ΠΕΡΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

*του Κωνσταντίνου Βουλκίδη

Η δικονομική ισότητα αποτελεί βασική αρχή του Δικαίου, η οποία εξειδικεύει την συνταγματική αρχή της ισότητας. Αυτό δεν αποκλείει την περίπτωση εξαιρέσεων, όπου για λόγους ευρύτερου δημοσίου συμφέροντος, μπορεί να προβλεφθεί δικονομική διαδικασία η οποία έχει ως έμμεσο αποτέλεσμα - αλλά όχι σκοπό - την παροχή δικονομικού προνομίου σε έναν εκ των διαδίκων. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής : Ο δανειστής εξοπλίζει την εμπορική του απαίτηση με εκτελεστό τίτλο χωρίς να περάσει την βάσανο της κατ' αντιμωλία εκδίκασης αγωγής1. Το προνόμιο αυτό δικαιολογείται από τον σκοπό του εκ Γερμανίας εισαχθέντα θεσμού, που συνίσταται στην γρήγορη εκκαθάριση και ικανοποίηση των εμπορικών απαιτήσεων2. Η εξισορρόπηση της ισότητας των διαδίκων, η οποία δεν μπορεί να παραβλεφθεί όταν πλέον η γενική νομοθετική πρόβλεψη προσωποποιείται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, γίνεται από την ανάληψη αντιστοίχου δικονομικού κινδύνου από τον απολαμβάνοντα το προνόμιο. Δεν είναι, δηλαδή, συμβατή με την αρχή της ισότητας η παροχή προνομίου άνευ αναλόγου αντισταθμίσματος υπό την μορφή συνεπειών ή κινδύνων, που επέρχονται κατά τις περιπτώσεις που η πρακτική αξιοποίηση του προνομίου έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό για το οποίο αυτό ετέθη ή/και ασκείται κατά παράβαση των όρων υπό τους οποίους παρέχεται. Οι όροι επομένως υπό τους οποίους επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής, θέτουν ταυτόχρονα και το μέτρο του αναλαμβανόμενου δικονομικού κινδύνου. Η ορθολογική στάθμιση του εάν ο αναληφθείς κίνδυνος είναι όντως ανάλογος με το προνόμιο, και εξισορροπεί αυτό επαρκώς προκειμένου να μην παραβιάζεται η αρχή της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, γίνεται με κριτήρια την ερμηνεία του ίδιου του Νόμου τελολογικά, συγκριτικά και συστηματικά. Γίνεται, δηλαδή, εξετάζοντας αν η επιλεχθείσα ερμηνεία είναι συμβατή με τον σκοπό του Νόμου σε σχέση με το ευρύτερο νομικό πλαίσιο – εν προκειμένω, με την δικονομική μεταχείριση εναγόντων και εναγομένων κατά την άσκηση αγωγής.

Εν προκειμένω μας απασχολεί η διαδικαστική προϋπόθεση του εκκαθαρισμένου της απαιτήσεως, διότι αποτελεί το σύνηθες πεδίο αντιπαράθεσης κατά την εκδίκαση ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής. Ο Νόμος θέτει το εκκαθαρισμένο ως διαδικαστική προϋπόθεση της έκδοσης, προκειμένου, κατά την άποψή μας, να αποκλειστούν όχι απλώς οι “αόριστες” ή υπό αίρεση απαιτήσεις, αλλά γενικά όσες δεν προσιδιάζουν στο επίπεδο απλότητας των συνήθων εμπορικών απαιτήσεων, δηλαδή της προμήθειας αγαθών και υπηρεσιών. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν γίνεται λόγος για “ορισμένη” απλώς απαίτηση αλλά για εκκαθαρισμένη. Άλλωστε, ο όρος εκκαθάριση όπως απαντάται στο πεδίο της οικονομικής αλλά και της νομικής επιστήμης, σημαίνει πάντοτε την προηγούμενη αφαίρεση κάθε στοιχείου παθητικού και πρόσθεση κάθε στοιχείου ενεργητικού σε ένα σύνολο προκειμένου να προκύψει ένα “καθαρό” και αδιαμφισβήτητο υπόλοιπο. Κάθε φορά επομένως που αποδεικνύεται, έστω και εκ των υστέρων δια της ανακοπής, ότι η απαίτηση δεν ετύγχανε εκκαθαρισμένη κατά την έκδοση της διαταγής, το αποτέλεσμα οφείλει να είναι η ακύρωση της διαταγής εν όλω. Η νομολογία όμως έχει συχνότατα αντίθετη θέση, αποδεχόμενη ότι ο ανακόπτων έχει το βάρος να ισχυριστεί και αποδείξει το μέτρο κατά το οποίο η απαίτηση του δανειστή είναι παράνομη ή ανύπαρκτη, και στη συνέχεια να ακυρωθεί μερικώς η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής. Η επιχειρηματολογία υπέρ και κατά της θέσης αυτής έχει αναπτυχθεί εν πολλοίς στη θεωρία, δυστυχώς όμως κατά παράβλεψη των ουσιωδών διαφοροποιήσεων μεταξύ των συνήθων εμπορικών απαιτήσεων τις οποίες κλήθηκε να εξυπηρετήσει ο θεσμός της ΔΠ, και των διαφόρων άλλων απαιτήσεων, ιδίως τραπεζικών, που ικανοποιούνται πλέον με τον τρόπο αυτό, σε σχέση με την αρχή της δικονομικής ισότητας. Ένα παράδειγμα μπορεί να φανεί χρήσιμο στην κατανόηση της διαφοράς : Στην περίπτωση Α, ένας προμηθευτής εκδίδει ΔΠ κατά πελάτη του για την πώληση 100 σάκων καφέ. Ο πελάτης ανακόπτει την ΔΠ διότι στην πραγματικότητα παρέλαβε μόνο τα 90 σακιά. Η ολική ακύρωση της ΔΠ στην περίπτωση αυτή, φαίνεται πιθανόν επαχθής για τον δανειστή, ενώ μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί αυτός και να μην αδικηθεί ταυτόχρονα ο οφειλέτης δια της μερικής της ακυρώσεως (κατά 10 σακιά καφέ επί την τιμή μονάδος τους). Η απαίτηση, δε, μπορεί να απεδείχθη σχετικά “ανεκκαθάριστη” αλλά η εκκαθάρισή της ήταν καθαρά ποσοτικό και πραγματικό θέμα. Άλλωστε στο εμπόριο η ίδια η έννοια της “τιμής μονάδος” καθιστά την εκάστοτε επιδικασθείσα με ΔΠ εμπορική απαίτηση όχι ενιαία, αλλά στην πραγματικότητα ένα αθροιστικό σύνολο αυτοτελών απαιτήσεων. Υπό την έννοια αυτή, η απαίτηση θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί εκκαθαρισμένη καθώς το τίμημα για τα 90 από τα 100 σακιά καφέ πράγματι οφειλόταν από τον πελάτη, η δε τιμή μονάδος παραμένει η ίδια. Ικανοποιείται έτσι και ο (ιστορικός αλλά και διαχρονικός κατά την άποψή μας) σκοπός του Νόμου για γρήγορη ικανοποίηση των εμπορικών απαιτήσεων, και το παραγόμενο αποτέλεσμα δεν αδικεί ούτε ευνοεί κάποιον εκ των διαδίκων σε σχέση με το αποτέλεσμα που θα επέρχετο σε περίπτωση άσκησης αγωγής. Στην περίπτωση Β, ο ίδιος προμηθευτής επιτυγχάνει την έκδοση της ίδιας ΔΠ απολαμβάνοντας το ίδιο ακριβώς δικονομικό προνόμιο. Ο πελάτης όμως πληροφορείται, ισχυρίζεται και αποδεικνύει ότι το ζύγισμα κάθε σάκου γινόταν στην ζυγαριά του προμηθευτή η οποία ήταν “πειραγμένη” από τον προμηθευτή, και επιπλέον γινόταν σε ακατάλληλες προς τούτο συνθήκες, με αποτέλεσμα η τελική ποσότητα καφέ να μην ανταποκρίνεται στην συμφωνηθείσα και τιμολογημένη. Εν προκειμένω, έχουμε δύο διαφοροποιήσεις : Πρώτον, το κρίσιμο γεγονός αμφισβήτησης της απαίτησης διαπερνά το σύνολό της και αποτελεί έναν παράγοντα που επηρέασε κατά τρόπο ουσιώδη την τελική της διαμόρφωση – πιθανότατα αν ο καφές ζυγιζόταν δίκαια θα είχαν αγοραστεί λιγότεροι σάκοι, ενώ κάθε ζύγισμα είχε διαφορετική απόκλιση. Δεύτερον, είναι αδύνατον ή, έστω, ιδιαίτερα δύσκολο, ο πελάτης να υπολογίσει και αποδείξει ποιά ήταν η απόκλιση της ζυγαριάς κάθε φορά, σε κάθε σάκο. Δεν μπορεί επομένως να χωρέσει άμεση εκκαθάριση της απαιτήσεως, ούτε βέβαια και να θεωρηθεί αυτή εκκαθαρισμένη κατά την έκδοση της ΔΠ. Εάν ο Δικαστής δεν ακυρώσει ολικά την ΔΠ ενώ έχει αποδειχθεί ότι η απαίτηση διαμορφώθηκε κατά τρόπο παράνομο και ταυτόχρονα είναι δύσκολο να αποδειχθεί και υπολογιστεί το ακριβές ύψος της επιβάρυνσης, και μάλιστα εντός σύντομης προθεσμίας, είναι προφανές ότι επιτείνεται αντί να εξισορροπείται η δικονομική ανισότητα μεταξύ των διαδίκων. Το πρόβλημα όμως είναι ότι, ακόμη και αν ο πελάτης τελικά αποδείξει πλήρως ότι η διαφορά στο ζύγισμα ήταν συνολικά μισός σάκος καφέ, η μερική ακύρωση της ΔΠ και η επιδίκαση του τιμήματος για τους υπόλοιπους 99,5 σάκους αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της αρχής της δικονομικής ισότητας. Και αυτό όχι απλά διότι ο πελάτης επιβαρύνθηκε με μία δύσκολη αποδεικτική διαδικασία της οποίας δεν έπρεπε να φέρει το βάρος – αυτή είναι η οπτική στην οποία κατά κύριο λόγο εστιάζει η θεωρία και η νομολογία, δηλαδή στο επαχθές της μεταφοράς του δικονομικού βάρους αποδείξεως στον ανακόπτοντα. Αλλά ακριβώς διότι, εάν ο ίδιος προμηθευτής είχε ασκήσει το δικαίωμά του με αγωγή, στην κατ' αντιμωλία διαδικασία θα είχε προβλεφθεί η ίδια μεν ένσταση από τον εναγόμενο – ανακόπτοντα πελάτη και θα είχε εκδοθεί η ίδια ακριβώς απόφαση για επιδίκαση 99,5 σάκων καφέ. Οπότε ο προμηθευτής, αν και αιτήθηκε την έκδοση πληρωμής για παράνομη απαίτηση, κατέληξε τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα, αφού πρώτα απήλαυσε πλήρως το δικονομικό προνόμιο της έκδοσης ΔΠ και επιβάρυνε αντιστοίχως τον οφειλέτη. Επομένως ο δανειστής έτυχε προνομιακής μεταχείρισης χωρίς όμως να αναλάβει κανέναν απολύτως αυξημένο δικονομικό κίνδυνο. Αντίστοιχα ο οφειλέτης, όχι μόνο υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μία δυσαπόδεικτη θέση σε σύντομη προθεσμία, αλλά υπέστη εξ αρχής και από την έκδοση της ΔΠ το σύνολο των αρνητικών συνεπειών της, πιθανότατα δε και την εκτέλεση κατά της περιουσίας του για 100 και όχι 99,5 σάκους καφέ.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι κατά βάση ποιοτική, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση. Το πρόβλημα επομένως εντοπίζεται όχι στον Νόμο καθ' εαυτόν, αλλά στην χρήση του για την γρήγορη ικανοποίηση απαιτήσεων για τις οποίες όμως δεν προορίζετο εξ αρχής. Δύο είναι οι κυριότερες περιπτώσεις που συναντώνται στην πράξη και αναλογούν εν πολλοίς στο παράδειγμα της “χαλασμένης” ζυγαριάς : Η επιβάρυνση των τραπεζικών πιστωτικών συμβάσεων με την εισφορά του Ν. 128/75, και ο υπολογισμός του ετησίου επιτοκίου με βάση έτος 360 (αντί για 365) ημερών. Χάριν συντομίας, δεχόμαστε ότι υπό προϋποθέσεις αμφότερες οι περιπτώσεις μπορούν να θεωρηθούν παρανόμως επιβληθέντες συμβατικοί όροι3, οι οποίοι αναμφίβολα επιβαρύνουν την απαίτηση. Από την στιγμή που το Δικαστήριο αποδεχθεί το γεγονός αυτό (της ακυρότητας/παρανομίας τους), είναι υποχρεωμένο να επιλέξει μία εκ των δύο οδών : Είτε να απαιτήσει από τον ανακόπτοντα τον ορισμένο προσδιορισμό της επιβαρύνσεως που επέφεραν και στη συνέχεια να περιορίσει αντιστοίχως την επιδικασθείσα απαίτηση, είτε να ακυρώσει εν όλω τον εκτελεστό τίτλο λόγω ελλείψεως διαδικαστικού προαπαιτουμένου για την έκδοσή του (εκκαθαρισμένο). Το πρώτο ενδεχόμενο παρουσιάζει τεράστιο βαθμό δυσκολίας για οποιονδήποτε συναλλασσόμενο : Η εξαγωγή του ακριβούς ποσού της επιβαρύνσεως από την συνήθως προσκομιζόμενη ατελή “κίνηση λογαριασμού”, στον οποίο εμφιλοχωρούν χρεώσεις και πιστώσεις, αυξομειώσεις επιτοκίου, επιτοκιακή επιβάρυνση υπερημερίας, έξοδα κλπ. σε διάστημα πολλών ετών, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί απλή μαθηματική πράξη. Πρόκειται ουσιαστικά για εξ αρχής επανυπολογισμό της απαιτήσεως, και όχι για αφαίρεση “μονάδων” ή σάκων καφέ. Δυστυχώς στη νομολογία συναντάται η άποψη, ότι όσο απλό είναι να αφαιρέσεις 10 σακιά καφέ από τα 100, τόσο απλό είναι να επανυπολογίσεις μία τραπεζική οφειλή που έχει υπολογιστεί με παράνομους όρους – ή σε “χαλασμένη” ζυγαριά. Η εκτίμηση αυτή είναι εν πολλοίς υποκειμενική, και ίσως ποτέ δεν οδηγήσει σε κοινά αποδεκτή λύση, ιδίως όταν παρεμβάλλονται διάφοροι παράγοντες με πληθώρα επιπλέον αόριστων νομικών εννοιών, όπως η νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή, η καλή πίστη, η διαφάνεια, η τραπεζική δεοντολογία κλπ. Στις περιπτώσεις μάλιστα τραπεζικών απαιτήσεων, στην εκτίμηση του εκκαθαρισμένου παρεμβάλλεται ένα ακόμη στάδιο, αυτό της νομικής αξιολόγησης, διότι η απαίτηση πλέον δεν επηρεάζεται από μία “ζυγαριά” αλλά από συμβατικούς όρους που πιθανόν και κατά περίπτωση κρίνονται παράνομοι – αυτό διπλασιάζει το βάρος του ανακόπτοντος : Πρέπει να υποστηρίξει την νομική του θέση και ταυτόχρονα να αποδείξει την πραγματική επιβάρυνση.

Η οπτική που προτείνεται εδώ όμως, εστιάζει σε μια απλή έννοια : αυτή της ισότητας, και συγκεκριμένα της παροχής αναίτιου, μη εξισορροπούμενου, και τελικά άδικου δικονομικού προνομίου στους δανειστές, το οποίο μάλιστα δεν δικαιολογείται από κανένα ευρύτερο δημόσιο συμφέρον διότι ακριβώς οι τραπεζικές συμβάσεις δεν αποτελούν καν το σκοπούμενο πεδίο εφαρμογής του θεσμού. Η μερική ακύρωση της ΔΠ λόγω “μερικώς ανεκκαθάριστης” απαίτησης, έχει για τον αιτούντα το ίδιο αποτέλεσμα με την αγωγή, αλλά με αυξημένη ταχύτητα και άμεση εκτελεστότητα. Σημαίνει επίσης ότι παρερμηνεύεται και παροράται ουσιαστικά η διαδικαστική προϋπόθεση για εκκαθαρισμένη απαίτηση, καθώς καθίσταται άνευ νοήματος : Όλες οι απαιτήσεις είναι εν δυνάμει “εκκαθαρισμένες”, μετά την κατ' ουσία εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και ενστάσεων των μερών από τον Δικαστή. Είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν οι τακτικές αγωγές. Η αδικία αυτή είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα κάθε ερμηνείας της έννοιας του εκκαθαρισμένου της απαιτήσεως που εκφεύγει των ορίων της απλούστερης προσθαφαίρεσης, με κάθε επιφύλαξη ακόμη και στην περίπτωση αυτή. Επομένως η αυστηρή και στενή ερμηνεία της διαδικαστικής προϋπόθεσης του εκκαθαρισμένου της απαιτήσεως, αποτελεί αναγκαίο όρο τήρησης της αρχής της δικονομικής ισότητας μεταξύ των μερών. Σε αντίθετη περίπτωση, απλώς καθιερώνουμε ένα γενικό προνόμιο υπέρ των δανειστών με μόνο όρο την έγγραφη απόδειξη της – αρχικής - απαίτησής τους, αναγνωρίζοντάς τους έμμεσα “ηθική” και δικαιοπολιτική ανωτερότητα έναντι των οφειλετών και δημιουργώντας πολίτες δύο ταχυτήτων.

Η αποδοχή του ώς άνω προτεινόμενου σκεπτικού, έχει ως άμεση και αυτονόητη συνέπεια την διαμόρφωση ειδικότερου νομικού κανόνα σύμφωνα με τον οποίο “κάθε απαίτηση που αποδεικνύεται ότι επηρεάστηκε και διαμορφώθηκε από παράνομους όρους και συμφωνίες, θεωρείται άνευ ετέρου ανεκκαθάριστη”. Η επιφύλαξη αυτή τηρεί όχι μόνο την αρχή της δικονομικής ισότητας, αλλά και την αρχή της νομιμότητας. Διότι ο αιτών την έκδοση ΔΠ για απαίτηση που επαυξήθηκε παράνομα, δεν μπορεί να έχει ως μόνη συνέπεια της παρανομίας αυτής την ακύρωση της ΔΠ κατά το μέρος των παράνομων χρεώσεων – η πρακτική αυτή ενθαρρύνει την διεκδίκηση παράνομων απαιτήσεων, σε ένα πλαίσιο οικονομικής θεωρίας του Δικαίου όπου, στατιστικά, πολλές φορές δεν θα υπάρξει καν άσκηση ανακοπής. Αντίθετα, η αρχή της ισότητας επιτάσσει την ανάλογη δικονομική συνέπεια, κατά τρόπο ώστε να αποτρέπεται η απόλαυση δικονομικά προνομιακών διαδικασιών για την ικανοποίηση παράνομων απαιτήσεων.

* Ο Κωνσταντίνος Βουλκίδης είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελειου Πανεπιστημιου Θεσσαλονίκης  ( https://www.voulkidislaw.gr)

_________________________________________________________

1Το προνόμιο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα διότι δεν είναι μόνο χρονικό, αλλά κυρίως ουσιαστικό, σε επίπεδο ευκολίας έκδοσης εκτελεστού τίτλου, ιδίως αν ληφθεί υπ' όψη ότι η πλειονότητα των σύγχρονων απαιτήσεων – σε αντίθεση με την εμπορική πρακτική του 1953 – αποτυπώνεται και αποδεικνύεται εγγράφως. Επίσης η απόκτηση τίτλου για όλη την απαίτηση, πριν την προβολή ενστάσεων – ισχυρισμών του αντιδίκου, επιτρέπει την εγγραφή εμπραγμάτου ασφάλειας για το σύνολο της απαίτησης όπως το προσδιορίζει ο αιτών δανειστής. Επιπλέον, επέρχονται σημαντικές δυσμενείς συνέπειες στον οφειλέτη, ήδη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

2. Η δικαιοπολιτική βάση του θεσμού της διαταγής πληρωμής, υπήρξε, ήδη από την εισαγωγή του στο ελληνικό δίκαιο, η ταχεία ικανοποίηση απαιτήσεων για τις οποίες αφενός δεν απαιτείται η έρευνα της διαγνωστικής διαδικασίας, αφετέρου επιβάλλεται η ταχεία ικανοποίηση του δανειστή. Γι' αυτό άλλωστε και το Ν.Δ. 2629/1953, με το οποίο εισήχθη στα καθ' ημάς από το γερμανικό δίκαιο, προέβλεπε την δυνατότητα εκδόσεώς διαταγής πληρωμής μόνο με βάση αξιόγραφα (γραμμάτια, συναλλαγματικές κλπ.). Ήταν, δηλαδή, μία παρέκκλιση από τις βασικές συνταγματικές και δικονομικές αρχές, προκειμένου να εκκαθαρίζονται ομαλά και γρήγορα οι συνήθεις εμπορικές συναλλαγές. Στην συνέχεια, με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του Α.Ν. 44/1967, η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής διευρύνθηκε επιτρέποντας την απόδειξη της απαίτησης γενικά με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Είτε ως άκυροι και καταχρηστικοί ΓΟΣ λόγω αδιαφάνειας, είτε ως απευθείας αντίθετοι με διατάξεις Νόμου, ανάλογα με την κάθε φορά επιλεγόμενη ερμηνεία.