Υποχρέωση πληροφόρησης μέλους Χ.Α. σε πελάτη σύμβασης χρημ.παραγγελίας

Σε κάθε σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας το μέλος  οφείλει να παρέχει συνεχή πληροφόρηση στον παραγγελέα  και εξ απόψεως αστικού δικαίου καθώς το μέλος, ασκώντας διαχείριση αλλότριας υποθέσεως, επωμίζεται την υποχρέωση λογοδοσίας, κατά τις διατάξεις των αρ. 303, 718 και 734 ΑΚ.  Κρίσιμο κριτήριο για την ποιότητα της πληροφόρησης θεωρείται οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει τη βούληση  του παραγγελέα.

Ο ν. 3606/2007 διαχωρίζει τις πληροφορίες σε :

α)  εξατομικευμένες και

β) σε υπερατομικές ( ή αφηρημένες πληροφοριακές)

Μορφή εξατομικευμένης πληροφορίας είναι η επενδυτική συμβουλή, η οποία συνδυάζει τις συνθήκες της αγοράς αλλά και την προσωπικότητα του παραγγελεά.  Αντίθετα, οι μη εξατομικευμένες πληροφορίες δεν συνυπολογίζουν την προσωπικότητα του παραγγελέα. Η παροχή εξατομικευμένων πληροφοριών δεν θεωρείται υποχρέωση των μελών, εκτός αν έχει καταρτιστεί  ειδική σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών.

Και εδώ εισάγεται το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ εξατομικευμένων και αφηρημένων πληροφοριών και κατά πόσο το μέλος είναι υποχρεωμένο προς πληροφόρηση εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί ειδικά. Το εάν πχ μια συγκεκριμένη εταιρία πτώχευσε μπορεί για κάποιο παραγγελέα να θεωρείται εξατομικευμένη πληροφορία καθώς δραστηριοποιείται στον ίδιο ή παραπλήσιο χώρο και αφηρημένη πληροφορία για άλλο παραγγελέα.

Λόγος γίνεται πως η πληροφόρηση μπορεί να παραχθεί και χωρίς συμφωνία εκ της καλής πίστης. Αυτό το ζήτημα είχε τεθεί παλαιότερα όταν η σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών ήταν παρεπόμενη συμφωνία, την οποία ο ν.3606/2007 την ανάδειξε σε κύρια επενδυτική υπηρεσία.  Δεν αποκλείεται, λοιπόν,  υπό προϋποθέσεις, ακόμα και όταν αυτό δεν έχει συμφωνηθεί συμβατικά το μέλος να παρέχει συμβουλές προς τον παραγγελέα.[1]

Σε κάθε περίπτωση σκόπιμο κρίνεται να ερευνούνται οι συνθήκες της συναλλαγής.

Σε περίπτωση πχ που ο παραγγελέας δίνει εντολή για την αγορά/ πώληση τίτλων παρουσιαζόμενος να έχει λάβει ήδη την απόφαση του, και ειδικά χωρίς να ζητά την άποψη του μέλους ( ειδικά και στο σημερινό ηλεκτρονικό περιβάλλον) , οι υποχρεώσεις πληροφόρησης κρίνονται σαφώς περιορισμένες.

 Το μέλος πάντως δεν υποχρεούται να υποδείξει στον παραγγελέα συγκεκριμένες και κατάλληλες επενδυτικές επιλογές, ούτε να αποτρέψει λανθασμένες επιλογές. Βέβαια εφόσον καθίσταται προφανές ότι ο παραγγελέα έχει ως εναρκτήρια κινητήρια δύναμη λανθασμένες/ψευδείς παραστάσεις σχετικά με την αγορά και είναι προφανές πως ο επενδυτικός κίνδυνος θα πραγματοποιηθεί το μέλος δύναται ( δεν υποχρεούται)  να ενημερώσει τον παραγγελέα σχετικά  με την επικείμενη επενδυτική επιλογή. Σύμφωνα με το άρθρο  25 παρ. 5 ν. 3606/2007 «.…Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή…».

Όσο αφορά στις μη εξατομικευμένες πληροφορίες,  κάθε παραγγελέας δικαιούται πάντοτε να ζητήσει από το μέλος έναν βασικό πυρήνα μη εξατομικευμένων πληροφοριών για βασικά ζητήματα όπως πχ η  δομή και λειτουργία  της ΑΕΠΕΥ, το  κόστος και τρόπος χρέωσης, γενικοί κίνδυνοι και άλλα.

Το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 3606/2007 (ως αναγκαστικό δίκαιο) επιβάλλει η ελάχιστη πληροφόρηση να αφορά : α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, γ) τους τόπους εκτέλεσης και δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις.

Το άρθρο 25 παρ. 5 συμπληρώνει πως «…..όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη».

Εκ τoν συνδυασμό των ανωτέρω άρθρων συνάγεται πως υπάρχει υποχρέωση ελάχιστης ( κατάλληλης) πληροφόρησης εκ των μελών και ελάχιστης έρευνας σχετικά με τις ατομικές δεξιότητες του παραγγελέα ώστε σε ένα σημείο να είναι δυνατή η παροχή κατάλληλων πληροφοριών και επιπλέον η παροχή επαρκών  γενικών πληροφοριών (π.χ. ανακεφαλαιοποίηση κτλ).[2]

Δυνατότητα απαλλαγής της ΑΕΠΕΥ-μέλους από την υποχρέωση να συλλέξει πληροφορίες για τον πελάτη  εφόσον παρέχονται επενδυτικές με πρωτοβουλία του πελάτη, και εφόσον πελάτης έχει ενημερωθεί πως το μέλος δεν υποχρεούται να εξέτασει την καταλληλότητα και συμβατότητα του μέσου/τίτλου με τον παραγγελέα . Με εσωτερική παραπομπή στο άρθρο 13 ο νόμος 3606/2007 προβλέπει την συνέχιση της υποχρέωσης πληροφόρησης σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων αλλά και την παροχή  μη εξατομικευμένων πληροφοριών.[3]

Σε κάθε περίπτωση που το μέλος  παράσχει πληροφορίες ή συμβουλές, είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει υποχρέωση, αυτές θα πρέπει να είναι ορθές, σαφείς και κατάλληλες για τον παραγγελέα, καθώς διαφορετικά ευθύνεται.

Όσον αφορά την ορθότητα,  θεωρείται αυτονόητο πως  δεν είναι δυνατόν να επαληθευτούν όλες οι αξιολογικές κρίσεις συμβουλές που ένα μέλος παρέχει ειδικά στις συνθήκες της αγοράς όπου σωρείας αστάθμητων παραγόντων είναι δυνατόν να ανατρέψουν στρατηγική βασισμένη σε γεγονότα και επομένως η μη επέλευση του επενδυτικού κινδύνου και η επιτυχής επιχειρηματική κίνηση είναι αμφίβολα.  Ουσιαστικά όταν αναφερόμαστε στην ορθότητα των πληροφοριών,  αναφερόμαστε κυρίως στην ορθότητα των πληροφοριών αλλά και στην επαλήθευση τους μέσα από αξιόπιστες πηγές.

Όσον αφορά  την πληρότητα, το μέλος οφείλει να μεταδώσει στον πελάτη της όλες τις αντικειμενικές πληροφορίες, που θα μπορούσα να επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την επενδυτική  απόφαση του παραγγελέα. Εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν τότε  είτε θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι τα παρεχόμενα στοιχεία δεν είναι αντικειμενικά και αξιόπιστα είτε ότι δεν είναι σε θέση να τον συμβουλεύσει σωστά, λόγω έλλειψης πληροφοριών.  Η πληρότητα επιτυγχάνεται και με τη σαφή παράθεση των στοιχείων, τα οποία θα πρέπει να επεξηγηθούν επαρκώς, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπικότητα του παραγγελέα, την οικονομική κατάσταση, το βιοτικό και μορφωτικό του επίπεδο.

Η  καταλληλότητα  και η συμβατότητα της επενδυτικής υπηρεσίας ( άρα και της παρεπόμενης) ορίζεται επαρκώς στο  25 παρ. 4 ν. 3606/2007, όπου αναφέρεται ότι  θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη και εξατομικευμένη σε κάθε παραγγελέα, λαμβάνοντας υπόψη όπως ανωτέρω προσωπικά στοιχεία του πελάτη. Το μέλος οφείλει να ελέγχει την εμπειρία και τη γνώση του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό χώρο, την χρηματοοικονομική του κατάσταση, τους επενδυτικούς του στόχους, την προσωπικότητα του και να προτείνει ταιριαστές προτάσεις για την κάθε ξεχωριστή περίπτωση του επενδυτή.

Αυτές οι πληροφορίες υποδεικνύουν την καταλληλότητα της υπηρεσίας σε σχέση με τον κάθε παραγγελέα, ενώ ειδικότερα στον έλεγχο συμβατότητας, το μέλος ζητά από τον παραγγελέα ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις επενδυτικές του γνώσεις ώστε να συμπεράνει με ποιον τρόπο μπορεί να υποδείξει την ακαταλληλότητα της υπηρεσίας προς το πρόσωπο του.  [4]

________________________________________________________________________________________________

[1] Καραγκουνίδης Απ., Προστασία του Επενδυτή στο Δίκαιο των Επενδυτικών Υπηρεσιών, Σάκκουλας, 2007

[2] Καραγκουνίδης, ο.π. σελ 510 επ.

[3] αρ. 25 παρ. 6 Ν. 3606/2007

[4]  Εάν ο επενδυτής δεν παράσχει πληροφορίες σχετικά με την γνώση του, ή εάν οι πληροφορίες κριθούν ανεπαρκείς, το μέλος οφείλει να τον προειδοποιήσει πως η απόφαση που θα ληφθεί σχετικά με την ακαταλληλότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας δεν θα είναι πλήρης ( Οδηγία 2004/39/ΕΚ, άρθρο 19).

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;