ΚΩΔΙΚΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ: ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΑΣΤΟΧΙΑ Ή ΜΕΤΡΟ ΣΥΝΕΥΘΥΝΗΣ;

Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Δικηγόρου, ΜΔΕ Εμπορικου Δικαίου.

Πρόσφατα (1-3-2017) ψηφίστηκε το π.δ. 10/2017 με τίτλο Κώδικας Καταναλωτικής Δεοντολογίας, ένα νομοθετικό κείμενο που προκάλεσε αμέσως έκπληξη, απορία και προβληματισμό στο νομικό κόσμο.

Σύμφωνα με το σκοπό του (άρθρ. 1 παρ. 1) στοχεύει "στη θέσπιση αρχών που πρέπει να διέπουν τη συναλλακτική συμπεριφορά και τις σχέσεις μεταξύ των προμηθευτών και των καταναλωτών και των ενώσεων τους". Η χρήση της λέξης "πρέπει" παραπέμπει ευθέως σε διάταξη αναγκαστικού δικαίου, από την οποία δεν χωρεί παρέκκλιση (για το λόγο αυτό ενδεχομένως η ονομαδοτοσία του μπορεί να κριθεί άστοχη, καθώς παραπέμπει σε ενδοτικό δίκαιο). Ναι μεν η θεσμοθέτηση υποχρεώσεων για τα πιστωτικά ιδρύματα και τους εν γένει προμηθευτές κατά την επαφή τους με το καταναλωτικό (και όχι μόνο) κοινό κρίνεται ορθή λόγω της υπεροπλίας τους, με συνέπεια οι διατάξεις του άρθρ. 2 του ως άνω π.δ. με τίτλο "Γενικές αρχές επιχειρηματικής συμπεριφοράς των προμηθευτών" να κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά η θέσπιση υποχρεώσεων σε βάρος των καταναλωτών προκαλεί σοβαρούς προβληματισμούς. Συγκεκριμένα, στο άρθρ. 3 του π.δ. 10/2017 με τίτλο "Γενικές αρχές συμπεριφοράς των καταναλωτών" προβλέπεται σειρά πρωτοφανών υποχρεώσεων για τους καταναλωτές.

Ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, άρθρ. 3 παρ. 1 του π.δ. 10/2017, "Οι καταναλωτές οφείλουν να διαβάζουν προσεκτικά τους όρους των συμβάσεων που πρόκειται να συνάψουν με σκοπό την προμήθεια προϊόντων και υπηρεσιών ..". Με την ως άνω διάταξη θεμελιώνεται ρητά σε βάρος του καταναλωτή η υποχρέωση να διαβάζει και να ελέγχει τους όρους των συμβάσεων, ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου τους. Όμως, σε πόσες περιπτώσεις δίνεται πραγματικά αυτή η δυνατότητα σε έναν καταναλωτή, αφού ως γνωστόν η κατάρτιση των τραπεζικών συμβάσεων διαπνέεται από τη ρήση "Take it or leave it". Αν, ωστόσο, ο καταναλωτής υπογράψει μία σύμβαση, την οποία μάλλον δε διάβασε αναλυτικά ή μάλλον πιο σωστά δε του δόθηκε η δυνατότητα να διαβάσει, φαίνεται να υπάρχει, μετά το εξεταζόμενο π.δ., πλήρης νομική κάλυψη για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο μπορεί να ισχυριστεί ότι αφενός μεν δόθηκε η δυνατότητα μελέτης και εξέτασης της εν λόγω σύμβασης, αφετέρου δε είναι σχετική υποχρέωση του καταναλωτή να την μελετήσει πριν την υπογράψει.

Άλλη ενδιαφέρουσα ρύθμιση: Άρθρ. 3 παρ. 2 του π.δ. 10/2017 "Οι καταναλωτές οφείλουν να είναι συνεπείς και να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια σε σχέση με οικονομικές ή άλλες υποχρεώσεις τους έναντι των προμηθευτών". Η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων προβλέπεται στο κοινό αστικό (ενοχικό) δίκαιο και επομένως η επανάληψη αυτών των υποχρεώσεων κρίνεται περιττή, εκτός αν αποσκοπεί στην επίταση της ενδεχόμενης ευθύνης σε περίπωσης αθέτησης.

Σύμφωνα με τη ratio του π.δ., το νομοθέτημα αποσκοπεί στη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών με τη θεσπιση υποχρεώσεων σε  βάρος των προμηθευτών. Παρόλο που ο ν. 2251/1994 παρέχει επαρκή προστασία για τον καταναλωτή, κάθε νομοθέτημα που πραγματεύεται την περαιτέρω προστασία του, με δεδομένη την υποδεέστερη θέση στην οποία βρίσκεται, κρίνεται θετικό.

Όμως, με το π.δ. 10/2017 θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά υποχρεώσεις σε βάρος των καταναλωτών, ρύθμιση που κρίνεται άστοχη, καθώς φαίνεται να εγκαθιδρύει ένα πεδίο συνευθύνης των καταναλωτών στις συναλλακτικές τους σχέσεις με τους προμηθευτές. Μάλιστα, αν ληφθεί υπόψη η ανισορροπία που υπάρχει μεταξύ των δύο (2) μερών (καταναλωτή και πιστωτικού ιδρύματος), η πρόβλεψη οποιαδήποτε ευθύνης σε βάρος του καταναλωτή δε φαίνεται να συμβαδίζει με την υποδεέστερη θέση του.  Οι ρυθμίσεις του Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας φαίνεται να εγκαθιδρύουν ένα (απαράδεκτο) μέτρο συνευθύνης των καταναλωτών σε περίπτωσεις ενδεχόμενης καταχρηστικής συμπεριφοράς των πιστωτικών ιδρυμάτων, τέτοιο (μέτρο συνευθύνης) που πιθανόν να επιτρέπει την απαλλαγή των πιστωτικών ιδρυμάτων από οποιαδήποτε ευθύνη.

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.