Όρια σχολιασμού προσωπικότητας πολιτικών προσώπων στα ΜΜΕ (Απόφαση ΕΣΡ 326/1.10.2015)

[…] 3. Το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του τις ακόλουθες διατάξεις:

Ι. Το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το οποίο η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους[…]

ΙΙΙ. Το άρθρο 3 παρ. 1 εδαφ. β του Ν. 2328/1995, κατά το οποίο οι κάθε είδους εκπομπές που μεταδίδουν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα κάθε προσώπου[…]

ΙV. Το άρθρο 3 παρ. 2 εδ. ε του Ν.1730/1987 κατά το οποίο οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές διέπονται από την αρχή του σεβασμού της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου του ατόμου.

 

Ως προς την προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας, κρίθηκαν τα εξής:

 

Η εκπομπή «ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ» ασχολείται με την παρουσίαση και τον σχολιασμό θεμάτων και προσώπων της πολιτικής και λοιπής επικαιρότητας. Συνιστά, επομένως, δημοσιογραφική εκπομπή[…]. Η εξεταζόμενη εκπομπή προβλήθηκε την 5.7.2015, την ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος και μεταξύ άλλων προέβαλε ρεπορτάζ, στο οποίο εμφανίζονταν διάφοροι πολιτικοί που προσέρχονταν στις κάλπες για να ψηφίσουν, μεταξύ των οποίων και ο καταγγέλλων, κ. Καμμένος, πρόεδρος του κόμματος των ΑΝ.ΕΛΛ. Με αφορμή το ρεπορτάζ αυτό οι δύο δημοσιογράφοι – παρουσιαστές της εκπομπής σχολίασαν τον κ. Καμμένο.

 

Η ελευθερία έκφρασης του ατόμου (προφορικά, γραπτά και δια του τύπου) θεσπίζεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος (και περιλαμβάνει το δικαίωμα διαμόρφωσης, κατοχής, έκφρασης και διάδοσης, αλλά και λήψης μίας γνώμης)[…]. Η ελευθερία έκφρασης ασκείται και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και άρα και από την τηλεόραση. Στην ελευθερία έκφρασης του ατόμου περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην πληροφόρηση που έχει κάθε άτομο, το οποίο ορίζεται ρητά στο άρθρο 5Α του Συντάγματος. Οι προαναφερθείσες διατάξεις προβλέπουν δυνατότητα επιβολής περιορισμών στο δικαίωμα ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, μόνο εφόσον αυτοί είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων, όπως είναι και το δικαίωμα στην προσωπικότητα (των φυσικών ή νομικών) προσώπων.

Ο φορέας του δικαιώματος οφείλει να ανέχεται επεμβάσεις στην προσωπικότητά του, οι οποίες συνδέονται με τον τρόπο ζωής που ο ίδιος επέλεξε. Αυτό ισχύει γενικά για τα δημόσια πρόσωπα, […] όπως οι πολιτικοί, δηλαδή τα πρόσωπα που ασχολούνται με την πολιτική με την ευρεία έννοια και ασκούν, άσκησαν ή επιδιώκουν να ασκήσουν πολιτικό αξίωμα. Η ιδιότητα του πολιτικού δικαιολογεί την άσκηση ακόμα και δριμείας κριτικής, αρκεί αυτή να μη συνιστά προσωπική επίθεση (ΑΠ 1230/2014 και υπόθεση Lingens του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου).

Ειδικότερα, επισημαίνονται τα εξής: Οι δημοσιογράφοι της εκπομπής με αφορμή τη δήλωση του κ. Καμμένου που είχε γίνει λίγες ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και την ημέρα μετάδοσης της εκπομπής ότι «ο στρατός εγγυάται την εσωτερική ασφάλεια», σχολίασαν τη δήλωση αυτή με χιουμοριστικό τρόπο, αναφέροντας ότι το εκλογικό τμήμα ήταν άδειο, επειδή ο κόσμος φοβόταν να πάει να ψηφίσει μη τυχόν τους επιστράτευαν. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις, παρόλο που δεν περιείχαν υβριστικές λέξεις ή απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για το πρόσωπο του κ. Καμμένου, επειδή είχαν ειρωνικό και αποδοκιμαστικό χαρακτήρα ήταν ικανές να οδηγήσουν στην προσβολή της προσωπικότητάς του. Επίσης, η με αφορμή την εμφάνιση του κ. Καμμένου στις κάλπες με την κόρη του, δήλωση των δυο δημοσιογράφων της εκπομπής ότι το έκανε «για να πουλήσει επικοινωνιακά», αποτελούσε έντονη άσκηση αρνητικής κριτικής προς τον κ. Καμμένο που είχε ως στόχο την προσβολή της τιμής του. Επιπλέον, η προτροπή των δημοσιογράφων της εκπομπής προς τον κ. Καμμένο να βάλει το παιδί να ψηφίσει αντ’ αυτού, επειδή η νεολαία ξέρει τι θα ψηφίσει, συνιστούσε μία έκφραση γνώμης, η οποία όμως δεν αιτιολογήθηκε και λόγω των αρνητικών υπονοιών που εμπεριείχε ήταν ικανή να προκαλέσει προσβολή της προσωπικότητάς του. Επιπρόσθετα, η διατύπωση ερωτήματος προς τον κ. Καμμένο από τους δύο δημοσιογράφους της εκπομπής με αφορμή την προσκόμιση από τον τελευταίο στο εκλογικό τμήμα διαβατηρίου και όχι ταυτότητας για να ψηφίσει οι δημοσιογράφοι «κατά πόσο το έχει μαζί γιατί ετοιμάζεται…», συνιστούσε σχόλιο που παρόλο που διατυπώθηκε με σκωπτικό και δηκτικό τρόπο και στηριζόταν στα γεγονότα της τότε επικαιρότητας που υπήρχε αβεβαιότητα ως προς την έκβαση της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης της χώρας μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, εμπεριείχε καταφρονητικά στοιχεία ικανά να προσβάλλουν την τιμή του. Τέλος, η με αφορμή τη συνομιλία μεταξύ του κ. Καμμένου και της κόρης του, αναφορά των δύο δημοσιογράφων ότι καλό θα ήταν το παιδί να μην πάρει παράδειγμα από τον κ. Καμμένο και στη συνέχεια η θέση ερωτήματος από τον έναν δημοσιογράφο στον άλλο «αν θέλει το παιδί του να είναι σαν τον Καμμένο», συνιστούσαν σχόλιο με αποδοκιμαστικό χαρακτήρα για το πρόσωπο του κ. Καμμένου, ενώ επίσης το ύφος και ο τόνος της φωνής του δημοσιογράφου ήταν απαξιωτικός και υποτιμητικός, γι’ αυτό και μπορούσε να προσβάλει την προσωπικότητά του.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι τα σχόλια, στα οποία προέβησαν οι δημοσιογράφοι της εκπομπής περιείχαν υποτιμητικούς υπαινιγμούς για τον καταγγέλλοντα και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά τους για την ενημέρωση του κοινού στο πλαίσιο της παρουσίασης του συγκεκριμένου γεγονότος (την προσέλευσή του στις κάλπες για να ψηφίσει). Επρόκειτο για σχόλια που είχαν μεν σκωπτικό και χιουμοριστικό χαρακτήρα, αλλά ξέφευγαν του αντικειμενικού σκοπού της πληροφόρησης του κοινού και του αναγκαίου μέτρου ευπρέπειας και αντικειμενικότητας, υπερέβαιναν την ανοχή που οφείλει να δείχνει ένα δημόσιο πρόσωπο (πολιτικός) ως προς την κριτική που του ασκείται στο πλαίσιο άσκησης των πολιτικών του καθηκόντων και είχαν ως στόχο την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του.  

Για την εν λόγω εκτροπή ενδείκνυται όπως επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθμό (ΣΚΑΙ) η διοικητική κύρωση του προστίμου.

Σχόλιο:

Η συγκεκριμένη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης θίγει το ζήτημα της σύγκρουσης μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος στην προσωπικότητα.  Το ΕΣΡ κρίνει ότι, παρόλο που οι δηλώσεις των παρουσιαστών δεν περιείχαν υβριστικές λέξεις ή απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για το πρόσωπο του προσφεύγοντος, εντούτοις είχαν ως στόχο την προσβολή της προσωπικότητας και της τιμής του, γεγονός που το ΕΣΡ συνάγει από το ειρωνικό ύφος και τον αποδοκιμαστικό χαρακτήρα των σχολίων. Το ΕΣΡ καταλήγει πως, αν και οι δηλώσεις των παρουσιαστών αποτελούν έκφραση γνώμης (δηλαδή αξιολογική κρίση) -και, ως τέτοιες, έχουν εξ ορισμού υποκειμενικό χαρακτήρα-, αυτές ξεφεύγουν του αντικειμενικού σκοπού της ενημέρωσης και πληροφόρησης του κοινού, καθώς και του αναγκαίου μέτρου ευπρέπειας, υπερβαίνουν την ανοχή που οφείλει να δείχνει ένα δημόσιο πρόσωπο ως προς την κριτική που του ασκείται και τελικά προσβάλλουν την τιμή και την αξιοπρέπεια, στοιχεία της προσωπικότητας του ατόμου.

Η απόφαση γεννά έναν εύλογο προβληματισμό: εφόσον η Αρχή αναγνωρίζει την ιδιαίτερη θέση των πολιτικών προσώπων στη κοινωνία και την υποχρέωσή τους να ανέχονται ορισμένες επεμβάσεις στην προσωπικότητά τους μέσω της απόδοσης δηκτικών χαρακτηρισμών, της χρήσης οξύτατων εκφράσεων αλλά και δυσφημιστικών ισχυρισμών, πώς καταλήγει στο ότι τα συγκεκριμένα σχόλια υπερέβαιναν την ανοχή του οφείλει να δείχνει ένα δημόσιο πρόσωπο ως προς τη κριτική που του ασκείται; Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η δημοσιογραφική ελευθερία -στα πλαίσια του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ- εμπεριέχει και την δυνατότητα να προσφεύγει κανείς σε μία συγκεκριμένη δόση υπερβολής, ακόμη και πρόκλησης[1]· επίσης, οι αξιολογικές κρίσεις δεν προσφέρονται για επίδειξη της ακρίβειάς τους λόγω του υποκειμενικού τους χαρακτήρα[2]. Επομένως, κατά την ορθότερη προσέγγιση, οφείλουμε να θεωρήσουμε ότι τα σχόλια των δύο δημοσιογράφων δεν ξεπερνούν το ευρύ όριο της κριτικής που ένα πολιτικό πρόσωπο οφείλει να ανέχεται[3], εφόσον βέβαια τα σχόλια αυτά αφορμώνται από μια επαρκή πραγματική βάση, την ύπαρξη της οποίας εν προκειμένω παραδέχεται και το ίδιο το ΕΣΡ.

Προβληματική επίσης κρίνεται και η χρήση ορολογίας που παραπέμπει στη αρχή της αναλογικότητας για την δικαιολόγηση των περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης. Ως γνωστόν, ο μηχανισμός της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος) λειτουργεί ως περιορισμός επί των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων. Η επίκληση της αρχής της αναλογικότητας, στο αιτιολογικό της απόφασης, ως περιορισμού επί της άσκησης των δικαιωμάτων -λάθος στο οποίο υποπίπτουν ακόμα και ανώτατοι δικαστικοί[4]- υποδηλώνει σύγχυση περί των εννοιών της άσκησης και του περιορισμού ενός δικαιώματος.

Επιγραμματικά, η κρίση του Συμβουλίου έρχεται σε αντίθεση με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, την οποία το ίδιο επικαλείται, καθώς στη στάθμιση μεταξύ ελευθερίας της έκφρασης και προστασίας της προσωπικότητας, επιλέγει το δεύτερο, αγνοώντας την σημαντικότατη διάκριση μεταξύ «γεγονότων» και ανέλεγκτων «αξιολογικών κρίσεων», η οποία αποτελεί και ένα από τα κύρια θεμέλια μιας δημοκρατικής έννομης τάξης.

*του Θέμη Μαργαρίτη, τελειόφοιτου φοιτητή Νομικής Δ.Π.Θ.

_________________________________________________________________________________________________

[1]ΕΔΔΑ Υπόθεση Gaweda κατά Πολωνίας, αριθ. 26229/95, § 34

[2]ΕΔΔΑ Υπόθεση Βασιλάκη κατά Ελλάδος, αριθ. 25145/05, § 46

[3]ΕΔΔΑ Υπόθεση Βασιλάκη κατά Ελλάδος, αριθ. 25145/05, § 48, βλ. και την εκεί παραπομπή στην Υπόθεση Lingens κατά Αυστρίας της 8ης Ιουλίου 1986

[4] Βλ. την απάντηση της Προέδρου του ΑΠ κα. Θάνου -σχετικά με την δικαστική διαμάχη της με τον καθηγητή κ. Τσακυράκη- σε άρθρο 14 καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου, στην οποία η Πρόεδρος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας επικαλείται ρητά -και λανθασμένα- της αρχή της αναλογικότητας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης(http://www.areiospagos.gr/anakinoseis/20160226_%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%99%CE%9D%CE%A9%CE%A3%CE%97.pdf)