Σχολιασμός μήνυσης κατά Βαρουφάκη & συνεργατών. Γράφει ο Νικόλας Κουμουλέντζος

Εξ αφορμής των τελευταίων τραγελαφικών εξελίξεων σχετικά με μηνυτήριες αναφορές κατά του πρώην διατελέσαντος υπουργού οικονομικών Ι. Βαρουφάκη, μετά από αρκετές δυσθυμίες και έντονο εκνευρισμό σχετικά με τα νομικά άτοπα και τα ανακριβή σχήματα εντυπωσιασμού που διαβάζω, σπεύδω δια του παρόντος να ξεκαθαρίσω σε αδρές γραμμές γιατί –κατά την γνώμη μου- ουδεμίας εφαρμογής μπορεί να τύχει η διάταξη των 134 και 135  του Ποινικού Κώδικα στην περίπτωση Βαρουφάκη.

Όλοι  όσοι ασκούμε μάχιμη δικηγορία του ποινικού δικαίου, γνωρίζουμε ήδη πολύ καλά ότι ο ποινικός νόμος είναι ένα – ανυπολόγιστης ισχύος- οπλοστάσιο, του οποίου η ορθή χρήση, κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Η σκέψη αυτή είναι αποταμίευμα προσωπικής μου εμπειρίας, αλλά και  διατυπώσεων έτερων πολύ παλαιότερων διακεκριμένων ποινικολόγων της πράξης, σύμφωνα με τους οποίους ο ποινικός νόμος πρέπει όχι να «άγεται και φέρεται» από τις κοινωνικο-πολιτικές περιστάσεις, αλλά να ενεργοποιείται ως –κυριολεκτικά- ύστατο μέσο,  και να αποτελεί το ultimum refugium, για την καταστολή φαινομένων που αφενός είναι «άξια» πυροδότησης του κατασταλτικού μηχανισμού του ποινικού δικαίου, αφετέρου δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με ηπιότερο μέσο. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ποινικός νόμος επιφυλάσσει για τον παραβάτη όχι μόνον ποινές στερητικές της ελευθερίας ή χρηματικές ποινές, αλλά κάτι ακόμη πιο επονείδιστο: τον κοινωνικό στιγματισμό, του οποίου η ισχύς είναι ανυπολόγιστη και ανεξίτηλη.

Δυστυχώς, σήμερα, στις παρυφές του 2016, παρατηρούμε συνεχώς αφενός την συνεχή και επαναλαμβανόμενη προσφυγή συμπολιτών μας στην Εισαγγελική αρχή με τρόπο καταχρηστικό, αναίτια για την πρόκληση εντυπώσεων  που εγείρει ερωτήματα περί του αν έχουμε τελικά αντιληφθεί την σημασία του θεσμικού ρόλου της ποινικής δικαιοσύνης και την σοβαρότητα της ενεργοποίησης ποινικών διαδικαστικών πράξεων σε βάρος συμπολιτών μας.

Στην πρόσφατη επικαιρότητα, παρατήρησα με ιδιαίτερη προσοχή την μήνυση που υπέβαλε κάποιος συνάδελφός μου, προς τον «ολίγον μπαρουφολόγο» πρώην υπουργό Γιάννη Βαρουφάκη ( το Γιάνης με ένα ν δεν υπάρχει για μένα, συνεπώς Γιάννης), τάχα διότι πλήρωσε την ποινική υπόσταση του άρθρου 135 ή του 134  του Ποινικού Κώδικα.

Ήδη από το γεγονός ότι ο συνάδελφος απευθύνθηκε στης Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και όχι στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που είναι αρμόδιος κατ άρθρον 42.2 ΚΠΔ, απλώς και μόνο για το show-off, με κάνει να υποψιάζομαι σχεδόν αμήχανα ότι η κίνηση αυτή είναι όχι πράξη ουσίας αλλά ακόμη μια θεατρινίστικη πιρουέτα πρόκλησης εντυπώσεων και ορυμαγδού αναίτια, απλώς για «να γίνεται κουβέντα».

Αλήθεια, συνάδελφε, έχετε υπόψη ποίες καταγράφει ως αξιόποινες συμπεριφορές η εν λόγω διάταξη; Και επιπλέον, έχουμε αλήθεια αντιληφθεί πόσο επικίνδυνο είναι να επικαλούμαστε για θέματα ήσσονος σημασίας διατάξεις με τόσο σοβαρή ποινική απαξία;

Με το παρόν άρθρο δεν θα προβώ σε εμβριθή ανάλυση της διάταξης του άρθρου 135 ή του 134 του Ποινικού Κώδικα, καθώς αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό επουσιώδη για τον μη εξοικειωμένο -με τους νομικούς όρους-αναγνώστη. Επιθυμώ ωστόσο διακαώς, να προβληματίσω σοβαρά όλους εμάς για την «εσχατότητα» του σημείου στο οποίον έχει φτάσει ο τόπος καθώς προσωπικά βρίσκω τουλάχιστον επίμεμπτο να μετερχόμαστε –δικηγόροι άνθρωποι-  των προβληματικών διατάξεων των άρθρων 134 και 135 τάχα για να εισηγηθούμε διασάλευση του δημοκρατικού πολιτεύματος με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων.

Πότε συνεπώς μπορεί κανείς να τιμωρηθεί για παράβαση του άρθρου 134 ; Σύμφωνα με την αυθεντική ερμηνεία του νομοθέτη όταν:

  • αποπειράται να αποστερήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή αυτόν που ασκεί την προεδρική εξουσία από την εξουσία που έχουν κατά το Σύνταγμα·
  • αποπειράται με σωματική βία ή με απειλές σωματικής βίας: α) να παρεμποδίσει κάποιον απ’ αυτούς από την άσκηση της συνταγματικής εξουσίας του ή να τον εξαναγκάσει να επιχειρήσει πράξη που απορρέει από αυτή την εξουσία και β) να μεταβάλλει το πολίτευμα του Κράτους.
  • επιχειρεί με βία ή απειλή βίας ή με σφετερισμό της ιδιότητάς του ως οργάνου του Κράτους να καταλύσει ή να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού·
  • επιχειρεί με τα μέσα που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και με τρόπο πρόσφορο να διαταράξει την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος, να αποστερήσει ή να παρακωλύσει τη Βουλή, την Κυβέρνηση ή τον Πρωθυπουργό από την ενάσκηση της εξουσίας που τους παρέχει το Σύνταγμα ή να τους εξαναγκάσει να εκτελέσουν ή να παραλείψουν πράξεις που απορρέουν από την εξουσία αυτή·
  • ασκεί ή άσκησε την εξουσία που ο ίδιος ή άλλος κατέλαβε με τους τρόπους και με τα μέσα που προβλέπει το άρθρο αυτό.

Για να είμαι πιο ξεκάθαρος ερωτώ ευθέως: Πείτε μου αγαπητοί αναγνώστες, με βάση την κοινή λογική, τι ακριβώς έπραξε από τις ανωτέρω αξιόποινες συμπεριφορές ,που εξαντλητικά απαριθμεί ο ποινικός νομοθέτης στο άρθρο 134 ΠΚ, ο Βαρουφάκης; Και επιπλέον, τι από τα παραπάνω έπραξε ο Βαρουφάκης προβλέποντας ότι με τη χρήση βίας, απειλής κλπ,  θα ήταν ενδεχόμενο να επέλθει προσβολή του πολιτεύματος ή της λειτουργίας των βασικών οργάνων του κράτους, αποδεχόμενος μάλιστα τούτο; Η απάντηση είναι πιστεύω προφανώς ξεκάθαρη: τίποτα, ουδέν!  Και ναι, παρότι προσωπικά τον θεωρώ παντελώς αποτυχημένο ως υπουργό, αντικειμενικά δεν τέλεσε το αδίκημα του άρθρου 134 ΠΚ.

Το πλέον αδιανόητο στην εν λόγω μηνυτήρια αναφορά είναι ότι ο συνάδελφος εν γνώσει του επικαλείται την ενεργοποίηση της ανωτέρω διάταξης, μιας διάταξης νομοτεχνικά προβληματικής που οι νομικοί της πράξης και η θεωρία έχουν κατά καιρούς επικρίνει για την νοηματική της αστοχία : ο τρόπος απαρίθμησης των αξιόποινων συμπεριφορών είναι χαοτικός και συγκεχυμένος, κατά τρόπο που ανθίσταται στην σημαντικότερη αρχή του Ποινικού δόγματος,  αυτή της νομιμότητας η οποία απαγορεύει την αυθαίρετη διαπίστωση των προϋποθέσεων της ποινής.

Όσον αφορά δε, το άρθρο 135 του Ποινικού Κώδικα, που αναφέρεται στις προπαρασκευαστικές πράξεις του πολιτεύματος, εκεί ο νομοθέτης πάει ένα βήμα πίσω και τιμωρεί τον δράστη που θα προετοιμάσει την τέλεση των ανωτέρω –σε bold- καταγεγραμμένων αξιόποινων συμπεριφορών . Στο άρθρο 135 ΠΚ ο νομοθέτης προσδιορίζει το παράνομο ακόμα πιο πίσω χρονικά, στο σημείο των κατά κανόνα ποινικώς αδιάφορων προπαρασκευαστικών πράξεων, πριν καν ,δηλαδή, την αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος. Η συγκεκριμένη διάταξη, του άρθρου 135 ΠΚ,  τυποποιεί ένα έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, που σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν είναι κομμάτι της αντικειμενικής υποστάσεως: ο νομοθέτης δηλαδή, δεν απαιτεί  να υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος προς το πολίτευμα για να καταστεί αξιόποινη η πράξη, αλλά πηγαίνει ένα βήμα πίσω, δημιουργώντας ένα είδος οιονεί αμάχητου τεκμηρίου επικινδυνότητας στην συμπεριφορά του δράστη: αρκεί ο δράστης να προκαλεί ή να προσπαθεί να διεγείρει τους άλλους στην επιχείρηση πράξεων του 134 ΠΚ, και τεκμαίρεται αυτομάτως και αφηρημένα επικίνδυνος για την βλάβη του προστατευόμενου εννόμου αγαθού που είναι το δημοκρατικό πολίτευμα.

Πέραν λοιπόν της αστοχίας των διατάξεων των άρθρων 134 και 135 του Ποινικού Κώδικα, παντελώς άστοχη και τελολογικά αποτυχημένη θεωρείται και η μηνυτήρια αναφορά που υπεβλήθη κατά του Βαρουφάκη, εκτός αν μόνος στόχος του συντάκτη ήταν η πρόκληση της κοινής γνώμης, πράγμα που κατά βάθος το απεύχομαι και ελπίζω να μην συμβαίνει.

Με βάση τα παραπάνω, νομίζω είναι προφανές ότι τυχόν ποινική δίωξη σε βάρος του Βαρουφάκη θα είναι ανεπέρειστη και αλυσιτελής. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι έδρασε δολίως για να βλάψει το δημοκρατικό πολίτευμα, από πουθενά δεν ενδεικνύεται σκοπιμότητα εκ μέρους του στην τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω παρατεθειμένες παράνομες συμπεριφορές. Η Εισαγγελική αρχή πρέπει, κατά την γνώμη μου, να την θέσει στο αρχείο ως ουσιαστικά αβάσιμη και ανεπίδεκτη  δικαστικής εκτίμησης κατ άρθρον 43.2 ΚΠΔ.

Νίκος Κ. Κουμουλέντζος

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.ΕΠοινικού Δικαίου