ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΝ ΤΩΝ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΥΠΕΡΗΛΙΚΩΝ

*της  Ζωής Κυριαζή,

Πολλοί από εμάς, γνωρίζουμε οι ίδιοι προσωπικά, ή έχουμε ακούσει, για την δραματική κατάσταση στην οποία βυθίζονται οι ανασφάλιστοι υπερήλικες στη χώρα μας, οι οποίοι, με κάθε νέα τροποποίηση των αφορούντων αυτούς νόμων, πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο στον αφανισμό.

Η αρχική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν.1296/1982 (ΦΕΚ Α’ 128), προέβλεπε ρητά πως: «Άρθρο 1. - 1. Στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) δημιουργείται ειδικός λογαριασμός με τον τίτλο ειδικός λογαριασμός συνταξιοδότησης ανασφάλιστων υπερήλικων οικονομικά ανεξάρτητος από τους άλλους κλάδους ασφάλισης.

  1. Από το λογαριασμό αυτό χορηγείται, κάθε μήνα σύνταξη και, υγειονομική περίθαλψη σε Έλληνες υπηκόους και, ομογενείς, που μένουν μόνιμα στην Ελλάδα, με τις πιο κάτω προϋποθέσεις:

α. Να έχουν συμπληρώσει το 68ο έτος της ηλικίας τους.

β. Να μη παίρνουν αυτοί και οι σύζυγοί τους, στις περιπτώσεις ανδρόγυνων, σύνταξη ή άλλο περιοδικό βοήθημα από οποιαδήποτε πηγή. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής η χορήγηση σύνταξης από τον Ο.Γ.Α. στον ένα των συζύγων, στις περιπτώσεις ανδρόγυνων, δεν αποτελεί εμπόδιο για τη συνταξιοδότηση του άλλου συζύγου ως υπερήλικα και

γ. Το ετήσιο ατομικό εισόδημα ή το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, στις περιπτώσεις ανδρόγυνων, από εργασία τους ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν ξεπερνά το ύψος των ετήσιων παροχών (συντάξεων, δώρων Χριστουγέννων και, Πάσχα και επιδόματος αδείας) που χορηγεί ο Ο.Γ.Α. στον αγρότη ή το αγροτικό ζευγάρι.

Όταν ο ένας από τους συζύγους παίρνει σύνταξη από τον Ο.Γ.Α. Οι ετήσιες συντάξεις του, όπως αυτές ορίζονται, πιο πάνω, συμπεριλαμβάνονται στο οικογενειακό εισόδημα που θα συγκριθεί, με τις ετήσιες συντάξεις που χορηγεί ο Ο.Γ.Α. σε αγροτικό ζευγάρι, προκειμένου να κριθεί, αν θα συνταξιοδοτηθεί ο άλλος των συζύγων, ως ανασφάλιστος υπερήλικας.

Κατ` εξαίρεση, δικαιούνται τη σύνταξη του παρόντος άρθρου τα πρόσωπα που παίρνουν τα ίδια ή και οι σύζυγοί τους, σε περίπτωση εγγάμων, σύνταξη ή άλλο περιοδικό βοήθημα από οποιαδήποτε πηγή μικρότερη από τη σύνταξη που χορηγεί ο Ο.Γ.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4169/1961, υπό την προϋπόθεση ότι το ετήσιο ατομικό ή οικογενειακό τους εισόδημα, από οποιαδήποτε πηγή, των συντάξεων συμπεριλαμβανομένων, δεν υπερβαίνει τις ετήσιες συντάξεις που χορηγεί ο Ο.Γ.Α στον αγρότη ή το αγροτικό ζεύγος.».

Γίνεται αντιληπτό συνεπώς, πως με τον τρόπο αυτό, οι υπερήλικες συνάνθρωποί μας, οι οποίοι για τον τάδε ή δείνα λόγο, συμπεριλαμβάνονταν στον ανασφάλιστο πληθυσμό, στηρίζονταν οικονομικά, με τη ως άνω χορηγούμενη από τον ΟΓΑ σύνταξη με αποτέλεσμα να μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους.

Ωστόσο, μία δυσάρεστη αλλαγή έφερε για το συγκεκριμένο ως άνω τμήμα του ανασφάλιστου πληθυσμού, ο Νόμος 4093/2012, καθιερώνοντας στη διάταξη του πρώτου άρθρου, παρ. ΙΑ, υποπαράγραφος ΙΑ.6. παρ. 5 τα εξής:

«5. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ανασφάλιστων υπερηλίκων του ν. 1296/1982 (Α΄ 128), όπως ισχύει, καταβάλλεται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:

α. Έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.

β. Δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού, και επίσης, σε περίπτωση εγγάμων, δεν λαμβάνει ο/η σύζυγός τους σύνταξη μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961.

γ. Διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι (20) έτη πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση και εξακολουθούν να διαμένουν κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής τους.

δ. Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι (4.320) ευρώ ή, στην περίπτωση εγγάμων, το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο εισόδημα, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (8.640) ευρώ.

Εξαιρούνται της παροχής οι μοναχοί/ες οι οποίοι διαμένουν σε Ιερές Μονές και συντηρούνται από αυτές και όσοι εκτίουν ποινή φυλάκισης.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΓΑ και του ΣΚΑ καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στις περιπτώσεις β΄ έως δ΄ της προηγούμενης παραγράφου, και η διαδικασία ελέγχου των εισοδηματικών κριτηρίων, καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους υποβάλλουν ανακριβή στοιχεία.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύνανται να αναπροσαρμόζονται τα ποσά που αναφέρονται στην περίπτωση δ΄.

Εκκρεμείς αιτήσεις, καθώς και αιτήσεις που υποβάλλονται μέχρι 31.12.2012 κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πλην του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος.

Με τα κριτήρια που ορίζονται στις περιπτώσεις β΄έως και δ΄ της παρούσας ρύθμισης, επανακρίνονται από1.1.2013 και όσοι έχουν ήδη καταστεί συνταξιούχοι

Με τη νέα αυτή διάταξη, παρατηρούμε τα εξής:

Αρχικά και ως πρώτη προϋπόθεση, μειώνεται κατά ένα ηλικιακό έτος το κατώτατο όριο για τη λήψη της σύνταξης από τον ΟΓΑ, από 68 στα 67 συμπληρωμένα έτη, γεγονός που με μία πρώτη ματιά οδηγεί στην ένταξη περισσοτέρων ανασφαλίστων στην εν λόγω ρύθμιση.

Ωστόσο, οι θεσπιζόμενες προϋποθέσεις που ακολουθούν, σχεδόν εκμηδενίζουν την δυνατότητα των υπερηλίκων ανασφάλιστων να υπαχθούν στις διατάξεις του νόμου καθώς, θέτουν εκτός, όσους λαμβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε φορέα ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ και μάλιστα ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΠΟΣΟΥ, χωρίς να τίθεται ένα ανώτατο εισοδηματικό όριο όπως συνέβαινε με τον αμέσως προηγούμενο νόμο,  ενώ πριν την υποβολή για την αίτηση συνταξιοδότησης, οφείλουν να έχουν συμπληρώσει μία 20ετία (!!!) μόνιμης και νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα. Και μάλιστα όλα τα παραπάνω πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά!

Ο κλοιός για τους ανθρώπους αυτούς στενεύει και μειώνονται δραματικά οι δικαιούχοι της ως άνω σύνταξης, καθώς πλέον έστω κι αν κάποιος λαμβάνει σύνταξη ή επίδομα λ.χ. εξωτερικού το ελάχιστο ποσό των 50 ή 60 Ευρώ, ή αν διαμένει στη χώρα για διάστημα λ.χ. 18 ετών (και όχι 20) και με μηδενικό εισόδημα, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑ στη σύνταξη των ανασφαλίστων υπερηλίκων του ΟΓΑ! Αναρίθμητοι ανασφάλιστοι υπερήλικες βρίσκονται επί ξύλου κρεμάμενοι πλέον, πλήρως αβοήθητοι, αφού εγκαταλείπονται χωρίς κανένα εισόδημα, ή με μηδαμινά και εξευτελιστικά εισοδήματα (ύψους 60 ή 100 Ευρώ το μήνα) που δεν τους επιτρέπουν όχι απλώς να εξασφαλίσουν μία στέγη, αλλά ούτε και να καλύψουν τις βιοτικές ανάγκες διατροφής τους, με αποτέλεσμα πολλοί εξ’ αυτών να αποβιώνουν!!!

Τη χαριστική βολή δίνει ο Ν. 4093/2012 με το τελευταίο εδάφιο του πρώτου άρθρου παρ. ΙΑ, υποπαράγραφος ΙΑ.6. παρ. 5, σύμφωνα με το οποίο, για όσους ανασφάλιστους υπερήλικες είχαν ενταχθεί στις διατάξεις του αμέσως προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος (Ν. 1296/1982), θα επανεξεταστούν αναδρομικά οι πληρότητα των προϋποθέσεων από αυτούς, με αυτονόητα για όλους μας αποτελέσματα: Άνθρωποι ιδιαιτέρως προχωρημένης ηλικίας, χωρίς δυνατότητα να εργαστούν πλέον ώστε να βιοποριστούν αξιοπρεπώς και οι περισσότεροι εξ’ αυτών με σοβαρότατα προβλήματα υγείας λόγω ηλικίας, οι οποίοι προγραμμάτισαν μία ολόκληρη ζωή με την ελάχιστη σύνταξη του ΟΓΑ που δικαιωματικά λάμβαναν τα προηγούμενα χρόνια, αιφνιδίως, βρίσκονται χωρίς το παραμικρό εισόδημα καθώς η παροχή των συντάξεων διακόπτεται οριστικά και ανηλεώς, οδηγώντας αυτούς τους ανθρώπους στο δρόμο, στην εξαθλίωση και στο μεγαλύτερο μέρος τους στον αφανισμό!!!

Όλα τα ως άνω εκτεθειμένα, αποτελούν:

 Α) παραβιάσεις της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη, (άρθρο 2 παρ. 1 Σ, 703/1990 Πρακτικό Επεξεργασίας του Ε Τμήματος ΣΤΕ) καθώς οι μέχρι πρότινος δικαιούχοι της σύνταξης, έχοντας εμπιστοσύνη στον κρατικό μηχανισμό, είχαν οργανώσει τη ζωή και την καθημερινότητά τους βάσει αυτής, μη γνωρίζοντας φυσικά την όποια αναδρομική κατάργησή της!

Β) παραβιάσεις της αρχής της αναλογικότητας σε συνδυασμό με την αρχή του κοινωνικού κράτους και του άρθρου 22 παρ. 5 και άρθρο 4 παρ. 5. Σ και αυτό διότι, σε περιόδους τόσο μεγάλης οικονομικής ύφεσης και αυξημένων μέτρων, θα έπρεπε να στηρίζονται οι άνθρωποι που έχουν μηδενικά ή πενιχρά εισοδήματα – βάσει της αρχής της αναλογικότητας – και όχι να οδηγούνται σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, ζώντας κάτω από το όριο της φτώχιας, αν φυσικά, έχουν την τύχη να ζουν με την όποια βοήθεια συγγενών ή φίλων.

Γ) παραβιάσεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ως προς την αναδρομική εφαρμογή της επίμαχης διάταξης και αυτό διότι, η εφαρμογή νεότερων δυσμενέστερων διατάξεων για τις συντάξεις οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει να αποδίδονται, δημιουργεί σοβαρότατους νομικούς προβληματισμούς περί του χρόνου συνδρομής των προϋποθέσεων. Αν καταργηθεί ευμενέστερος νόμος, οι εκκρεμείς αιτήσεις, πολλώ δε μάλλον οι παγιωμένες καταστάσεις, εξακολουθούν να διέπονται από τον καταργηθέντα, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία ο τελευταίος εμπεριέχει ευμενέστερες διατάξεις, οπότε εφαρμόζεται και επ’ αυτών.

Επισημαίνεται τέλος, πως στην παράγραφο ΙΑ, υποπαράγραφο ΙΑ.3 στοιχ. Ζ της αιτιολογικής έκθεσης του άρθρου 1 παρ. ΙΑ, υποπαράγραφος ΙΑ.6 παρ.5 του Ν. 4093/2012 αναγράφεται ρητά ότι «η προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στο να λαμβάνουν την παροχή οι πραγματικά ανασφάλιστοι που δεν λαμβάνουν σύνταξη από οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης και κατά συνέπεια δεν δικαιούνται υγειονομική περίθαλψη και έχουν πολύ μικρά εισοδήματα».

Θα ήταν, λοιπόν, ευχής έργον, εάν οι επίμαχες διατάξεις εφαρμόζονταν για τον λόγο για τον οποίο θεσπίστηκαν, όπως και εν προκειμένω.

*Η Ζωή Κυριαζή είναι Δικηγόρος Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, zoi.kyriazi@gmail.com