλητές οι οποίοι δεν μπορούν να αντιληφθούν το οικονομικό νόημα της κάθε ξεχωριστής συναλλαγής, και συνεπώς δεν απαιτούν την υπεραξία που θα τους αναλογούσε.[16] Η βούληση του προτείνοντος για την πραγματική απόκτηση του ελέγχου είναι αδιάφορη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι αντισυμβαλλόμενοι μέτοχοι της μειοψηφίας, ναι μεν είναι ένας πεπερασμένος αριθμός, ωστόσο είναι ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινό, όπου εφόσον κάποιος επενδυτής εισέλθει στην επιχείρηση αγοράζοντας κινητές αξίες κατά την περίοδο που εκκρεμεί η δπ θα ισχύει και προς εκείνον η προσφορά. Η μεγάλη αυτή κινητικότητα αρκεί για να θεωρηθεί πως η πρόταση απευθύνεται προς «αόριστο αριθμό προσώπων».[17]

Βασικές προϋποθέσεις των υποχρεωτικών δπ αποτελούν οι εξής :

α) να καταλαμβάνουν το σύνολο των κινητών αξιών της υπό εξαγοράς εταιρείας. Η ρύθμιση δικαιολογείται προκειμένου να διασφαλισθεί η ισότιμη συμμετοχή όλων των μετόχων στο υπερτίμημα του ελέγχου, στο δικαίωμα αποεπένδυσης, καθώς και η σοβαρότητα της δπ.

β) δεν υπόκεινται σε αιρέσεις και δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκλησης της δπ, καθώς ενδεχόμενη αίρεση ή ανάκληση θα αναιρούσε το χαρακτήρα της υποχρεωτικότητας της πρότασης και θα δημιουργούσε κλίμα ανασφάλειας στους μετόχους.

και γ) το αντάλλαγμα καταβάλλεται σε μετρητά και πρέπει να είναι εύλογο και δίκαιο. Κατά  το άρθρο 9 ο προτείνων θα πρέπει να προσφέρει εύλογο αντάλλαγμα και παράλληλα η ευχέρεια στους αποδέκτες της να επιλέξουν την καταβολή του ανταλλάγματος σε μετρητά.

Ως «εύλογο και δίκαιο αντάλλαγμα[18]» θεωρείται τίμημα σε μετρητά (ειδικά για την υποχρεωτική δπ) ανά μετοχή το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο:

  1. i) από τη μέση χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής της υπό εξαγοράς εταιρείας, κατά τους τελευταίους 6 μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δπ, ούτε
  2. ii) από την υψηλότερη τιμή στην οποία το υπόχρεο πρόσωπο ή κάποιο από τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό απέκτησε μετοχές της υπό εξαγοράς εταιρείας[19], κατά τους 12 μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δπ και μέχρι την λήξη της.Το κριτήριο των προηγούμενων συναλλαγών του προτείνοντα θεωρείται ασφαλιστική δικλείδα για την αρχή της ίσης μεταχείρισης των μετόχων. Αυτό επιτυγχάνεται αφενός με την επέκταση της υποχρέωσης καταβολής του υψηλότερου ανταλλάγματος που προσέφερε και κατά τη διάρκεια της δπ, και αφετέρου με τη δυνατότητα συμμετοχής των μετόχων στο «υπερτίμημα» [20], ειδικά εκείνων που δεν είχαν τη δυνατότητα να συναλλαγούν πριν την δπ με τον προτείνοντα με τους όρους και το αντάλλαγμα που απέκτησε τον έλεγχο της εταιρίας.[21]

Εφόσον οποιαδήποτε από τις ανωτέρω προϋποθέσεις λείπει  τότε η υποχρεωτική δπ καθίσταται άνευ αντικειμένου, και ο προτείνων θα υποστεί τις σχετικές κυρώσεις.

Ζήτημα τίθεται σχετικά με την επέκταση ή όχι της υποχρεωτικής δπ (και άρα των προστατευτικών διατάξεων του νόμου) στις προνομιούχες χωρίς δικαίωμα ψήφου μετοχές της εταιρίας.[22]

Ως προς με την προαιρετική δπ, κατ’αρχήν αντικείμενο της είναι οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου, εκτός εάν ο προτείνων έχει ορίσει διαφορετικά στο πληροφοριακό δελτίο. Εφόσον η πρόταση αφορά δύο κατηγορίες μετοχών, θα πρόκειται για δύο ξεχωριστές δπ, που διέπονται από τις ίδιες διατάξεις και όρους, οι οποίες θα εφαρμοστούν αναλογικά στη δπ για τις προνομιούχες χωρίς ψήφο μετοχές.[23]

Ως προς την υποχρεωτική δπ, και σχετικά με την αναλογική προστασία των μετόχων που κατέχουν προνομιούχες μετοχές, καταρχήν φαίνεται να γίνεται δεκτό πως δεν αποκλείεται η αντίστοιχη προστασία τους με τις κοινές.[24] Κάτι τέτοιο φαίνεται δικαιοπολιτικά ορθό, καθώς παρότι οι προνομιούχοι χωρίς ψήφο μέτοχοι δεν συνδιαμορφώνουν τις αποφάσεις των ΓΣ της εταιρίας, θα επηρεαστούν ομοίως από την αλλαγή ελέγχου της εταιρίας. Κατ’αντίθετη άποψη, [25] το ειδικότερο σχήμα της υποχρεωτικής δπ που απαιτεί τη συγκέντρωση συγκεκριμένου ποσοστού όχι της ονομαστικής πλειοψηφίας, αλλά της de facto πλειοψηφίας  δεν δικαιολογεί την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων και στις προνομιούχες χωρίς ψήφο μετοχές. Οι προνομιούχοι μέτοχοι ενδιαφέρονται για την προστασία του προνομίου τους ήτοι της θέσης τους στην εταιρία, σε αντίθεση με τους μετόχους των κοινών μετοχών, οι οποίο ενδιαφέρονται για την αντανάκλαση της πορείας της εταιρίας στην αξία των μετοχών τους. Οι αποφάσεις της νέας διοίκησης δεν επηρεάζει τις μετοχές καθαυτές, αλλά την γενική επιχειρηματική πορεία της εταιρίας, επηρεάζοντας παράλληλα την αξία των μετοχών (προσδοκία των κοινών μετόχων) υποδεικνύει πως δεν χρειάζεται κατ’ανάγκην η επέκταση των ρυθμίσεων και στις προνομιούχες χωρίς ψήφο μετοχές.

___________________________________________________________________________

[1] Κατά την υπ’αριθμ. 2783/2013 ΠολΠρωτΑθ «Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3461/2006 για την αύξηση του ανταλλάγματος της δημόσιας πρότασης εξυπηρετεί τη βασική αρχή  του δικαίου των δημοσίων προτάσεων, αυτήν της αρχής της ισότιμης μεταχείρισης των μετόχων  της υπό εξαγορά εταιρίας έναντι του προτείνοντος. Ελλείψει της ανωτέρω διατάξεως, ο προτείνων  θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης της εξαγοράς, συνάπτοντας  συμφωνίες με ορισμένους μετόχους εκτός της δημόσιας πρότασης, στους οποίους θα κατέβαλε  μεγαλύτερο αντάλλαγμα προκειμένου να αποκτήσει ή να ενισχύσει τον έλεγχο στην υπό εξαγορά  εταιρία.»

[2] Ενδεικτικά, το πληροφοριακό δελτίο της εν εξελίξει την 27 Φεβρουαρίου 2017 της «Apollo Investment Holdco S.A.R.L.» προς τους μετόχους της «ΑΣΤΗΡ ΠΑΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»  http://bit.ly/2l5vZ5u

[3] Τόσο ο κοινοτικός όσο και ο έλληνας νομοθέτης δεν επιχείρησαν να προσεγγίσουν την έννοια της «δημοσιότητας». Για τους σκοπούς της Οδηγίας θα πρέπει να θεωρηθεί πως η δημοσιότητα εξασφαλίζεται όταν η πρόταση απευθύνεται σε όλους τους μετόχους και από την διαφάνεια των όρων της έναντι του επενδυτικού κοινού, Αυγητίδης, ο.π. σελ 300, έτσι Μουζούλα, Η δημόσια πρόταση αγοράς μετοχών, αρ. 25 επ.

[4] Άρθρο 16 ν. 3461/2006

[5] http://www.hcmc.gr/el_GR/web/portal/publicproposals

[6] Άρθρο 16 παρ.2 3461/2006

[7] Άρθρο 19 ν. 3461/2006

[8] Ίσως μπορεί να προκριθεί και η χρονική προτεραιότητα των μετόχων που υπέβαλλαν δηλώσεις αποδοχής, εφόσον μπορεί να θεμελιωθεί η τήρηση της αρχής της ισότητας μεταξύ των μετόχων.

[9] Άρθρο 18 παρ.1 ν.3461/2006

[10] Πρόσωπα που ενεργούν συντονισμένα αποτελούν κατά το νόμο (άρθρο 2 περ.ε) τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συνεργάζονται με τον προτείνοντα ή με την υπό εξαγορά εταιρία, βάσει ρητής ή σιωπηρής, προφορικής ή γραπτής συμφωνίας, η οποία έχει ως σκοπό την απόκτηση του ελέγχου της υπό εξαγορά εταιρίας ή τη ματαίωση της επιτυχούς έκβασης της δημόσιας πρότασης.

[11] Εφόσον η απόκτηση μετοχών έγινε από περισσότερα πρόσωπα, τότε καταρχήν είναι υπόχρεα άπαντα να υποβάλουν αυτοτελή δπ (Εγκύκλιος 33/3-7-2007 ΕΚ) , ενώ η υποβολή της δπ από ένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα απαλλάσσει καταρχήν τα υπόλοιπα.

[12] Γεώργιος Ψαρουδάκης, Ζητήματα της υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης –με αφορμή την ΠΠρΑθ 4388/2014, ΔΕΕ 2015 σελ. 11

[13] Τουντόπουλος, Δίκαιο Κεφαλαιαγοράς 2015, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ 229, Meyer στο Geibel/Submann, WpUG, 2008, παρ.35, αρ.2

[14] Οδηγία 2004/25/ΕΚ αρ.8

[15] Το προηγούμενο καθεστώς προέβλεπε το 50% των δικαιωμάτων ψήφου. Ειδικά στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 3461/2006 αναφέρεται πως «Με την μείωση του απαιτούμενου ποσοστού απόκτησης μετοχών για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης από 50% σε 1/3 των δικαιωμάτων ψήφου, επιδιώκεται αφ’ενός η προσαρμογή της ρύθμισης στη διαρκώς εξελισσόμενη οικονομική πραγματικότητα και αφ’ετέρου η εναρμόνιση της με τα ισχύοντα στις συντριπτικά περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.». Αντιρρήσεις ως προς την μείωση υπήρξαν από την Ένωση Εισηγμένων Εταιριών, κατά την οποία θα ευνοούνται εκείνοι με την μεγαλύτερη ρευστότητα, που είναι κατά κύριο λόγο αλλοδαποί επενδυτές. www.eneiset.gr

[16] Γεώργιος Ψαρουδάκης, ο.π. ΔΕΕ 2015 σελ. 11

[17] Κοτσίρη Ε. Λάμπρος, Έννοια «Δημόσιας προσφοράς εξαγοράς», ΕΕμπΔ 2000, σελ.844.

[18] Άρθρο 9 ν.3461/2006

[19] Αυγητίδης, Υποχρεωτική Δημόσια Πρόταση –Προσδιορισμός Ανταλλάγματος με βάση την τιμή άσκησης δικαιώματος προαίρεσης μετά τη λήξη της περιόδου αποδοχής, ΔΕ.Ε 2007, σελ 399 επ.

[20] Αυγητίδης, ο.π. ΔΕ.Ε 2007, σελ 399,402

[21] Αυγητίδης, Δίκαιο Κεφαλαιαγοράς, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ 328

[22] Ψαρουδάκης, ο.π., ΔΕΕ 2015, σελ 12

[23] Άρθρο 6 παρ.2 ν.3461/2006 , Αυγητίδης ο.π. 2014, σελ 311

[24] Όπως αναφέρει η υπ’αριθμ. 4388/2014 ΠολΠρωτΑΘ «…..Ανεξαρτήτως δε της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 7 Ν. 3461/2006 απευθείας και επί των προνομιούχων  μετοχών (ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτές δεν παρείχαν τυπικά δικαίωμα στις  τακτικές γενικές συνελεύσεις), οι τελευταίες πρέπει να τύχουν αντίστοιχης προστασίας με τις κοινές  μετοχές (που προστατεύονται από το ν. 3461/2006)…. δεδομένου ότι χωρίς και την απόκτηση αυτών των μετοχών δεν  νοείται εξαγορά της εταιρείας θα περιλάμβανε και τις προνομιούχες μετοχές……», Ψαρουδάκης , ο.π. ΔΕΕ 2015, σελ 13

[25] Ψαρουδάκης, ο.π. ΔΕΕ 2015, σελ 15

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;