Πρέπει να ασχοληθώ με τα δικόγραφά μου και τη δουλειά μου… Θα ασχοληθώ σε λίγο….

*της Ευδοκίας Λούκου, Δικηγόρου Αθηνών

Και ναι! Είναι ευχάριστο να έχεις δουλειά εν έτει 2016 στην Ελλάδα (μία χώρα μικρή, με χιλιάδες νησιά και μία βουνίσια ραχοκοκαλιά, με ένα άνοστο, διεφθαρμένο παρόν, ένα ένδοξο παρελθόν και ένα άγνωστο –μην πω τίποτα χειρότερο- μέλλον). Είναι ακόμη πιο ευχάριστο να αγαπάς τη δουλειά σου.

Και η δική μου δεν ήταν η δουλειά που πάντοτε ονειρευόμουν. Για την ακρίβεια, η σκέψη μου πριν τα 22 δεν μπορούσε να φτάσει ως το επάγγελμα γενικά. Μάλλον, λοιπόν, οι άλλοι με είχαν για αυτό το επάγγελμα περισσότερο από ό,τι εγώ τον εαυτό μου. Μάλλον εγώ είπα «γιατί όχι…;», όπως πολλές φορές στη ζωή μου που έχω σταθεί αναποφάσιστη στα μεγάλα σταυροδρόμια. Ξέρεις, αυτά που αν επιλέξεις τον ένα δρόμο η ζωή σου θα είναι τελείως διαφορετική από ό,τι αν επιλέξεις τον άλλον. Αυτά!

Το πρώτο μεγάλο σταυροδρόμι, λοιπόν, αισθάνομαι ότι το συνάντησα στην ηλικία των 18 ετών. Εκείνο το καλοκαίρι της ενηλικίωσης που έπρεπε να επιλέξω ποιες σχολές θα σταθούν πρώτες και ποιες θα ακολουθήσουν σε εκείνο το απρόσωπο έντυπο που καθορίζει (ίσως) τη ζωή σου… Το μηχανογραφικό ντε! Καλοκαίρι 2003. Τέλος τα μαθήματα, τέλος τα φροντιστήρια, τέλος το άγχος. Μόρια που βρίσκονται ψηλά, ίσως όμως όχι τόσο ψηλά για μία Νομική Αθηνών!

Πόσο γελάω τώρα! Νομική Αθηνών. Και γιατί κυρία μου ντε και καλά Νομική; Έχεις πατέρα δικηγόρο; Όχι! Έχεις πατέρα δικαστή; Όχι! Έχεις θείο δικηγόρο; Όχι! Έχεις θείο δικαστή; Όχι! Και όλες αυτές οι ερωτήσεις (που καταλήγουν σε μία ουσιαστικά ίδια) θα ακούγονταν τόσο περίεργες στα αυτά ενός Σουηδού, ενός Άγγλου, ενός Αμερικάνου (Ηνωμένων Πολιτειών, μην μπερδευόμαστε!). Και γιατί να πρέπει να έχεις κάποιον συγγενή στο επάγγελμα για να το ακολουθήσεις; Δηλαδή αν πραγματικά το αξίζεις, μοχθήσεις, το έχεις, βρε αδερφέ, δεν μπορείς;

Μπορείς, είναι η απάντηση. Όχι όμως χωρίς να προσπαθήσεις πολύ, πάρα πολύ, πάρα πάρα πολύ, σε σημείο που όλη σου η ζωή να είναι μία προσπάθεια, ένας ατελείωτος μόχθος να βγάλεις τα προς το ζην. Συγγνώμη για την απαισιοδοξία, δεν τη συνηθίζω, ίσως να φταίνε οι έξι (6!!!) μήνες αποχής (από τα δικαστήρια, μην μπερδευόμαστε!).

Όχι, δεν είναι έτσι. Ναι, χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια το μοναχικό ξεκίνημα από τη σπρωξιά που θα νιώσεις ανεβαίνοντας από έναν πατέρα δικηγόρο. Μην ξεχνιόμαστε όμως, σήμερα ακόμη και τα παιδιά δικηγόρων δύσκολα τα βρίσκουν (γιατί αποφάσισα να είμαι αισιόδοξη απόψε είπαμε!).

Σήμερα, λοιπόν, στην Ελλάδα του 2016, αν είσαι αρκετά κοινωνικός, αρκετά σίγουρος για τον εαυτό σου (και περισσότερο, αν δείχνεις σίγουρος για τον εαυτό σου) μέσα στη δουλειά σου και μέσα από τη δουλειά σου, αν δεν αρκείσαι σε αυτά που σου λένε οι άλλοι και το ψάχνεις λίγο παραπάνω, χωρίς να το ψάχνεις υπερβολικά πολύ (γιατί οι λαβύρινθοι των νόμων και της νομολογίας δεν αστειεύονται και εύκολα μπορεί να χαθείς!), αν κάνεις παρέα με τους συναδέλφους σου (τώρα αυτό με βαριά καρδιά σας το λέω, ποτέ δε συμπαθούσα το συνάφι μας μέχρι που κατάλαβα πως 1. έχω γίνει τελικά κι εγώ μία από αυτούς και 2. το συνάφι των πελατών είναι πολύ πολύ χειρότερο), αν έχεις πολύ μεγάλη τύχη (τύπου κ@@οφαρδία) και την ακολουθήσεις εκεί που σε πάει με χαμόγελο και ευγνωμοσύνη, αν παίρνεις μυρωδιές καθημερινά και μάθεις να αναγνωρίζεις τις παγίδες με το τυρί… τότε ναι, μπορεί και να γίνεις δικηγόρος χωρίς πλάτες, δικηγόρος αυτοδημιούργητος.

Κοίτα τώρα, αυτό το αυτοδημιούργητος μην το πάρεις και πολύ στα σοβαρά, γιατί όλοι μας έχουμε πίσω μας την Ελληνίδα (ή μη, που απέκτησε τα χούγια της εδώ που ήρθε) μάνα που μας δημιούργησε, εντάξει;

Καλή τύχη σε αυτούς που τώρα ξεκινάνε και αποφάσισαν να το προσπαθήσουν εδώ. Ελπίζω να είμαστε εδώ για πολλά ακόμη χρόνια να τα λέμε. Και καλό ξημέρωμα σε όλους μας. Γιατί μέσα στην καληνύχτα κοιμόμαστε αρκετά χρόνια τώρα!