Ποινική αξιολόγηση των μηνυτήριων αναφορών για το Plan B κατά Βαρουφάκη και συνεργατών. Γράφει ο Σπύρος Σκιαδόπουλος

Το plan Β του Υπουργείου Οικονομικών φέρεται να αναφερόταν σε δημιουργία παράλληλου τραπεζικού συστήματος, με παράλληλο νόμισμα (δραχμή) εντός του ευρώ (IOUS) και αφού προηγουμένως, είχε  γίνει το χακάρισμα των ΑΦΜ των πολιτών. Η τρίτη κατά σειρά μηνυτήρια αναφορά από δικηγόρο αναφέρεται στο κακούργημα  της παραβίασης προσωπικών δεδομένων πολιτών (νόμος 2472/1997).

Όπως αναφέρει η μηνυτήρια αναφορά κατά του τέως Υπουργού ΥΠΟΙΚ :

«Πρέπει να διερευνηθεί η συνδρομή ουσιωδών και αποχρωσών ενδείξεων, σύμφωνα με τις οποίες ο Γιάνης Βαρουφάκης, ως υπουργός Οικονομικών τέλεσε τις εγκληματικές πράξεις των άρθρων 22 παρ. 6 και 7 [1]Ν. 2472/1997, όπως ισχύει σήμερα.  Ο Γιάνης Βαρουφάκης μετά την ορκωμοσία του ως Υπουργός Οικονομικών και τη χορήγηση της εμπιστοσύνης της Βουλής και στο πρόσωπό του ως μέλους της Κυβέρνησης ανέλαβε την πολιτική και συγχρόνως νομική εντολή να υπηρετήσει το συμφέρον του ελληνικού λαού και δη να επαναδιαπραγματευθεί με τους εταίρους – δανειστές και το Δ.Ν.Τ., προκειμένου να συναφθεί μια νέα, δίκαιη και αμοιβαία συμφέρουσα συμφωνία, για τη χρηματοδότηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και την απεμπλοκή της οικονομίας από την ύφεση, με στόχο την ανάπτυξη και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Κατά την άσκηση των υπουργικών του καθηκόντων, ο Γιάνης Βαρουφάκης παραβίασε την ανωτέρω εντολή, που ως πηγάζουσα από τη δημοκρατική αρχή, διέθετε ιδιάζον νομικό φορτίο, πέραν του πολιτικού της περιεχομένου, αφού την υπηρέτησε με προδήλως ψευδώνυμο και προσχηματικό τρόπο, ασκώντας τα υπουργικά του καθήκοντα ως τηλεπερσόνα, ως συνεντευξιαζόμενος μάγος της δημιουργικής ασάφειας και εν τέλει ως δημοδιδάσκαλος της θεωρίας των παιγνίων, θεωρώντας αμετροεπώς, ότι η δημοκρατική εντολή και το γενικό συμφέρον του ελληνικού λαού συνιστούν διακύδευμα ενός παιγνίου, του οποίου, όπως αποδείχθηκε, αγνοούσε εκουσίως τόσο τους συσχετισμούς, όσο και την τεχνική των λοιπών παικτών, πλέον του ότι ο ελληνικός λαός δεν τον εξουσιοδότησε να ασκηθεί παίζοντας επί της μοίρας του.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παρέμβαση του Γιάνη Βαρουφάκη στο επίμαχο φόρουμ της 16.7.2015, ο ίδιος οργάνωσε, επέβλεψε και υλοποίησε με τη συνδρομή αγνώστων συνεργατών του την ηλεκτρονική εισβολή στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, από όπου υπέκλεψε το λογισμικό και τα Α.Φ.Μ των φορολογουμένων, κατασκευάζοντας ένα παράλληλο και έτοιμο προς λειτουργία τραπεζικό σύστημα, προκειμένου να υποστηρίξει την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος ή άλλως εθνικού νομίσματος και τη σύστοιχη αποχώρηση της χώρας απ’την Ευρωζώνη, με την ενσυνείδητη παραδοχή της αναπότρεπτης και επικίνδυνης νομικοπολιτικής διακινδύνευσης της ιδιότητας της χώρας ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.          

Οι παράνομες αυτές ενέργειές του είναι πρόδηλο ότι έβλαψαν τον ελληνικό λαό και κάθε πολίτη ξεχωριστά, μεταξύ των οποίων και εγώ και κυρίως προκάλεσαν ουσιώδη κίνδυνο για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και την εθνική ασφάλεια».

Το ΑΦΜ είναι η "φορολογική ταυτότητα" του κάθε πολίτη. Ουσιαστικά δίνει τη δυνατότητα παρακράτησης δεδομένων κάθε προσώπου ανεξαρτήτως αν έκανε ή δεν έκανε συναλλαγές. Το ότι είναι υπό τύπου δημόσιο πχ σε σφραγίδες ή κάρτες δεν σημαίνει ότι έχει διαρρηχθεί η ιδιωτικότητα του και ο καθένας μπορεί να το χρησιμοποιεί. Μάλιστα υπάρχει απόλυτη προστασία για τη χρήση του από τρίτα πρόσωπα. Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο όταν το άτομο έχει δώσει τη συγκατάθεσή του, με τις επιφυλάξεις του άρθρου 5 του νόμου 2472/1997[2] . Ας βγάλουμε αμέσως από τη μέση την περίπτωση «…για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας….». Το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει την αρμοδιότητα να αντιγράψει-υποκλέψει ( ότι ορολογία σας ταιριάζει) τα φορολογικά στοιχεία για να δημιουργήσει ένα νέο σύστημα με δραχμές και IOUs. Βρίσκεται στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος; Δηλαδή σε περίπτωση που βγαίναμε από το ευρώ, δεν θα ήταν στο συμφέρον των πολιτών άμεσα ένα σύστημα να είσαι σε θέση να δουλέψει;

Όχι, γιατί α) δεν υπάρχει εντολή να επιστρέψεις στη δραχμή, οπότε δεν έχεις ως κυβέρνηση την ευχέρεια να επεξεργάζεσαι σχέδια (μυστικά κιόλας) για να διευκολύνεις μια κατάσταση για την οποία δεν έχεις εξουσιοδότηση και β) το gsis άμεσα θα μπορούσε να λειτουργήσει.

Επομένως η υποκλοπή ως υποκλοπή των ΑΦΜ αποτελεί κολάσιμη πράξη και παραβίαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων.

Από εκεί και πέρα είναι ζήτημα απόδειξης αν προέβη  ή αποπειράθηκε κάποιος στην αντιγραφή των φορολογικών στοιχείων χωρίς γνώση των κατόχων των στοιχείων αυτών, πάντως σαν πράξη είναι κολάσιμη.

Πάμε τώρα στο άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικα πρώτα για να έχουμε μια καλή εικόνα :

«1. Τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας ή πρόσκαιρης κάθειρξης:  Α) όποιος αποπειράται να αποστερήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή αυτόν που ασκεί την προεδρική εξουσία από την εξουσία που έχουν κατά το Σύνταγμα, Β) όποιος αποπειράται με σωματική βία ή με απειλές σωματικής βίας: α) να παρεμποδίσει κάποιον απ' αυτούς από την άσκηση της συνταγματικής εξουσίας του ή να τον εξαναγκάσει να επιχειρήσει πράξη που απορρέει από αυτή την εξουσία και β) να μεταβάλει το πολίτευμα του Κράτους.

2. Με ισόβια ή πρόσκαιρη κάθειρξη τιμωρείται όποιος, εκτός από την περίπτωση της προηγούμενης παραγρά­φου:
α) επιχειρεί με βία ή απειλή βίας ή με σφετερισμό της ιδιότητας του ως οργάνου του Κράτους να καταλύσει ή να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού,
β) επιχειρεί με τα μέσα που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και με τρόπο πρόσφορο να διαταράξει την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος, να αποστερήσει ή να παρακωλύσει τη Βουλή, την Κυβέρνηση ή τον Πρωθυπουργό από την ενάσκηση της εξουσίας που τους παρέχει το Σύνταγμα ή να τους εξαναγκάσει να εκτελέσουν ή να παραλείψουν πράξεις που απορρέουν από την εξουσία αυτή,
γ) ασκεί ή άσκησε την εξουσία που ο ίδιος ή άλλος κατέλαβε με τους τρόπους και τα μέσα που προβλέπει το άρθρο αυτό.»

Σε δήλωση του ο κ.Λυκουρέζος αναφέρει για τη μήνυση :

« Ο συνάδελφος κ. Π. Γιαννόπουλος έλαβε την πρωτοβουλία να συντάξει και να υποβάλει στην κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά εναντίον του τ. υπουργού Οικονομικών, όπου με ενάργεια περιγράφονται οι πράξεις και παραλείψεις του που -κατά τον μηνυτή- τεκμηριώνουν τις ευθύνες του τέως υπουργού για τον χειρισμό και την τραγική εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, οι οποίες οδήγησαν τη χώρα σε έναν επώδυνο συμβιβασμό, διασύροντάς τη διεθνώς.

Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, να διατυπώσω τις σοβαρές επιφυλάξεις μου ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στην μηνυτήρια αναφορά που υποβλήθηκε, μπορούν να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί εσχάτης προδοσίας.

Και τούτο, γιατί, παρά την αφόρητη διγλωσσία του κ. Βαρουφάκη και την εν γένει στάση του από την ανάληψη των καθηκόντων του μέχρι και σήμερα, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί νομικά ότι οι ενέργειές του αποσκοπούσαν να αποστερήσουν ή να παρακωλύσουν τη Βουλή, την Κυβέρνηση ή/και τον Πρωθυπουργό από την ενάσκηση της εξουσίας που τους παρέχει το Σύνταγμα, ή να τους εξαναγκάσει να εκτελέσουν ή να παραλείψουν πράξεις που απορρέουν από την εξουσία αυτή. Η διατύπωση των άρθρων 134 και 135 του Ποινικού Κώδικα δεν αφήνει τέτοια περιθώρια ερμηνείας, οσοδήποτε διασταλτικά και αν ήθελε προσεγγισθεί το πεδίο εφαρμογής τους.

Το γεγονός, ωστόσο, ότι η συμπεριφορά του κ. Βαρουφάκη δεν συνιστά εσχάτη προδοσία ή προπαρασκευή της, δεν σημαίνει ότι παραμένει ποινικά μη αξιόλογη. Η Βουλή, η οποία και θα κληθεί τελικώς να ασκήσει ή όχι ποινική δίωξη (εφόσον η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου διαβιβάσει σε αυτήν την ως άνω μηνυτήρια αναφορά), έχει το δικαίωμα να δώσει στις πράξεις του τέως υπουργού διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, εκτιμώντας τις υπό το πρίσμα άλλων ποινικών διατάξεων.»

Η εσχάτη προδοσία είναι στιγμιαίο, πολιτικό έγκλημα καταρχήν , ως απευθυνόμενο κατά της Πολιτείας και σε ανατροπή ή αλλοίωση της ισχύς του πολιτεύματος και της τάξης (ΣυμβΕφΑθ 414/1975). Το πολίτευμα είναι "προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία", ενδυναμώνεται και υπηρετεί την λαϊκή κυριαρχία.

Πάντως, όσον αφορά την παρούσα ανάλυση, θεωρούμε πως η στοιχειοθέτηση της εσχάτης προδοσίας παρότι εξαιρετικά δύσκολη έγκειται στην παραβίαση της κυριαρχίας η οποία ανήκει στον Λαό και εκείνοι οι οποίοι ασχολούνται με τα κοινά, ασκούν την εξουσία τους μόνο υπέρ του Λαού και μόνο με τον τρόπο που διατάζει το Σύνταγμα των Ελλήνων (και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 120 του Συντάγματος). Αυτό μπορεί να φανεί με δύο τρόπους :

 α) η έξοδος από το ευρώ θα οδηγούσε σε υποβάθμιση της οικονομίας σε τέτοιο σημείο που θα προσέβαλε τα ιδεώδη της χώρας , με την έννοια πως η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα έφερνε σε ανέχεια μεγάλο μέρος του πληθυσμού για μεγάλο καιρό, το οποίο σταματά πια να μεταφράζεται με οικονομικά στοιχεία και φτάνει να προσβάλει τον πυρήνα θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών  και

β) το 80% του πληθυσμού δεν θέλει να επιστρέψει στη δραχμή πάντως δεν θέλει να αποχωρίσει από τη νομισματική ένωση της Ευρώπης και το ευρώ , οπότε σχεδιάζοντας κάποιος να δημιουργήσει  σύστημα το οποίο περιλαμβάνει τη δραχμή και συνεπάγεται (τουλάχιστον μερική, αν λάβουμε υπόψη ότι θα συνυπάρχει με τα IOUs, αν αυτό ήταν το σχέδιο) έξοδο από νομισματική ένωση τότε παραβαίνεις τις αρχές και τα ιδεώδη του λαού που είναι συγκεκριμένα και καθορισμένα. Η παραμονή ή όχι στην Ε.Ε. δεν είναι μια γενική πολιτική τύπου " θα καταργήσουμε τον ΕΝΦΙΑ" και δεν καταργείται τελικά ο ΕΝΦΙΑ. Είναι μια συνεχής  επιταγή του λαού εδώ και πολλά χρόνια, η οποία είναι τόσο ύψιστη που έχει συμπλεχθεί με την εθνική συνείδηση και ταυτότητα. Λένε «είμαστε πρώτα Έλληνες και μετά Ευρωπαίοι».  Περίπου έτσι σκέπτεται ο μέσος πολίτης, χωρίς περίεργες  αόριστες νομικές έννοιες, διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες. Μόνο με αυτή τη φράση (και την απλότητα της) φαίνεται πως οι πολίτες έχουν αγκαλιάσει την ευρωπαϊκή τους ταυτότητα. Συνεπώς, απαγορεύεται να σχεδιάζεις πλάνα-σχέδια τα οποία να είναι εναντίον αυτής της επιταγής.  Εκεί έγκειται η κατάργηση της λαϊκής κυριαρχίας . Όταν η επιταγή του λαού που έχει πια εμφιλοχωρήσει τόσο βαθιά, όχι ανεπιστρεπτί βέβαια, καθώς δεν είναι απίθανο να υπάρξει μεταστροφή στο μέλλον, αντίθετες συμπεριφορές υπό όρους μπορεί να είναι κολάσιμες (και   στην έσχατη προδοσία μόνο ο σχεδιασμός ότι θα κάνουμε αυτό και αυτό βλ. άρθρο 135 ΠΚ για προπαρασκευαστικές πράξεις) .

Με την προσπάθεια να μην τιμωρούμε το φρόνημα , φτάνουμε στο εξής δίλλημα, αν η κολάσιμη πράξη είναι πράγματι κολάσιμη με τέτοιο τρόπο η ενέχει αξιολογική κρίση.

Φαίνεται δύσκολο να μην περιέχεται καθόλου αξιολογική κρίση, με την έννοια ότι ακόμα πιο πάνω από την επιταγή για την παραμονή στην Ευρώπη είναι η επιταγή του λαού η κυβέρνηση να κυβερνάει «καλά» , προστατεύει τον λαό της και να τον βοηθάει να «περνάει καλά». Αντιλαμβάνομαι πως αναφέρω πολλές φορές την απλοϊκή φράση «καλά» ωστόσο με αυτό τον τρόπο το αντιλαμβάνεται ο πολίτης ( και εγώ μέσα) χωρίς να το αναλύει ( ή και να το εκφράζει καν) παραπάνω. Και τίθεται το ερώτημα ( και μόνο για το ζήτημα των ΑΦΜ , και όχι για τυχόν «κακοδιαχείριση» ή την παραβίαση των εξουσιών του επί υπουργίας του κ.Βαρουφάκη) :

Στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση προπαρασκευαστικών πράξεων εσχάτης προδοσίας;

Σίγουρα με το παραπάνω σκεπτικό υπάρχει ένα έρεισμα ώστε να κινηθεί και να ερευνηθεί η διαδικασία, αλλά το τι θα προκύψει και σε ποιο βαθμό θα είναι κολάσιμο με την έννοια της εσχάτης προδοσίας είναι αμφίβολο.

Κολάσιμες πράξεις μπορεί να υπάρχουν , με την έννοια της παράβασης καθήκοντος ή απιστίας , πράγμα που φαίνεται λογικό ωστόσο και πάλι είναι ζήτημα απόδειξης.

 ________________________________________________________________________________________________

[1] Το άρθρο του νόμου για τα προσωπικά δεδομένα  έχει ως εξής : 1. Όποιος παραλείπει να γνωστοποιήσει στην Αρχή, κατά το άρθρο 6 του παρόντος νόμου τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή οποιαδήποτε μεταβολή στους όρους και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. 2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. 3. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 του παρόντος νόμου προβαίνει σε διασύνδεση αρχείων χωρίς να την γνωστοποιήσει στην Αρχή, τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Όποιος προβαίνει σε διασύνδεση αρχείων χωρίς την άδεια της Αρχής, όπου αυτή απαιτείται ή κατά παράβαση των όρων της άδειας που του έχει χορηγηθεί, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. 4. Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. 5. Υπεύθυνος επεξεργασίας που δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις της Αρχής που εκδίδονται για την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 12, για την ικανοποίηση του δικαιώματος αντίρρησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13, καθώς και με πράξεις επιβολής των διοικητικών κυρώσεων των περιπτώσεων γ’, δ’ και ε’ της παρ. 1 του άρθρου 21 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών έως πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Με τις ποινές του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται ο υπεύθυνος επεξεργασίας που διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά παράβαση του άρθρου 9 καθώς και εκείνος που δεν συμμορφώνεται προς την δικαστική απόφαση του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. 6. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών. 7. Αν από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 5 του παρόντος άρθρου προκλήθηκε κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ή για την εθνική ασφάλεια, επιβάλλεται κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών.
[2] Προϋποθέσεις επεξεργασίας χωρίς συγκατάθεση: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο. β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο.  γ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν αυτό τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.  δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτή είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο γνωστοποιούνται τα δεδομένα. ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. 3. Η Αρχή μπορεί να εκδίδει ειδικούς κανόνες επεξεργασίας για τις πλέον συνήθεις κατηγορίες επεξεργασιών και αρχείων, οι οποίες προφανώς δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα. Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίζονται με κανονισμούς που καταρτίζει η Αρχή και κυρώνονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;