Νέο Οικογενειακό Δίκαιο: Η επιμέλεια, η επικοινωνία και ο ρόλος του διαμεσολαβητή

Νέο Οικογενειακό Δίκαιο: Η επιμέλεια, η επικοινωνία και ο ρόλος του διαμεσολαβητή

 

Η πολυαναμενόμενη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία καλλιέργησε πολύ μεγάλες προσδοκίες και ξεκίνησε ως η μεταρρύθμιση με στόχο τη συνεπιμέλεια, κατέληξε ως μια μεταρρύθμιση που επιχειρεί να θέσει ισορροπίες μεταξύ των γονέων ιδίως όταν αυτοί δεν συμφωνούν στην άσκηση των εκφάνσεων της γονικής μέριμνας, ήτοι της επιμέλειας του προσώπου του παιδιού, της διοίκησης της περιουσίας του και της εκπροσώπησής του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις του νέου οικογενειακού δικαίου εστιάζουν κυρίως στην εξεύρεση κοινά αποδεκτής βάσης για έναρξη συζητήσεων και συνεννόησης μεταξύ των γονέων με ίσους όρους, χωρίς προαπαιτούμενα και χωρίς ο διάλογος να καθορίζεται από παρωχημένα στερεότυπα.

Άρθρο 1510 εδάφιο α’ ΑΚ- Γονική μέριμνα

«Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (Γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου

Άρθρο 1513 εδάφιο α’ ΑΚ- Διαζύγιο ή ακύρωση του γάμου- διάσταση των συζύγων

«Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα.»

Βάσει των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 4800/2021 η συνεπιμέλεια καθίσταται υποχρεωτική. Ερμηνευτικά ο όρος «εξίσου» μπορεί να σημαίνει την ισότιμη συναπόφαση και σύμπραξη των γονέων στην ανατροφή του παιδιού τους και όχι τυχόν ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας και συνακόλουθη εναλλασσόμενη διαμονή του και με τους δύο γονείς. Με άλλα λόγια «Μπορεί ένα παιδί να διαμένει στο σπίτι ενός εκ των γονέων και η επιμέλεια του προσώπου του να ασκείται από κοινού με την έννοια της συναπόφασης και σύμπραξης των γονέων στην ανατροφή του.»

Αποκλείεται η ερμηνεία της συνεπιμέλειας ως ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας και εναλλασσόμενη διαμονή του παιδιού και με τους δύο γονείς διότι το καθεστώς συμβίωσης των γονέων δεν μπορεί να σημαίνει την υποχρέωσή τους να ασχολούνται κατ’ ίσο χρόνο με την ανατροφή του. Συνεπώς, μια τέτοια παραδοχή υπό το πνεύμα γραμματικής διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 1513 εδάφιο α’ ΑΚ που αναφέρεται στην «εξακολούθηση» του τρόπου άσκησης γονικής μέριμνας και μετά τη διάσταση των συζύγων/συντρόφων ή τη λύση του γάμου/συμφώνου συμβίωσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι, όπως προβλέπει και η πρόσφατη- υπ’ αρ. 1016/2019- απόφαση του Αρείου Πάγου (ΝΟΜΟΣ), δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού που επιτάσσει ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ κι όχι ΜΟΙΡΑΣΜΑ μεταξύ των γονέων του, καθόσον αυτό θα αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής του ισορροπίας.

Άρθρο 1514 ΑΚ- Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας

«Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα. Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του.»

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513 ΑΚ, δίδεται η δυνατότητα στους γονείς να αποφασίζουν μόνοι τους για την επιμέλεια και την επικοινωνία, με την υποχρέωση η συμφωνία αυτή να ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του παιδιού που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς.

«Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο.»

Ο νόμος πλέον καθορίζει ρητά τις προϋποθέσεις για το πότε δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και υποχρεώνει το δικαστή να εξετάσει ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ:

  1. Διαφωνίας των συζύγων.
  2. Αδιαφορίας ή μη σύμπραξης του γονέα.
  • Μη τήρησης υπάρχουσας συμφωνίας.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ προβλέπεται ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ορίζει το άρθρο 48 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, η οποία απαγορεύει τις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών στις περιπτώσεις αυτές.

Στις περιπτώσεις που η ανάθεση της γονικής μέριμνας ή ο τρόπος άσκησής της άγεται προς συζήτηση σε διαμεσολάβηση ή τελικώς ενώπιον του δικαστηρίου, κάθε απόφαση των γονέων θα ερευνάται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, η γνώμη του οποίου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται ανάλογα με την ωριμότητά του.

«Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση:

α)να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο,

β)να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου,

γ)να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή.

Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας.»

Ανάλογα με την περίπτωση, το δικαστήριο, το οποίο επιβάλλεται να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να άρει κάθε είδους διάκριση εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας ενός εκάστου γονέα, πλέον είναι ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟ ΝΑ ΚΑΤΑΝΕΙΜΕΙ την άσκηση της γονικής μέριμνας και να ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΕΙ τον τρόπο άσκησής της. Οι λέξεις «κατανομή και εξειδίκευση» είναι καθοριστικής συμβολής, διότι η αποκλειστική ανάθεση όλων των εκφάνσεων της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα πλέον επιτρέπεται ως η έσχατη λύση, αφού αιτιολογημένα απορριφθεί ο λόγος της μη κατανομής. Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, ως ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟ κριτήριο, το τρίπτυχο που σχετίζεται με τη μέχρι τώρα συμπεριφορά των γονέων στις σχέσεις τους με το παιδί τους και ειδικότερα:

α) Η ικανότητα και η πρόθεση καθενός από τους γονείς να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου. Οι πρακτικές του ενός γονέα να χρησιμοποιεί το παιδί με σκοπό να εκδικηθεί τον έτερο γονέα, στερώντας του τα δικαιώματά του στο παιδί του, τίθενται ως προϋπόθεση και κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας.

β) Η συμπεριφορά του γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Ο δικαστής πλέον είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει υπόψη του κάθε στοιχείο γονικής συμπεριφοράς που επηρέαζε τα δικαιώματα του άλλου γονέα, αλλά κυρίως στερούσε από το παιδί βασικά δικαιώματά του με τον άλλο γονέα.

γ) Η συμμόρφωση των γονέων με τις νόμιμες υποχρεώσεις τους, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και  προηγούμενες συμφωνίες μεταξύ τους που αφορούν το παιδί. Συνεπώς, γονέας που δεν καταβάλλει διατροφή ή στερεί επικοινωνία ή παραβιάζει άλλες υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί ή συμφωνηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, θα έχει συνέπειες στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του στην ανάθεση της επιμέλειας.

Με τον τρόπο αυτό, καθορίζεται για πρώτη φορά το πλαίσιο του σκεπτικού μιας δικαστικής απόφασης σχετικά με την επιμέλεια και την επικοινωνία του παιδιού.

Σημαντικό βήμα στο νέο οικογενειακό δίκαιο, που θέτει προ των ευθυνών τους γονείς του παιδιού, είναι και η ΕΥΘΥΝΗ πλέον του δικαστή να παραπέμψει ή να επαναπέμψει την υπόθεση στη διαμεσολάβηση, δίδοντας την έσχατη ευκαιρία στους γονείς να διασώσουν την υγιή σχέση για το παιδί τους (η προσφυγή στη δικαιοσύνη ΔΕΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΕΙ υγιή σχέση κατά τη διεθνή εμπειρία και πρακτική), διαμορφώνοντας μια συμφωνία που να εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού χωρίς να χρειάζεται να τους την επιβάλλει κάποιος άλλος.

ΤΟ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΚΔΟΘΕΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΟΡΙΖΕΙ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ και τι θα ισχύει στο μεσοδιάστημα.

Άρθρο 1519 ΑΚ- Σημαντικά ζητήματα επιμέλειας τέκνου

Πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου που αφορά στη «ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΥΡΗΝΑ ΤΗΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ», καθώς ορίζει ότι ακόμη και όταν ο ένας γονέας έχει την αποκλειστική επιμέλεια ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις:

  1. για την ονοματοδοσία του παιδιού,
  2. για το θρήσκευμα,
  • για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα,
  1. για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, καθώς και
  2. για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του παιδιού που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί,

λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού ή κατόπιν προηγούμενης δικαστικής απόφασης σε περίπτωση διαφωνίας (πρβλ. ΑΠ 1700/2001, 417/2005, 1005/2006, ΝΟΜΟΣ).

Άρθρο 1520 ΑΚ- Προσωπική επικοινωνία

Ορίζεται πλέον ότι:

«Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την «υποχρέωση» της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το παιδί, όσο και η διαμονή του παιδιού στην οικία του.»

Η υποχρέωση επικοινωνίας του γονέα που δεν διαμένει με το παιδί με αυτό έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα και κινείται καταρχήν προς τη σωστή κατεύθυνση, στο βαθμό που το νέο οικογενειακό δίκαιο αποσκοπεί στην ενεργή παρουσία και των δύο γονέων στην ανατροφή του παιδιού στις περιπτώσεις λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των γονέων. Αυτό είναι προς το συμφέρον του παιδιού, ώστε να διασφαλίζεται η ψυχική υγεία του και η ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Επιπλέον, «ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του παιδιού με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του παιδιού, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του παιδιού.»

Η ρύθμιση αυτή, στο μέτρο που εισάγει χρονικό τεκμήριο, αξιολογείται τόσο ως προς τη σκοπιμότητα όσο και ως προς τη συνταγματικότητα και τη συμφωνία της προς τις σχετικές υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των διεθνών συμβάσεων για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου που δεσμεύουν την Ελλάδα (βλ. ιδίως άρθρα 3 παρ.1 και 9 παρ.1 του Ν. 2101/1992 περί κύρωσης της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), στο βαθμό που υπαινίσσεται συνεπιμέλεια εννοούμενη ως ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας/εναλλασσόμενη διαμονή, η οποία αμφισβητείται αν και κατά πόσο ανταποκρίνεται πράγματι στο συμφέρον του παιδιού. Σχετικοποιείται, ωστόσο, προς τη σωστή κατεύθυνση από τη ρητή πρόβλεψη μη εφαρμογής του χρονικού τεκμηρίου, μεταξύ άλλων και όταν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του παιδιού, δίνοντας έτσι στο δικαστή την πραγματική δυνατότητα να κρίνει εξατομικευμένα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.

Με άλλα λόγια «Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί αιτούμενος την επικοινωνία με αυτό δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού να έχει επικοινωνία στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου. Αυτό τεκμαίρεται μαχητά και το δικαστήριο θα κρίνει αν είναι προς το συμφέρον του παιδιού να έχει τη μαχητώς τεκμαρτή επικοινωνία με τον αιτούντα γονέα ή αν πρέπει να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας

Προβλέπεται επίσης ότι «είναι δυνατός ο αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για τη διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων.»

Σημειωτέον ότι, κατά πάγια νομολογία, επιτρέπεται ο αποκλεισμός της επικοινωνίας για λόγους ασφάλειας της γενετήσιας αξιοπρέπειας του παιδιού (ΑΠ 896/2007, 537/2012, ΝΟΜΟΣ).  

Επιπλέον, ορίζεται ότι «αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του παιδιού όχι μόνο με τους ανώτερους ανιόντες του, αλλά και με τους αδελφούς του, καθώς και με τρίτους που έχουν αναπτύξει μαζί του κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης εφόσον με την επικοινωνία αυτή εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού. Όταν συντρέχει περίπτωση κακής ή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας.

Τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο, με συνεκτίμηση της γνώμης του παιδιού, ανάλογα με την ωριμότητά του.»

Άρθρο 1532 ΑΚ- Συνέπειες κακής άσκησης

«Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του παιδιού ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του παιδιού ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.»

Πολλές φορές οι γονείς αποδεικνύονται ακατάλληλοι να ανταποκριθούν στην άσκηση της γονικής μέριμνας του παιδιού τους. Στην περίπτωση της γονικής μέριμνας, όπως και σε κάθε άλλο λειτουργικό δικαίωμα, υπάρχει ένα ιδιαίτερα έντονο ενδιαφέρον της Πολιτείας για την εξασφάλιση της άσκησής της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετείται ο ευρύτερος κοινωνικός σκοπός, για χάρη του οποίου αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη.

Επειδή η γονική μέριμνα συνιστά λειτουργικό δικαίωμα, η κακή άσκησή της εξετάζεται στη βάση της διάταξης του άρθρου 1532 ΑΚ τόσο ως παράβαση καθήκοντος όσο και ως κατάχρηση δικαιώματος. Μία από τις περιπτώσεις κακής άσκησης, που μπορεί να επιφέρει την παρέμβαση του δικαστηρίου, αποτελεί και η αδυναμία των γονέων να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους, η οποία συνδέεται συνήθως με ανυπαίτιες συμπεριφορές ή καταστάσεις. Η αδυναμία και η συνακόλουθη παραμέληση της φροντίδας του παιδιού μπορεί να οφείλεται σε πραγματικούς λόγους, όπως η κακή σωματική ή ψυχική υγεία του γονέα (ΜονΠρωτΘεσ/νίκης 101/2013, ΝΟΜΟΣ), η μακρά νοσηλεία, η εξάρτηση από τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ (ΜονΠρωτΡόδου 2/2012, ΝΟΜΟΣ), η φυλάκιση και η αποκλίνουσα ή εγκληματική συμπεριφορά (ΜονΠρωτΘεσ/νίκης 165/1992, 5785/2011, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), ο δύστροπος χαρακτήρας, η ανήθικη ζωή, η μακρόχρονη απουσία στο εξωτερικό ή μετανάστευση (ΜονΠρωτΘεσ/νίκης 30338/2011 (ΝΟΜΟΣ), ΜονΠρωτΘεσ/νίκης 21862/2012 (ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)). Μπορεί επίσης να οφείλεται στην έλλειψη χρόνου, όταν π.χ. ο γονέας ασκεί επάγγελμα, εξαιτίας του οποίου αναγκάζεται να απουσιάζει πολλές ώρες από το σπίτι ή για μεγάλα και συνεχόμενα χρονικά διαστήματα και δεν μπορεί να αφιερώσει χρόνο στην ανατροφή του παιδιού (ΜονΠρωτΚαβάλας 200/2014, ΝΟΜΟΣ) ή στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, στο βαθμό βέβαια που επηρεάζουν την άσκηση της γονικής μέριμνας, όπως π.χ. συμβαίνει όταν ο γονέας αρνείται την αναγκαία για την αποτροπή της βλάβης της υγείας του παιδιού μετάγγιση αίματος, εμβολιασμό ή ακόμη και χειρουργική επέμβαση  (ΜονΠρωτΘεσ/νίκης 25045/1996 (ΝΟΜΟΣ), ΜονΠρωτΗρακλείου 245/1986 (ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)).

 «α. η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο ή προς την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας,

β. η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς,

γ. η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας,

δ. η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα,

ε. η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλλει τη διατροφή που επιδικάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων,

στ. η καταδίκη του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.»,

συνιστούν ενδεικτικές περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας στο νέο οικογενειακό δίκαιο που οι περισσότερες εξ αυτών αφορούν σε υπαίτιες συμπεριφορές του ενός γονέα προς τον άλλον σε ό, τι αφορά το παιδί. Πρόκειται, ουσιαστικά, για συστάσεις των γονέων για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας.

Με απλά λόγια, η μη συμμόρφωση στα συμφωνηθέντα ή στις δικαστικές αποφάσεις ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ή ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  μπορεί να αφαιρέσουν από τον υπαίτιο γονέα την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού ή να ανατρέψουν το τεκμήριο της επικοινωνίας. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο γονέας ανατρέπει τη συναισθηματική σχέση του παιδιού με τον έτερο γονέα και ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ (δηλαδή τους παππούδες του). Δηλαδή, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να αξιολογήσει πραγματικά περιστατικά “πλύσης εγκεφάλου” του παιδιού για την ανικανότητα του άλλου γονέα ή της οικογένειας του άλλου γονέα, τα οποία επηρεάζουν τη συναισθηματική σύνδεση του παιδιού με τον άλλο γονέα του και τον αποξενώνουν από αυτόν.

«Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο δύναται όχι μόνο να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, αλλά επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του παιδιού, ο εισαγγελέας διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση απόφασης του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός ενενήντα (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά ενενήντα (90) επιπλέον ημέρες.»

Συμπεράσματα      

Ο Ν.4800/2021 χρήζει διορθωτικής ερμηνείας ως προς την έννοια της συνεπιμέλειας. Η προσθήκη των λέξεων «και εξίσου» μετά τις λέξεις «από κοινού» στις περιπτώσεις των διατάξεων των άρθρων 1510 εδάφιο α’ ΑΚ και 1513 εδάφιο α’ ΑΚ θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως «ισότιμη» συμβολή και των δύο γονέων στην άσκηση της γονικής μέριμνας, όχι όμως και «ισόχρονη» αφού, ιδίως στις περιπτώσεις διακοπής της συμβίωσης των γονέων, μια τέτοια αντίληψη δεν θα μπορούσε να είναι νομικά εφαρμόσιμη. Για να γινόταν δεκτή τυχόν ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας στις περιπτώσεις αυτές, όπως άλλωστε και τυχόν συνακόλουθη εναλλασσόμενη κατοικία του παιδιού, θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά.

Για να εφαρμοστεί η συνεπιμέλεια, υπό τη μορφή της εναλλασσόμενης διαμονής του παιδιού στην οικία του κάθε γονέα, διασφαλίζοντας κυρίαρχα το συμφέρον του παιδιού, απαιτείται, όπως ορίζει και η πρόσφατη –υπ’ αρ. 5482/2022- απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ΝΟΜΟΣ), αφενός μεν, να υπάρχουν κοντινοί τόποι κατοικίας των γονέων, ώστε να εξασφαλίζεται η εύκολη και ασφαλής πρόσβαση του παιδιού και στις δύο χωριστές κατοικίες και από αυτές στο σχολείο και στις λοιπές δραστηριότητές του, αφετέρου δε, να τηρούν οι γονείς μεταξύ τους καλές και αρμονικές σχέσεις, έτσι ώστε, η παράλληλη ύπαρξη δύο κέντρων ζωής του παιδιού να μην αναστατώνει και απορρυθμίζει τη ζωή του, ούτε να δημιουργεί σε αυτό έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλεια.

Εφόσον η συνεπιμέλεια, ως εναλλασσόμενη ανατροφή, απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ των γονέων στις επιλογές και στη διαχείριση του παιδιού κατά τρόπο παραγωγικό (ΕφΑθ 504/2019, ΝΟΜΟΣ), μπορεί να υπάρξει μόνο αν αποφασιστεί συναινετικά από τους γονείς, κατόπιν διαλογικής συζήτησης, ενώ, αντίθετα, δεν μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του παιδιού, όταν καλείται ο φυσικός δικαστής να την επιβάλει, κατόπιν άσκησης σχετικών αγωγών από τους δύο γονείς, καθώς δεν στηρίζεται στα αισθήματα αμοιβαίας αγάπης, εμπιστοσύνης, κατανόησης και αγαστής συνεργασίας ανάμεσα στους διαδίκους, τα οποία είναι προαπαιτούμενα για την ορθή άσκηση του καθήκοντος της συνεπιμέλειας.  

Οι διαμορφωθείσες σχέσεις του μη ασκούντα την επιμέλεια γονέα με το παιδί του δύνανται να είναι εξίσου ισχυρές, εφόσον ο γονέας αυτός, αφενός μεν, επιδεικνύει την αληθινή και άδολη αγάπη του προς το παιδί, απομπλέκοντας από τη σχέση του αυτή τα τυχόν αρνητικά αισθήματα που τρέφει για τον ασκούντα την επιμέλεια γονέα ή τις αρνητικές σκέψεις του για τυχόν οικονομικά βάρη που θα προκύψουν από την υποχρέωση διατροφής του παιδιού, αφετέρου δε, επιδιώκει να διαμορφώσει μια υγιή γονεϊκή σχέση, αξιοποιώντας εποικοδομητικά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας (ΜονΠρΛασιθίου 261/2020- πηγή www.tetravivlos.com).

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί, επίσης, η καθιέρωση του τεκμηρίου επικοινωνίας του παιδιού με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου. Το ύψος του τεκμηρίου κρίνεται υπερβολικό, διότι αν κριθεί ερμηνευτικά ότι στο συνολικό χρόνο συνυπολογίζονται ιδίως οι υποχρεωτικές δραστηριότητες του παιδιού, τις οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις θα πρέπει εκ των πραγμάτων να διαχειρίζεται μόνος του ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί (π.χ. δεν θα μπορούσε το παιδί να αλλάζει σχολείο κάθε εβδομάδα ή κάθε μήνα, αν οι γονείς του κατοικούν σε διαφορετικές περιοχές), αυτό θα σήμαινε στην πράξη ότι όλο τον υπόλοιπο χρόνο θα πρέπει το παιδί να βρίσκεται με φυσική παρουσία με τον άλλο γονέα. Αυτό προφανώς δεν είναι προς το συμφέρον του παιδιού, πολλώ δε μάλλον συνιστά άνιση μεταχείριση σε βάρος του γονέα με τον οποίο διαμένει το παιδί, αν αυτός αναλαμβάνει αποκλειστικά όλες τις υποχρεωτικές (επαχθείς) δραστηριότητες του παιδιού και, συγχρόνως και αντιστρόφως, ο άλλος γονέας απολαμβάνει όλο τον ελεύθερο (ποιοτικό) χρόνο του παιδιού.

Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικές διατάξεις κατά τη ρητή τους διατύπωση παρέχουν στους δικαστές τις δυνατότητες να καθορίζουν διαφορετικό χρόνο επικοινωνίας όταν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του παιδιού, οπότε και υπό το καθεστώς του νέου οικογενειακού δικαίου, εναπόκειται σε αυτούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, να καταλήγουν σε λογικές και δίκαιες αποφάσεις.

Πέττα Κατερίνα

Νομική Σύμβουλος Συμβουλευτικού Κέντρου Γυναικών Δήμου Ζακύνθου

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;