Ο «σύννομος» πρότερος βίος στον νέο Ποινικό Κώδικα, όπως αυτός ετέθη σε ισχύ με το Ν. 4619/2019

 *από την Άννα-Μαρία Ανυφαντή, Δικηγόρο Κέρκυρας, ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Σπουδών ΑΠΘ

Μία από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιταλαντευόμενες αλλαγές που επέφερε ο νέος Ποινικός Κώδικας (Ν. 4619/2019), είναι αυτή της τροποποίησης της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, με την αντικατάσταση της λέξης «έντιμο» από τον όρο «σύννομο» βίο. Περαιτέρω, αφαιρούνται τα κριτήρια της ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωής που έχουν υποκειμενική χροιά, και τονίζεται η σχέση του κατηγορουμένου με τη νομιμότητα. Η τροποποίηση αυτή υπήρξε καθόλα στοχευμένη, εκφράζοντας την επιθυμία του νομοθέτη να αντιμετωπιστεί η εκ μέρους της νομολογίας ερμηνεία της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης, βάσει της οποίας απαιτούνταν να επιδεικνύει ο κάθε κατηγορούμενος όχι μία συνήθη ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά απεναντίας μία θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, να αποδεικνύει δηλαδή ότι είχε ζήσει ως «καλός καγαθός» πολίτης.

Τούτο, άλλωστε, διαφαίνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Νέου Ποινικού Κώδικα[1], σύμφωνα με την οποία «Στις διατάξεις των άρθρων 84 και 85 για τις ελαφρυντικές περιστάσεις και την επιρροή τους στην επιμέτρηση της ποινής επήλθαν οι ακόλουθες μεταβολές, προς άρση των αμφιλογιών που προκάλεσε η ερμηνεία και η εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του ισχύοντος ΠΚ: (α) Αντί του κριτηρίου της προηγούμενης «έντιμης» ζωής τίθεται το ορθολογικότερο της «νόμιμης», ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου που είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο μόνο: να συμμορφώνεται στο νόμο. Η εκπλήρωση απροσδιόριστων «ηθικών καθηκόντων» έχει φυσικοδικαιικό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου … Στην περ. α΄ αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της «έντιμης» ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της «νόμιμης» ζωής. Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄) «απαραβίαστη» προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή».

Σταδιακά άρχισε να απηχεί η θέση ότι το εν λόγω ελαφρυντικό δύναται να ενεργοποιηθεί με μόνη την παρουσία λευκού ποινικού μητρώου στο πρόσωπο του δράστη, επιχείρημα το οποίο φαίνεται από πρώτη σκοπιά να βρίσκει έρεισμα τόσο στη γραμματική ερμηνεία (το «σύννομον» του βίου), όσο και στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ. Κερασάκι αποτέλεσε η πολύκροτη υπόθεση Κορκονέα, όπου το ΜΟΕΛαμ, αναγνώρισε σε αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου «σύννομου» βίου και του επέβαλε την ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης των 13 ετών αντί της ισοβίου καθείρξεως που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως[2].

Σύμφωνα με τον Μυλωνόπουλο ο σύννομος βίος είναι επιεικέστερος σε σχέση με τον έντιμο βίο, όπου ο δράστης όφειλε να αποδείξει τον πλήρη σεβασμό του απέναντι στην κοινωνία. Αντιθέτως, για την κατάφαση του σύννομου βίου, ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι η μέχρι την τέλεση της πράξης συμπεριφορά του ήταν εντός των ορίων των νόμων, χωρίς να εξετάζεται επιπλέον η κοινωνική συμπεριφορά. Θετικός υπέρ της τροποποίησης εμφανίζεται ο Μαργαρίτης Λ., ο οποίος αναφέρει ότι η προγενέστερη ρύθμιση είχε μεταξύ των άλλων και ταξικό χαρακτήρα, αφού κατηγορούμενος με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και με καταγεγραμμένες στο παρελθόν αγαθοεργίες μπορούσε να εξασφαλίσει με μεγάλη ευκολία το ελαφρυντικό του έντιμου βίου. Διατείνει, ωστόσο, πως ο Άρειος Πάγος θα κρίνει ποιες λοιπές προϋποθέσεις απαιτούνται για την αναγνώριση του σύννομου βίου, μη αρκούντος του λευκού ποινικού μητρώου[3].

Την δική τους προσέγγιση και οπτική αποπειράθηκαν να δώσουν και νομολογιακοί παράγοντες, υποστηρίζοντας πως ο σύννομος βίος, όρος αξιολογικός όπως και ο έντιμος, αποσκοπεί στην άρση τυχόν ανισοτήτων, οι οποίες δύνανται να εμφανισθούν, όταν η νομολογία απαιτεί επωφελή για την κοινωνία δράση. Τούτο, ωστόσο, δε σημαίνει ότι μεταβάλλεται η μέχρι πρότινος νομολογιακή προσέγγιση, αρκούντος πλέον του λευκού ποινικού μητρώου για την κατάφαση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τη φύση των ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίες αφορούν περιστάσεις που δεν λαμβάνονται απλά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, αλλά απεναντίας επιδρούν στην όλη ποινική αντιμετώπιση του δράστη ενός εγκλήματος μειώνοντας το πλαίσιο ποινής. Πολύ περισσότερο μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε την εντύπωση πως ο ποινικός νομοθέτης επιθυμεί την επιεική αντιμετώπιση των για πρώτη φορά εγκληματούντων, κάτι που αδυνατεί να έχει βάσιμο έρεισμα στο δόγμα του ποινικού δικαίου[4].

Η πρώτη απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η οποία κλήθηκε να ερμηνεύσει τον όρο «σύννομος βίος» είναι η ΑΠ 1466/2019[5]. Η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι η νέα διάταξη, όπως ετέθη σε ισχύ με το Ν. 4619/2019, «η υπό στοιχείο α΄ που συνίσταται στο «ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα». Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρ. 178 του ΚΠΔ. Εν όψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή (84 παρ. 2α) του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α΄ ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο «ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή», αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της «νόμιμης» ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της «έντιμης» ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα «απαραβίαστη» προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.»

            Ακολούθως, η ΑΠ 1663/2019[6] έκρινε πως η νέα διάταξη είναι «επιεικέστερη της προισχύσασας, όπως δε αναγράφεται στην αιτιολογική έκθεση του ισχύοντος ΠΚ αντί του κριτηρίου της "έντιμής ζωής" τίθεται το ορθολογικότερο της "νόμιμης", ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο και μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο. Στην περ. α' αντί του απροσδιορίστου κριτηρίου της "έντιμης ζωής", υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής. Η εκπλήρωση απροσδιόριστων "ηθικών καθηκόντων" έχει φυσικοδικαιακό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου». Στη συνέχεια, δέχτηκε πως σύννομος βίος πρέπει να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, καθόσον «συμπεριφέρθηκε πάντοτε με ευγένεια, καλοσύνη και ευπρέπεια προς τους συνανθρώπους του και διήγε, μέχρι την ημέρα της φερόμενης τέλεσης από αυτόν των πράξεων που του αποδίδονται, έναν έντιμο βίο. Ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις του, εξυπηρετικός με τους συνανθρώπους του και το βασικότερο, ουδέποτε δημιούργησε οιοδήποτε πρόβλημα σε κανένα. Αντίθετα πάντοτε έχαιρε εκτίμησης από τον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο. Είναι δε απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου … και εργάζεται αδιάκοπα από νεαρή ακόμα ηλικία έως σήμερα, ως ελεύθερος επαγγελματίας. Από όλα τα ανωτέρω αλλά και από το πάλλευκο ποινικό του μητρώο, αποδεικνύεται ότι διήγε, μέχρι την ημέρα της φερόμενης τέλεσης από αυτόν της πράξης που του αποδίδεται, έναν έντιμο βίο».

Από το συνδυασμό των ανωτέρω αποφάσεων, διαφαίνεται μία ορθή αντιμετώπιση του σύννομου βίου εκ μέρους της νομολογίας, η οποία φαίνεται πλέον να επιζητά την ύπαρξη «συνήθους» ανθρώπινης ζωής, χωρίς να θεωρεί αρκετό το λευκό ποινικό μητρώο[7]. Απομακρύνεται, έτσι, από την έως πρότινος νομολογιακή τάση, η οποία απαιτούσε επωφελή και κοινωνική για την κοινωνία δράση του κατηγορουμένου, κριτήριο δυνάμενο να προκαλέσει ανισότητες για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ενώ πλέον αναφέρεται ρητά ότι η απόκλιση από ηθικά πρότυπα δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για την απόρριψη του ελαφρυντικού. Συνεπώς, το κριτήριο της νόμιμης ζωής που πλέον απαιτείται εξειδικεύεται ως σεβασμός απέναντι στα έννομα αγαθά και συμμόρφωση στους κανόνες δικαίου.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων γεννούνται τα εξής συμπεράσματα ως προς την ερμηνεία του όρου «σύννομος βίος» : Σύννομος είναι ο βίος ενός ατόμου, το οποίο μέσα στο χρόνο επιδεικνύει σεβασμό απέναντι στα έννομα αγαθά και συμμόρφωση προς τις επιταγές του νόμου, συμπεριφορά με καθόλα θετική πρόγνωση και για το μέλλον, ούτως ώστε η εγκληματική πράξη να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία στη ζωή του. Αν και από μία πρώτη σκοπιά, φαίνεται να υπάρχει ταύτιση με τον πρότερο όρο «έντιμος», ωστόσο ο όρος «σύννομος» δεν επιτρέπει την αξιολόγηση αποκλίσεων από κοινωνικά και ηθικά πρότυπα για την απόρριψη του ελαφρυντικού, τη στιγμή που αυτές συνιστούν έκφανση δικαιώματος που απορρέει είτε εκ του Συντάγματος είτε εκ του νόμου, όπως λ.χ. η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, ούτε επίσης τη δημιουργία ανισοτήτων με την απαίτηση για μία καθόλα υπερδιακεκριμένη θετική συμπεριφορά πριν την πράξη. Με λίγα λόγια, η αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης δεν πρέπει να εξαρτάται από την πλήρη υποταγή στα κρατούντα κοινωνικά και ηθικά πρότυπα, αλλά από το σεβασμό απέναντι στα έννομα αγαθά και την τήρηση των κανόνων δικαίου[8].

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι απαιτείται καθημερινή εκδήλωση σεβασμού απέναντι στα έννομα αγαθά και τους κανόνες δικαίου, με αποτέλεσμα η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου να μην υποδηλώνει κάθε άλλο σύννομο βίο του δράστη, κάτι το οποίο γινόταν άλλωστε δεκτό. Περαιτέρω, είναι ορθότερο κατά την άποψη της γράφουσας να γίνει δεκτό ότι η παραβίαση των νόμων δε λαμβάνει χώρα μόνο με την τέλεση αξιόποινων πράξεων, αλλά εκφράζεται και με την συνεχή παραβίαση δεσμευτικών κανόνων δεοντολογίας, καθώς και αστικών κανόνων δικαίου, ανεξαρτήτως του λευκού ποινικού μητρώου. Για παράδειγμα, υποδηλώνει έλλειψη σεβασμού απέναντι στην περιουσία των δανειστών η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του υπαιτίου απέναντι σε αυτούς και η δημιουργία τεράστιων χρεών[9]. Από την άλλη, η παραβίαση ηθικών κανόνων δεν πρέπει να αξιολογείται για την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης, όπως π.χ. η αναφορά σε ύπαρξη εξωσυζυγικών σχέσεων του δράστη. Τέλος, στη νέα διάταξη ορίζεται ρητώς πλέον ότι η τέλεση ενός ελαφρού πλημμελήματος δε συνεπάγεται απόρριψη του ελαφρυντικού, κάτι άλλωστε που γινόταν ήδη δεκτό, ενώ πρέπει το ίδιο να γίνει δεκτό και για την περίπτωση μίας πειθαρχικής παράβασης.

[1] Βλ. Αιτιολογική Έκθεση Ν. 4619/2019, σελ. 5-6 και σελ. 22.

[2] Βλ. Καρνέζη Θάνο, «Έντιμος ή σύννομος βιος; Νόμιμος, ίσον ηθικός;», Dikastiko (2-10-2019), πρόσβαση 21-12-2019, https://www.dikastiko.gr/, Χειρδάρη Βασίλη, «Ο νέος ποινικός κώδικας και ο πρότερος σύννομος βίος», Liberal (3-08-2019), πρόσβαση 21-12-2019, https://www.liberal.gr/apopsi/o-neos-poinikos-kodikas-kai-o-proteros-sunnomos-bios/261853

[3] Βλ. Παπαδόπουλο Γιάννη, «Το κρίσιμο ελαφρυντικό του «σύννομου βίου», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (1-08-2019, πρόσβαση 21-12-2019, https://www.kathimerini.gr/

[4] Βλ. Βουλγαρίδη Κων., «Η ελαφρυντική περίσταση του αρθρ.84 παρ. 2 περ. α του νέου Π.Κ. (σύννομη ζωή)», Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (25-07-2019), πρόσβαση 21-12-2019, https://ende.gr/

[5] ΑΠ 1466/2019, ΠοινΧρ 2019, σελ. 671

[6] ΑΠ 1663/2019, ΠοινΧρ 2019, σελ. 671

[7] Πρβλ. επίσης ΜΟΔΠατρ 132/2019, ΠοινΔικ 2019, σελ. 1171, η οποία δέχτηκε ότι «Η έννοια του σύννομου βίου δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, αλλά προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος έζησε, χωρίς να παραβιάζει τους επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου».

[8] Βλ. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ελ., Ο «σύννομος» βίος στο άρθρο 84 ΠΚ, ό.π.

[9] Βλ. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ελ., Ο «σύννομος» βίος στο άρθρο 84 ΠΚ, ό.π.