υπερχρεωμένα νοικοκυριά 3689/2010 ανάλυσε το

Καθήκον διερεύνησης & καθοδήγησης του Δικαστηρίου στις καταναλωτικές διαφορές (236 ΚΠολΔ)

       του Σπυρίδωνος Α. Σκιαδόπουλου, Δικηγόρου Κέρκυρας, ΜΔΕ Εμπορικού και Οικονομικού Δικαίου Νομικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Στο πλαίσιο της νομολογίας του ΔΕΕ ο εθνικός δικαστής έχει την υποχρέωση να διατάζει αυτεπάγγελτα αποδείξεις, να ελέγχει και αποφαίνεται επί όλων των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται στην καταναλωτική σύμβαση που φέρεται ενώπιον του.  Μάλιστα δεν δεσμεύεται από τον οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό,[1]ακόμα και όταν επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης,[2] ανεξάρτητα από το αν ο καταναλωτής ερημοδικεί[3] ή παρίσταται κανονικά στην κατ' αντιμωλία δίκη χωρίς να προβάλλει σχετικό ισχυρισμό.

Στο εθνικό δίκαιο, αυτή η δυνατότητα εδράζεται στην δυνατότητα αυτεπάγγελτης λήψης υπ’οψιν της καταχρηστικότητας εκ του 281 ΑΚ από το δικαστήριο, και της δικαιοκωλυτικής ενέργειας (ως καταχρηστική ένσταση) στο εκάστοτε ασκηθέν δικαίωμα.[4] Με άλλες λέξεις, στο εθνικό δίκαιο, ακόμα και εάν δεν έχουμε καταναλωτική διαφορά, το δικαστήριο δύναται έτσι και αλλιώς να λάβει αυτή την ένσταση αυτεπαγγέλτως υπόψη του.

Γιατί ωστόσο μπορεί να θεμελιωθεί ειδικότερο καθήκον διερεύνησης από το δικαστήριο στις καταναλωτικές διαφορές;

Κατ’άρθρο 236 ΚΠολΔ, και σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του ΔΕΕ που αναφέραμε, το δικαστήριο,[5] υποχρεούται να καθοδηγήσει[6] τον καταναλωτή-διάδικο στο να εκθέσει και επικαλεσθεί σαφέστερα τόσο τους ισχυρισμούς του όσο και την έννομη συνέπεια, που απορρέει από αυτούς. Την οποία έννομη συνέπεια το δικαστήριο μπορεί να την συναγάγει και αυτεπαγγέλτως, αν δεν προκύπτει αντίθετη βούληση του.

Ακόμα και εάν τίθεται ζήτημα εξουσίας διάθεσης του δικαιώματος, όταν δηλαδή ο εγάγων/ανακόπτων-καταναλωτής δύναται να ασκήσει ή να μην ασκήσει το δικαίωμα του, το οποίο καλύπτει το ιδιωτικό του συμφέρον, ο δικαστής έχει υπηρεσιακό καθήκον να διενεργήσει αυτεπάγγελτο έλεγχο  περαιτέρω υλικού, να ζητήσει να προσκομιστεί νέο υλικό, να συμπληρωθούν ελλείψεις, αλλά και να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο θα συμπληρωθούν οι ελλείψεις, ακόμα και όταν η έλλειψη αφορά νομική αοριστία.[7]

Συνεπώς εφόσον τα στοιχεία της δικογραφίας θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της ρήτρας ή του ασκηθέντος δικαιώματος εκ μέρους του προμηθευτή/παρέχοντα τις επενδυτικές υπηρεσίες, το δικαστήριο θα πρέπει να την λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψιν του, [8]ανεξάρτητα από την στάση δίκης , εξερχόμενοι από το συζητητικό σύστημα. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα της πραγματικής αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας του καταναλωτή.[9]

Παρότι το καθήκον καθοδήγησης του δικαστή που θεμελιώνεται στο άρθρο 236 ΚΠολΔ είναι αδιαμφισβήτητο, γεννάται το εύλογο ερώτημα σε ποια έκταση θα πρέπει να ασκείται, ώστε να αποκατασταθεί πραγματικά η ανισορροπία δυνάμεων μεταξύ των διαδίκων. Το ίδιο το συζητητικό σύστημα αφορά κατ' αρχήν δημιουργεί έναν σχετικό περιορισμό, [10]υπό την έννοια πως συνιστά την επίκληση των πραγματικών περιστατικών και δεν εκτείνεται και στη διάταξη αποδείξεων. Συνεπώς, ο δικαστής δεν δύναται να ζητήσει συμπλήρωση  για  πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν εκτίθενται από τον καταναλωτή, ακόμα και εάν ο δικαστής μπορεί να πιθανολογήσει πως συνέβησαν. Επιπρόσθετα, ο δικαστής δεν μπορεί να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του πραγματικά περιστατικά και έννομες συνέπειες, στις οποίες ο καταναλωτής αντιτίθεται ή δεν ομολογεί.

___________________________________________________________________________________________

[1] C-473/00 Cofidis

[2] Γ. Δέλλιος , Γενικοί Όροι Συναλλαγών- Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2013, ο.π. σελ 446

[3] Στην οποία περίπτωση το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης.

[4] Δέλλιος , Γ.Ο.Σ., ο.π. σελ. 350

[5] C-137/08 Pénzügyi Lízing

[6] ΕιρΑθ 5885/2013, Χριστιανό, Η δυναμική των σχέσεων δικαστή και νομοθέτη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005, σ. 65-67,

[7] ΕιρΑθ 5885/2013

[8] Παλαιότερη νομολογία, ΑΠ 656/1974, ΑΠ 678/1978, ΑΠ 121/1981, από όπου προκύπτει την δυνατότητα του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως ενστάσεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες στηρίζονται σε κανόνες δημόσιας τάξης με την στενότερη έννοια του όρου.

[9] Δέλλιος , Γ.Ο.Σ., ο.π. σελ 353

[10] Δέλλιος , Γ.Ο.Σ., ο.π. σελ 355

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;