ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Δικηγόρου, MSc Business Law & Administration

Με δεδομένο ότι οι χρηματικές οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια κρίνεται σκόπιμο να περιγράψουμε εν συντομία τον τρόπο με τον οποίο αυτό δύναται να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια των τραπεζών. Σύμφωνα με το άρθρο 30Β παρ. 1 ΚΕΔΕ[1], προβλέπεται ότι οι απαιτούμενες κοινοποιήσεις, ήτοι αυτή του κατασχετηρίου και εκείνη της δήλωσης της τράπεζας, που πρέπει να γίνει εντός οκτώ (8) ημερών[2] από την πρώτη (άρθρο 32), γίνονται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας. Μάλιστα, η ως άνω διάταξη θεμελιώνει αμάχητο τεκμήριο για τις παραπάνω κοινοποιήσεις θεωρώντας οι αυτές συντελέστηκαν κατά την χρονοημερομηνία αποστολής της βεβαίωσης παραλαβής από τα αντίστοιχα κάθε φορά μέρη. Η ανωτέρω ηλεκτρονική διαδικασία «επικοινωνίας» είναι πλέον ο επίσημος και υποχρεωτικός τρόπος διενέργειας των κατασχέσεων που επιχειρεί το Ελληνικό Δημόσιο στα χέρια των τραπεζών και παρακάμπτεται μόνο στην περίπτωση που ανακύπτει ζήτημα ανωτέρας βίας[3]. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να κάνει κατάσχεση σε βάρος πολλών οφειλετών με το ίδιο κατασχετήριο, αρκεί σε αυτό να προσδιορίζονται σε πίνακες οι οφειλέτες επακριβώς και τα οφειλόμενα ποσά που αντιστοιχούν στον καθένα, ειδάλλως γεννιέται ευθέως λόγος ανακοπής. Η ανωτέρω πρακτική ακολουθείται κατά κόρον, μιάς και φθάνουν στις τράπεζες κατασχετήρια του Ελληνικού Δημοσίου που περιλαμβάνουν εκατοντάδες ονόματα οφειλετών.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 30Α ΚΕΔΕ, σύμφωνα με το οποίο λαμβάνει χώρα επίδοση του κατασχετηρίου σε κατάστημα της τράπεζας[4] και ακολουθεί η δήλωση της (τράπεζας)[5] εγγράφως που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου με σύνταξη σχετικής έκθεσης και αποστολή της στον επισπεύδοντα (άρθρο 32 παρ. 4 ΚΕΔΕ)[6]. Κατά της παραπάνω δήλωσης δύναται να ασκηθεί ανακοπή μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την κοινοποίησή της, που εκδικάζεται απο τα πολιτικά δικαστήρια (άρθρο 34 ΚΕΔΕ). Αξίζει να σημειωθεί ότι με ένα κατασχετήριο δύναται να διενεργηθεί κατάσχεση σε βάρος πολλών οφειλετών υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει για όλους πίνακας, όπου θα μνημονεύεται α) το είδος της οφειλής, β) το ακριβές ποσό της και γ) ο χρόνος βεβαίωσής της.

Τελευταίο βήμα και στους δύο τρόπους κατάσχεσης (άρθρο 30Β και 30Α ΚΕΔΕ) αποτελεί η απόδοση των ποσών στο Ελληνικό Δημόσιο, που πρέπει να γίνει υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την ως άνω δήλωση (άρθρο 30Α παρ. 2 εδ. β και άρθρο 30Β παρ. 3 ΚΕΔΕ) Αξιομνημόνευτο είναι το γεγόνός ότι τόσο για την διαδικασία κατάσχεσης του άρθρου 30Β ΚΕΔΕ, όσο και για αυτή του άρθρου 30Α ΚΕΔΕ, δεν καταβάλλονται έξοδα από το Ελληνικό Δημόσιο.

Βέβαια, όπως στο άρθρο 982 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προβλέπονται κατηγορίες ακατάσχετων, έτσι και στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που εκτελεί το Ελληνικό Δημόσιο υφίσταται αντίστοιχη, αλλά όχι ταυτόσημη απαγόρευση[7]. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 31 ΚΕΔΕ απαριθμεί τις περιπτώσεις ακατάσχετων εις χείρας τρίτων (πιστωτικών ιδρυμάτων). Από την συγκριτική ερμηνεία των δύο ως άνω άρθρων εξάγουμε το συμπέρασμα ότι όταν πρόκειται για κατάσχεση που επισπεύδεται από το Ελληνικό Δημόσιο, το κατασχετό αποκτά ευρύτερο πλαίσιο σε σχέση με τη δυνατότητα (κατάσχεσης) που υπάρχει όταν αυτή διενεργείται από ιδιώτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι κατά τον ΚΠολΔ απαιτήσεις μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών επιδομάτων, είναι, κατά βάση, ακατάσχετες, ενώ κατά τον ΚΕΔΕ υπάρχει δυνατότητα κατάσχεσης ενός μέρους τους, εφόσον υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο ποσό.

Τέλος, αξίζει εν συντομία να αναφερθούμε, στο ύψος του ακατάσχετου που ορίζεται για τις καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 4161/2013, όταν η κατάσχεση επιδιώκεται από ιδιώτη, αυτό κυμαίνεται στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Τουναντίον, όταν επισπεύδων σε κοινό λογαριασμό είναι το Ελληνικό Δημόσιο βρίσκει έρεισμα το άρθρο 31 παρ. 2 ΚΕΔΕ, που ορίζει «καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.2500) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα»

[1] Νδ 356/1974, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα.

[2] Η προθεσμία είναι αποκλειστική και δεν επιδέχεται παράταση για κανέναν λόγο (άρθρο 32 παρ. 3 ΚΕΔΕ)

[3] Αν έχει «πέσει»  στο σύστημα διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, οι κοινοποιήσεις γίνονται με επίδοση από δικαστικό επιμελητή.

[4] Η επίδοση του κατασχετηρίου δύναται να γίνει είτε στο κεντρικό κατάστημα της τράπεζας, είτε σε οιοδήποτε υποκατάστημά της.

[5] Στη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 30Α  παρ. 1 ΚΕΔΕ, επισυνάπτεται το παραστατικό κίνησης του λογαριασμού του οφειλέτη.

[6] Αν η ως άνω δήλωση δεν συντελεστεί έγκαιρα και έγκυρα, τότε η τράπεζα λογίζεται οφειλέτης του Ελληνικού Δημοσίου, εκτός αν αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ’ ου η κατάσχεση (άρθρο 33 ΚΕΔΕ)

[7] Τομαράς, Η αναγκαστική είσπραξη δημοσίων εσόδων κατά τον ΚΕΔΕ, 2014 , σ. 46 επ.

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.